Legislator Case Law & Legislation
2083/2018 AI generated

2083/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2083/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2083/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρείς βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).

Keywords

AI generated
annual travel expenses customs tax fraud special scheme for travel agents customs tariff illicit financial flows immigration law fraud
AI generated
1796/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
862/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2983/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2012 αίτησή της και τους από 21-8-2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
1458/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
667/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2017 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/9/2017 αίτησή του.
208/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2083 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2083/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριο Πεπόνη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο-Ιωάννη Κλαδά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 793/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7053/2-7-2018 αίτησή του καθώς και στους από 13-9-2018 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 928/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η με αριθμό γενικού πρωτ.7053/2-7-2019 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και οι επ' αυτής από 13-9-2018 πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα, για αναίρεση της 793/2017 ανέκλητης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του.

Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα.

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 στοιχ. δ και 4 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται. Τα στοιχεία της πράξεως πρέπει να είναι τόσα, ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Ακριβής είναι ο καθορισμός όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξεως και την απειλουμένη ποινή, χωρίς όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής αποφάσεως, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (Α.Π. 411/2015, Α.Π. 378/2015, Α.Π. 245/2014).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 9733/2015 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης

ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτιος υποβολής ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος(άρθρο 17 ν. 2523/1997). Η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση, κατά την δικάσιμο της 24-4-2017. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, υπέβαλε, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, για λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην μη ακριβή περιγραφή της πράξεως Ειδικότερα ο συνήγορος του αναιρεσείοντα επικαλέστηκε προς θεμελίωση της παραπάνω ενστάσεώς του, τα ακόλουθα, που δόθηκαν και εγγράφως και καταχωρήθηκαν αυτούσια στα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου: "Στο κλητήριο θέσπισμα του Δικαστηρίου Σας πουθενά δεν προσδιορίζεται, ούτε εξειδικεύεται ο σκοπός της αποφυγής, για την ακρίβεια δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Αναφέρεται αόριστα ότι "από την ιδιότητα του και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζε για τις αναφερόμενες πράξεις". Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογημένα απέρριψε την ένσταση δεχόμενο ορθά ότι το κλητήριο θέσπισμα εμπεριείχε αναφορά του στοιχείου του απαιτούμενου εν προκειμένω κατά τα ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενα κοινού δόλου της πράξης της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος δια της αναφοράς ότι ο κατηγορούμενος προέβη σ' αυτήν προκειμένου να αποφύγει πληρωμή, του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, στοιχεία που προκύπτουν, αναντιρρήτως, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του προσβληθέντος κλητηρίου θεσπίσματος.

Με βάση τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τα προαναφερθέντα και την παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, και με την απαιτουμένη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρείς βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).

Και τα τρία αυτά αδικήματα φοροδιαφυγής τα διαπλάσσει σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, αναλόγως με το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε, παρακρατήθηκε ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ. 1, 2 α, β του πιο πάνω νόμου, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την παράγραφο 2α και β του Ν. 3943/2011, που καταλαμβάνει ως εκ του χρόνου τελέσεως την κρινόμενη περίπτωση, ορίζει. "1.

Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, τελεί αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2.

Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β)"με κάθειρξη" , εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ .Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης.".Το έγκλημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία του εισοδήματος, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, είτε με την "παράλειψη υποβολής δήλωσης", είτε με την "υποβολή ανακριβούς δήλωσης".

Επομένως, πρόκειται για ένα έγκλημα σωρευτικά μικτό, στην αντικειμενική υπόσταση του οποίου τυποποιούνται δύο τρόποι τέλεσης, μία παράλειψη (η μη υποβολή φορολογικής δήλωσης) και μία θετική ενέργεια (η υποβολή ανακριβούς δήλωσης). Με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος μεταβάλλεται η πραγματική κατάσταση και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο παρεμποδίζεται να λάβει γνώση της αλήθειας, η οποία του αποκρύπτεται.

Το πότε μία δήλωση είναι ανακριβής προκύπτει από το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με το οποίο ''ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται, υφίσταται διαφορά, ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή".

Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται δεν υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη και προκύπτει απ' αυτή όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αυτού ως αμέσου είτε ως ενδεχόμενου [ΑΠ 1181/2017 ΑΠ 498/2017, ΑΠ 545/2017, ΑΠ 764/2017, ΑΠ 927/2016].

Περαιτέρω,

με το υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις άρθρο 8 του ν. 4337/2015 τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α' του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το άρθρο 66 καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ.

α' , 20 και 21 του ν. 2523/1997 και ειδικότερα για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 ορίζεται ότι έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2.

Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών:

α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:

αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.

Με την τελευταία αυτή διάταξη εισάγεται ευνοϊκότερη μεταχείριση των φορολογουμένων έτσι ώστε παράβαση καταβολής για οφειλές φόρων, τελών ή εισφορών συνολικού ποσού κάτω των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος να είναι ανέγκλητες, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δχ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 εδ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό

του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 793/2017 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "O κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, εν γνώσει του, ως φυσικό πρόσωπο, κατά το οικονομικό έτος 2011, υπέβαλλε στην αρμόδια ΔΟΥ ...

δήλωση φορολογίας εισοδήματος διαχειριστικής περιόδου από 1-1-2010 έως 31-12- 2010, η οποία ήταν ανακριβής, καθόσον με πρόθεση απέκρυψε καθαρά εισοδήματα από προσαύξηση της περιουσίας του, εμφανίζοντας φορολογητέα εισοδήματα, ποσού 41.647,79 ευρώ, ενώ τα καθαρά φορολογητέα εισοδήματα, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν από την αρμόδια υπάλληλο του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου, κατόπιν της ......20/3-2-2014 εντολής του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, και σύμφωνα με την αριθ. .....27/2014 οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, ανέρχονταν στο ποσό των 1.367.564,59 ευρώ, με αποτέλεσμα τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος στο ποσόν των 590.446,54 ευρώ ενώ με βάση την υποβληθείσα δήλωση του προέκυπτε πιστωτικό ποσό φόρου 2.923,27 ευρώ.

Έτσι, με βάση την προκύπτουσα χρεωστική διαφορά, ο φόρος εισοδήματος προσδιορίσθηκε στο ποσόν των 593369,81 ευρώ, πλέον της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης, ποσού 53.173,07 ευρώ. Ωστόσο, κατά της σχετικής οριστικής πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του οικ. έτους 2011 ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο η αριθ.

πρωτ. ...64/24-7-2014 ενδικοφανής προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αριθ. 3205/17-10-2014 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ), με την οποία ο φόρος εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2011 περιορίσθηκε από το ποσόν 593369,81 ευρώ, στο ποσό των 215.711,00 ευρώ, η δε εισφορά αλληλεγγύης περιορίσθηκε, από το ποσόν των 53.173,07 ευρώ, στο ποσόν των 19.603,40 Ευρώ ( βλ την αριθ.

πρωτ. 10367/11-4-2017 έγγραφη ενημέρωση του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών). Έτσι, ο κατηγορούμενος, κατά το οικονομικό έτος 2011 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα, με την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή το υ φόρου εισοδήματος, ο δε φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα, που απέκρυψε κατά το εν λόγω οικονομικό έτος υπερβαίνει ως άνω το ποσό των 150.000 Ευρώ..." Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο κήρυξε ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, τον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, συνιστάμενη στο ότι: "Στη .....

και στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος και ειδικότερα, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος, ο δε φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει για καθεμία από τις κατωτέρω αναφερόμενες διαχειριστικές περιόδους το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000).

Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, με την ιδιότητά του ως φυσικού προσώπου, και, ενώ από την ιδιότητα του και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζε για τις παρακάτω αναφερόμενες πράξεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του αδικήματος της φοροδιαφυγής, υπέβαλε κατά το οικονομικό έτος 2011 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ...

