2083/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2083/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 19-1-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ναυσικάς Φράγκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου ως προς τα μέρη του, πρώτο και δεύτερο και την απόρριψη των λοιπών λόγων, δηλ. του πρώτου λόγου ως προς το τρίτο μέρος του και των, δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2083 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2083/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Αποστολίδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...) ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, 2) Θ. Κ. του Κ. και 3) Κ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 19-1-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ναυσικάς Φράγκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου ως προς τα μέρη του, πρώτο και δεύτερο και την απόρριψη των λοιπών λόγων, δηλ. του πρώτου λόγου ως προς το τρίτο μέρος του και των, δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.
β’ του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή διά του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει η κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ’ αυτήν (ΑΠ 314/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 30-12-2015 αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.) υπ’ αριθ. 373/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε κατ’ ουσίαν τις συνεκδικασθείσες δύο εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία αφού εξαφάνισε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, απέρριψε την από 7-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Η συζήτηση της υποθέσεως προσδιορίστηκε αρχικά κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. για τη δικάσιμο της 27 Ιανουαρίου 2017 και όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ... /21-11-2016 και ... /21-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης Θ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβή αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχική δικάσιμο της 27 Ιανουαρίου 2017 επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Θ.
και Κ. Κ., με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ά. Α. (βλ. το υπ’ αριθ. .../10-10-2017 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Π. Π.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου της αρχικής δικασίμου, οι πιο πάνω δύο αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι.
Σ. και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-10-2017). Κατά την εν λόγω μετ’ αναβολή δικάσιμο, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Και ναι μεν από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος Ι. Σ., που παρέστη για λογαριασμό των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων κατά την αρχική δικάσιμο, είχε διοριστεί πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατά το άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφ’ όσον όμως οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα για την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευσή τους για την ίδια δικάσιμο, πρέπει να θεωρηθούν οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι σαν να ήταν παρόντες κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 373/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος (οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρα) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η σχηματισθείσα εν σχέσει με το ένδικο ατύχημα ποινική δικογραφία, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια κατ’ άρθρο 395 του Κ.Πολ.Δ., η με αριθ. 787/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, τα οποία νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι εκτιμώμενα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη ανεξαρτήτως αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου, μερικών μάλιστα των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, χωρίς το δικαστήριο να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους, τις φωτογραφίες που προσκομίζονται, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, από την από 12/9/2005 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Γ.
Τ., που συνέταξε με εντολή του ενάγοντος, την οποία προσκόμισε ο τελευταίος και που εκτιμάται ελεύθερα σύμφωνα με το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 3/6/2005 και περί ώρα 21.10’ μ.μ.
ο ενάγων, οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 45-50 χιλ την ώρα, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς Νυμφαία. Στο 1ο χιλιόμετρο της ως άνω οδού, το εξ ασφάλτου οδόστρωμα έχει πλάτος 5,50 μέτρων και δύο ρεύματα κυκλοφορίας, ένα προς Νυμφαία και ένα προς Κομοτηνή, πλάτους 2,25 μέτρων έκαστο, διαχωριζόμενα με διακεκομμένη συνεχή κατά μήκος διαγράμμιση.
Προ της ως άνω μοτοσικλέτας εκινείτο ομορρόπως, ήτοι με κατεύθυνση προς Νυμφαία, το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Ι. - Ε. Π.. Αντιθέτως προς τα ανωτέρω οχήματα, ήτοι με κατεύθυνση προς Κομοτηνή, εκινείτο το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ασφαλισμένο για ζημίες έναντι τρίτων στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ήδη το Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων, με ταχύτητα ομοίως περί τα 45-50 χιλ/ώρα.
Στην ως άνω χιλιομετρική θέση (στο ύψος του Υδραγωγείου), όπου η οδός είναι ανηφορική για το ρεύμα πορείας προς Νυμφαία και κατηφορική για τους κινούμενους στο ρεύμα πορείας προς Κομοτηνή, το οδόστρωμα παρουσιάζει ελαφρά καμπυλότητα προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου, ενώ στα άκρα του οδοστρώματος εκτελούνταν δημόσια έργα, γεγονός που καθιστούσε απαγορευτική οιαδήποτε προσπέραση δεδομένου ότι το οδόστρωμα ήταν επαρκές μόνον για την κίνηση δύο, αντιθέτως βαινόντων, αυτοκινήτων (βλ.
