Supreme Court dismisses State's appeal on family allowance calculation for foreign service staff under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a labor court decision awarding family allowances to a foreign diplomat. The court held that the lower court correctly applied specific statutes granting these benefits to employees hired before 1998 regardless of their diplomatic status. Consequently, the State's argument regarding the base for calculation was rejected as lacking legal foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 69(1), 131(10), 11 of Law 419/1976; Articles 129(2), 5, 131(4), 5 of Law 2594/1998; Article 90(3) of Law 2362/1995: Family allowances for foreign service staff hired prior to 1998 are calculated based on the diplomat's own allowance, not the employee's, and this distinction is not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2083 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2083/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ασημίνα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1113/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1365/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-2-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-02-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 75/26-02-2016 και του παρόντος Δικαστηρίου 1919/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ), με αριθμό 1365/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε: α) την από 14-07-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5359/26-07-2011 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) την αντίθετη από 12-03-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1931/13-03-2012 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Σ.
Κ. του Ε.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-03-2012 έφεση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 14-07-2011 έφεση, κατά της με αριθμό 1113/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 27-07-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177282/3493/27-07-2007 αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση στον ενάγοντα των προσαυξήσεων, λόγω οικογενειακών βαρών (επίδομα τέκνου) επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για το χρονικό διάστημα από 01-07-2004 έως 31-07-2007, ως παραγεγραμμένη, κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", για το από 01-07-2004 έως 30-06-2005 χρονικό διάστημα, ενώ, κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01-07-2005 έως 31-07-2007 είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, του τρίτου λόγου της έφεσης αυτής, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις, που αντιστοιχούσαν στο από 01-07-2005 έως 31-08-2005 χρονικό διάστημα, δεχόμενο ότι και αυτές είχαν υποπέσει, ομοίως, στην κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων σαράντα (11.040,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 26-02-2016 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-02-2014, ήτοι πριν από την 1.1.2016 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3- όπως η παρ. 3 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ- όλα.Π 10/2018).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23 Μαρτίου 1998 (άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2594/1998), το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών διακρίνεται σε μόνιμο και σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 61).
Στο τελευταίο υπάγεται και το Βοηθητικό Προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ήτοι Ταξινόμος Α', Ταξινόμος Β', Αρχικλητήρας και Κλητήρας Α' (άρθρο 59 παρ. 1 εδ. β' και 4). Κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του νόμου αυτού, οι θέσεις Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται από πρόσωπα ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγένειας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αντί μηνιαίας αμοιβής, που ορίζεται με τη σύμβαση, στο ύψος των αποδοχών του βαθμού του Κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας, μετά του προβλεπομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (Α.Π. 459/2013).
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 131 του ιδίου νόμου (419/1976) ορίσθηκε ότι ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού, με όλες τις προσαυξήσεις και επιδόματα, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, ενώ με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠ.ΕΞ.
και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης, που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, για όλους δε τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Μπορεί μάλιστα στην ίδια πράξη να ορίζεται ότι το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται και αναδρομικά. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976 και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ.
Φ 083-58/11.03.1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31.03.1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων.
Με τις παραγρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984 και ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει, εν γένει, προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι` αυτό λόγοι.
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 20011800/165/0022/1993 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 153/17.03.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1884/1990 τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Ε' της Φ 083-58/1988 Κ.Υ.Α. και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 10% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, αποδεδειγμένα φοιτούν σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1985.
Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 01.01.2001, με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/ 22.1.2001 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 390/2001). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1505/1984, στην οποία παραπέμπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, ορίσθηκε ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών χορηγείται και για τέκνα, που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον αυτά φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους, όπως αυτός προβλέπεται από τον κανονισμό κάθε σχολής και όχι πέραν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους [ αντίστοιχη ρύθμιση από 01.01.1997 - άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2470/1997 και από 01.01.2004 - άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 ].
Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες του Ν. 419/1976 διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24 Μαρτίου 1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, ορίζεται ότι προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια Κ.Υ.Α.
σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 του παραπάνω νόμου προβλέπεται ότι στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με π.δ/μα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα.
Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με την Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής. Με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται, όμως, ότι οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Ειδικά, για όσους από αυτούς λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, καταρχήν, ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ποσοστά αύξησης για δαπάνες οικογενειακών βαρών (επιδόματα τέκνων), δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά προσαύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών , υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.
Επομένως, σύμφωνα με την μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών υπηρετούντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών κλητήρες, που ήδη ελάμβαναν, κατά τα άρθρα 69 παρ.1 και 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, εξακολουθούν να το λαμβάνουν, όπως και υπό την ισχύ του προηγουμένου Οργανισμού, δικαιούμενοι και των επ' αυτού προβλεπομένων προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών.
Η δε αναπροσαρμογή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής των υπηρετούντων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ακολουθεί την αναπροσαρμογή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής των υπηρετούντων με σχέση δημοσίου δικαίου μονίμων υπαλλήλων, η οποία γίνεται πλέον υπό τις προϋποθέσεις και μετά γνώμη επιτροπής, που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 135 του Ν. 2594/1998, εφόσον οι εκδιδόμενες κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό, με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση, για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος αυτό που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους είναι ανίσχυρες (Ολ.
Α.Π. 2/2020, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 477/2014, Α.Π. 471/2014, Α.Π. 1078/2014, Α.Π. 162/2013, Α.Π. 1780/2012). Περαιτέρω η προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών (επίδομα τέκνων) υπολογίζεται ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του οικείου πρέσβη και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή που δικαιούται έκαστος υπάλληλος.
Τούτο προκύπτει από τη σαφή γραμματική διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων όλων των ανωτέρω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων: "... το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά ποσοστό... για κάθε τέκνο ηλικίας μέχρι... επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/ Πρέσβεως..." και όχι επί του δικαιουμένου από τον υπάλληλο επιδόματος, τούτο δε δικαιολογείται εκ του ότι, η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση του επιδόματος αυτού χορηγείται με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων (οικογενειακών βαρών), που δεν έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων λόγω της θέσης που κατέχει έκαστος υπάλληλος, ενώ οι ανάγκες αντιμετώπισής των ως άνω βαρών είναι προδήλως ίδιες για όλους τους υπηρετούντες σε κάθε χώρα υπαλλήλους, που έχουν ανήλικα ή σπουδάζοντα τέκνα, ανεξαρτήτως του βαθμού και της θέσης την οποία κατέχουν (Α.Π. 600/2019, Α.Π. 36/2017, Α.Π. 508/2016, σχετ.
ΣτΕ 368/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016 Ολ. Α.Π. 2/2013 Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην από 27-07-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177282/3493/27-07-2007 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι στις 08-01-1996 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον, ως κλητήρας και υπηρετεί έκτοτε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Διευθύνοντος το ως άνω Προξενείο.
Ότι, αν και είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε το έτος 2002, το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει το επίδομα τέκνου επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο του καταβάλλεται, υποστηρίζοντας ότι αυτό καταβάλλεται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους, πλην, όμως, η άρνησή του αυτή αντίκειται αφενός στις διατάξεις των άρθρων 131 του ν. 419/1976 και 135 του ν. 2594/1998 του παλαιού και νέου αντίστοιχα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, αφετέρου στις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "Περί ισότητας αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι' εργασίαν ίσης αξίας" (άρθρο 100), καθώς και στις διατάξεις του Συντάγματος, ενώ υφίσταται δεδικασμένο ως προς το ότι αυτός δικαιούται να λαμβάνει το επίδομα, που απορρέει από τη με αριθμό 2310/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 22-06-2004 προγενέστερης αγωγής του κατά του ιδίου εναγομένου και με την οποία αυτός ζητούσε την καταβολή του εν λόγω επιδόματος για το χρονικό διάστημα μέχρι 30-06-2004.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για επίδομα τέκνου για το μεταγενέστερο από 01-07-2004 έως 28-02-2005 χρονικό διάστημα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων (4.224,00) δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό τους σε ευρώ κατά την ημέρα της εξόφλησης και για το από 01-03-2005 έως 31-07-2007 χρονικό διάστημα το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (13.920,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1113/2009 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για το από 01-07-2004 μέχρι 30-06-2005 χρονικό διάστημα έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" διετή παραγραφή, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή για το λοιπό χρονικό διάστημα ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι: α) της από 14-07-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5359/26-07-2011 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) της από 12-03-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1931/13-03-2012 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Σ.