δήλωση φορολογίας εισοδήματος διαχειριστικής περιόδου από 1-1-2010 έως 31-12-2010, η οποία όμως ήταν ανακριβής καθόσον με πρόθεση απέκρυψε καθαρά εισοδήματα από προσαύξηση της περιουσίας του, δεδομένου ότι εμφάνισε φορολογητέα εισοδήματα ποσού 41.647,79 ευρώ, ενώ τα καθαρά φορολογητέα εισοδήματα, όπως προέκυψε από τον προσδιορισμό τους που διενεργήθηκε από την αρμόδια υπάλληλο του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου, κατόπιν της με αριθμ. ......20/3-2-2014 εντολής του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....27/2014 οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, ανέρχονταν σε 1.367.564,59 ευρώ, με αποτέλεσμα τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος στο ποσό των 590.446,54 ευρώ, ενώ με βάση την υποβληθείσα δήλωσή του προέκυπτε πιστωτικό ποσό φόρου 2.923,27 ευρώ, με συνέπεια με βάση την προκύπτουσα χρεωστική διαφορά ο φόρος εισοδήματος να ανέλθει στο ποσό των 593.369,81 ευρώ, πλέον έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης ποσού 53.173,07 ευρώ.

Με την δε 3205/17-10-2014 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) που εκδόθηκε επί της αριθ. πρωτ. ...64/24-7- 2014 ενδικοφανούς προσφυγής του κατηγορουμένου κατά της οριστικής πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού του άνω φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2011, ο φόρος εισοδήματος περιορίσθηκε από το ποσόν των 593.369,81 ευρώ, στο ποσό των 2...11 ευρώ, και η εισφορά αλληλεγγύης περιορίσθηκε από το ποσόν των 53,173,07 ευρώ, στο ποσόν των 19.603,40 ευρώ.

Δηλαδή ο φόρος (στον οποίο προστίθεται και η ειδική εισφορά αλληλεγγύης) που αναλογεί σία καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει για καθεμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες διαχειριστικές περιόδους το ποσό των 150.000 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 του Ν 2523/1997, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, αναφορικά δε με την αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία γιατί όπως προαναφέρθηκε, ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία υπερχειλούς δόλου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η δε αιτιολόγηση αυτού εμπεριέχεται στην προπαρατεθείσα κύρια αιτιολογία περί της ενοχής με την ειδικότερη αναφορά ότι υπέβαλλε την προαναφερθείσα ανακριβή δήλωση προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του οφειλομένου φόρου εισοδήματος αφού με βάση αυτή [ανακριβή δήλωση] εμφάνισε φορολογητέα εισοδήματα ποσού 41.647,79 ευρώ, ενώ με βάση τα καθαρά εισοδήματα, όπως προέκυπτε από τον προσδιορισμό τους που διενεργήθηκε από την αρμόδια υπάλληλο του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου, κατόπιν της με αριθμ. .....20/3-2-2014 εντολής του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, και σύμφωνα με την υπ' αριθμ 3205/17-10-2014 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [ΔΕΔ] που εκδόθηκε επί της ...64/24-7-2014 ενδικοφανούς προσφυγής του κατηγορουμένου κατά της οριστικής πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2011, ο φόρος εισοδήματος προσδιορίστηκε στο ποσό των 215.711 ευρώ και η εισφορά αλληλεγγύης περιορίστηκε από το ποσό των 53173, 07 ευρώ στο ποσό των 19.603, 40 ευρώ.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με την ανωτέρω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης, η οποία σε περίπτωση αναγνώρισης της οδηγεί σε επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου ως άνω Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του.

Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων κατά την έννοια του στοιχ. β' της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 Π Κ), απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του.

Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 522/2018, ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, ζήτησε, εκτός άλλων "στην όλως αδόκητη περίπτωση που ο κατηγορούμενος ήθελε κριθεί ένοχος, θα πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ κατά το οποίο ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, εφόσον δεν ενήργησε ούτε καν με ενδεχόμενο δόλο, διότι τα ποσά που δεν δήλωσε δεν αποτελούσαν εισοδήματα και ο κατηγορούμενος είναι συνεπής σ' όλες του τις φορολογικές υποχρεώσεις".

Ο ισχυρισμός αυτός χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, ήταν παντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.

Παρόλα αυτά με επαρκή αιτιολογία απέρριψε αυτόν ως αόριστο...διότι δεν επικαλέστηκε τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετήθηκαν τη νομική του υπόσταση''. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης κύριοι ή πρόσθετοι, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2018 αριθμ. πρωτ. 7053/2-7-2018) αίτηση του Δ. Κ. του Γεωργίου, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 793/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καθώς και τους από 13-9-18 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