Κ. του Ε., εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1365/2014 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-03-2012 έφεση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 14-07-2011 έφεση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...
με τη μ' αριθμό 2310/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της μ' αριθμό 1831/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που με τη σειρά της εκδόθηκε επί της προηγούμενης από 22-6-2004 αγωγής του ενάγοντος [αναιρεσιβλήτου] κατά του ήδη εναγομένου [αναιρεσείοντος] Ελληνικού Δημοσίου, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου τα εξής:
Ότι ο ενάγων με τη μ' αριθμό ... πράξη πρόσληψης του Β. Μ., Διευθύνοντος το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Αργυρόκαστρο, προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στον κλάδο βοηθητικού προσωπικού, ως κλητήρας στο ως άνω Γενικό Προξενείο, στο οποίο υπηρετεί έκτοτε, δυνάμει της από 8-1-1996 συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε σε εκτέλεση της παραπάνω πράξης πρόσληψης στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας μεταξύ του ενάγοντος και του Β.
Μ., ενεργούντος με την παραπάνω ιδιότητά του, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη διάταξη του τότε ισχύοντος άρθρου 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών". Ότι με την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ορίσθηκε ότι θα καταβάλλεται στον εναγόμενο "μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της κεντρικής υπηρεσίας, καθώς και το, στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού, παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ".
Ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο λάμβανε αποκλειστικά μηνιαία αποζημίωση, η οποία καθοριζόταν με υπουργικές αποφάσεις τις οποίες ακολουθούσε η υπογραφή τροποποιητικών συμβάσεων, μεταξύ αυτού και του προϊσταμένου του Γενικού Προξενείου, στο οποίο υπηρετούσε και ότι, μετά την έκδοση της με αριθμό Φ083-0311/ΑΣ/2336/21-2-2000 Υπουργικής απόφασης, υπογράφηκε η από 6-3-2000 τροποποιητική της αρχικής από 8-1-1996 σύμβαση, με την οποία καθορίστηκε το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του ενάγοντος από 1-11-1999 στο ποσό των 2.500 δολαρίων Η.Π.Α.
Ότι ο ενάγων, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο ελάμβανε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όχι, όμως, και την προσαύξηση του επιδόματος αυτού λόγω τέκνου, αν και ήταν έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου της Β., που γεννήθηκε στις 9-8-2002 και το οποίο είχε αποκτήσει από το γάμο του με την Ε.
Α.. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές επιδικάστηκε στον ενάγοντα ως προσαύξηση λόγω τέκνου στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 9-08-2002 μέχρι 30-6-2004 το ισόποσο σε ευρώ, κατά την ημέρα καταβολής των 11.592 δολαρίων Η.Π.Α. και ειδικότερα όπως προβλεπόταν με την μ' αριθμό 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, ποσοστό 8% για κάθε τέκνο ηλικίας μέχρι 6 ετών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τον Πρέσβη στην Αλβανία, το οποίο κατά τον πιο πάνω χρόνο ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 6.300 δολαρίων Η.Π.Α.
Περαιτέρω, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει την προσαύξηση λόγω τέκνου στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-7-2004 μέχρι 31-7-2007, που πηγάζει από την ίδια αξίωση, που κρίθηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, δεν επήλθε μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος κάτω από το οποίο εκδόθηκε η απόφαση αυτή, εκτός βεβαίως των συνδεόμενων με την πάροδο του χρόνου.
Συγκεκριμένα ο ενάγων δικαιούται να λάβει μηνιαίως, με βάση την προαναφερθείσα τελευταία Κ.Υ.Α., ποσοστό 8% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τον Πρέσβη στην Αλβανία, που ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 6.600 δολαρίων Η.Π.Α., για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 28-2-2005 και στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα μετά την 1-3-2005.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξακολούθησε και κατά το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα να ασκεί τα καθήκοντα του κλητήρα στο ως άνω Προξενείο, μ' αποτέλεσμα να δικαιούται την πιο πάνω προσαύξηση λόγω τέκνου στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν επήλθε μεταβολή του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση, δημιουργείται δεδικασμένο από αυτή, που παρακωλύει την έρευνα του ζητήματος αν ο ενάγων δικαιούται την εν λόγω προσαύξηση για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, υπάρχει δε δεδικασμένο, αφού το υπό κρίση αίτημα του ενάγοντος για το επίδικο διάστημα είναι το ίδιο μ' εκείνο της προηγούμενης αγωγής, αν και αφορούσε άλλη χρονική περίοδο και έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος που κρίθηκε σ' εκείνη τη δίκη.
Πρόκειται δηλαδή για την ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα που αναφέρονται στην απόφαση που προηγήθηκε ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές , το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει την επίδικη προσαύξηση λόγω τέκνου στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και της 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εξωτερικών και, περαιτέρω, δέχτηκε, κατά παραδοχή της υποβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής, που επαναφέρθηκε με τον τρίτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, κατά το μέρος που αντιστοιχούσαν στο από 01-07-2004 έως 31-08-2005 χρονικό διάστημα, είχαν υποπέσει στην κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", διετή παραγραφή.
Έτσι, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις, που αντιστοιχούσαν στο ως άνω χρονικό διάστημα, εξαφάνισε στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης, την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων σαράντα (11.040,00) ευρώ, που αντιστοιχούσε στο από 01-09-2005 έως 31-07-2007 χρονικό διάστημα (ήτοι 23 μήνες Χ 480,00 ευρώ μηνιαίως), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και αριθμός 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 (ισχύοντος κατά την ένδικη περίοδο) και της 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εξωτερικών, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, κατά τις διατάξεις αυτές οι υπηρετούντες στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών σε θέσεις κλητήρων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι είχαν προσληφθεί πριν τις 24.03.1998 και μισθοδοτούντο με το καθεστώς του Ν. 419/1976, σύμφωνα με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, δικαιούνται τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω οικογενειακών βαρών, αφού ο περιορισμός των προσαυξήσεων αυτών μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και, κατά συνέπεια, ανίσχυρος, οι προσαυξήσεις δε αυτές κατά τις εν λόγω Κ.Υ.Α.
υπολογίζονται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου επιδόματος, το οποίο δικαιούται ο οικείος πρέσβης και όχι ως ποσοστό επί του επιδόματος, το οποίο δικαιούται έκαστος υπάλληλος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ότι οι ανωτέρω προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής έπρεπε να υπολογισθούν επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας είναι αβάσιμος.
Η δε ειδικότερη αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς τη φύση των καθηκόντων του αναιρεσίβλητου, σε σχέση με εκείνα του πρέσβη, με συνέπεια να μην υφίσταται, στην προκειμένη περίπτωση, έδαφος εφαρμογής της προβλεπομένης από το ισχύον Σύνταγμα αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εφάρμοσε την εν λόγω συνταγματική αρχή, αλλά προέβη στην επιδίκαση των ανωτέρω ποσών εφαρμόζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1, 131 παρ. 10, 11 του Ν. 419/1976 129 παρ. 2, 5 και 131 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και της κατά το επίδικο διάστημα ισχύουσας με αριθμό 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 390/2001).
Τέλος επισημαίνεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν προσάπτει με την αναίρεση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφορικά με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί συνδρομής θετικού δεδικασμένου από την έκδοση της με αριθ. 2310/2007 προηγουμένης απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση, διότι ο αναιρεσίβλητος, που παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου του ότι δεν θα εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα) δεν κατέθεσε προτάσεις και, ως εκ τούτου, δεν υπέβαλε αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-02-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 75/26-02-2016 και του παρόντος Δικαστηρίου 1919/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1365/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