τόσο την προανακριτική κατάθεση όσο και την κατάθεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης του αυτόπτη μάρτυρα Ι. - Ε. Π.: "...Πολύ δύσκολα να περνούσε ανάμεσά μας. Επαρκές είναι για δύο αυτοκίνητα. Όχι να μπει ανάμεσά μας. Ήταν στη λωρίδα του ο καθένας μας. Δεν έχει άκρο δεξιό, ο δρόμος...". Ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητό του, συναντήθηκε με το αντιθέτως κινούμενο ως άνω, υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι. - Ε. Π., χωρίς τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουσθούν, επειδή ακριβώς έκαστο έβαινε στο ρεύμα πορείας του. Τη στιγμή της (κατ’ αντίθετη πορεία) συναντήσεως των ως άνω αυτοκινήτων, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος εξ αρχής δεν εκινείτο στο δεξιό του ρεύματος πορείας του, αλλά πλησίον του άξονος του οδοστρώματος, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι. - Ε. Π. και, πραγματοποιώντας τον ελιγμό αυτό, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι σ’ αυτό που εκινείτο το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ο οποίος, πέραν του ότι αιφνιδιάστηκε, δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αφενός λόγω της μικρής αποστάσεως που τον χώριζε με την αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα, αφετέρου λόγω των έργων που εκτελούντο στο άκρο του οδοστρώματος.
Συνεπεία της παράνομης εισόδου της μοτοσικλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επήλθε πλάγια σύγκρουση των δύο ως άνω οχημάτων. Συγκεκριμένα, συγκρούσθηκε το αριστερό πλάγιο μέρος της μοτοσικλέτας με το αριστερό πλάγιο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκε σοβαρά ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος υπέστη βαρύ ανοικτό (συντριπτικό) κάταγμα κάτω 1/3 κνήμης (Αρ) με διατομή αγγείων και νεύρων, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό κνήμης στο κάτω τριτημόριο (Αρ).
Η κρίση αυτή, περί της εισόδου δηλαδή της μοτοσικλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επιβεβαιώνεται, τόσο από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο επί τόπου μεταβάς μετά πεντάλεπτο περίπου Αρχιφύλακας Ε. Δ., καθόσον ο ανωτέρω το πιθανό σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων το εντοπίζει στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγόμενου, όσο και από το ότι, η σύγκρουση ακολούθησε αμέσως μετά την (κατ’ αντίθετη πορεία) συνάντηση των ως άνω αυτοκινήτων, τα οποία όπως προαναφέρθηκε δεν συγκρούσθηκαν, διότι έκαστο έβαινε στο ρεύμα πορείας του (βλ.
και την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ι. - Ε. Π. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης: "...Είδα το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (Θ. Κ.), το οποίο και με πέρασε. Δεν είδα να οδηγεί επικίνδυνα. Όταν πέρασε μετά άκουσα ένα θόρυβο, ένα γδούπο και με προσπέρασε από τα αριστερά μου στο αντίθετο ρεύμα (εννοεί τη μοτοσικλέτα)...").
Η κρίση αυτή, εξάλλου, δεν αναιρείται από τα ευρήματα, που αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα (πλαστικά εξαρτήματα, κομμάτια σάρκας και κηλίδες αίματος) ως ευρεθέντα στο ρεύμα της μοτοσικλέτας, διότι, μετά τη σύγκρουση, ο οδηγός της, αν και σοβαρά τραυματισμένος, την επανέφερε στο ρεύμα πορείας του μέχρι που την ακινητοποίησε στην είσοδο του στρατοπέδου.
Σημειώνεται ότι τα "πλαστικά εξαρτήματα" που απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ως ευρεθέντα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, εντοπίζονται στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και ένα εξ αυτών στο έρεισμα, όπου προφανώς δεν εκινείτο η μοτοσικλέτα και επομένως "πετάχτηκαν" εκεί κατά την επανείσοδό της στο ρεύμα πορείας της.
Άλλωστε όμοια ευρήματα (θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, κομμάτι σάρκας) βρέθηκαν και στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου. Βάσει των ανωτέρω περιστατικών το δικαστήριο κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος, Α. Μ., οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος κινούμενος επί της επαρχιακής οδού ...
με κατεύθυνση προς Νυμφαία, χωρίς να καταβάλει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επιχειρώντας προσπέραση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων.
Στοιχεία βάσει των οποίων να θεμελιώνεται συντρέχον πταίσμα του οδηγού του ΙΧΕ Θ. Κ. στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός κινούνταν σύννομα στο ρεύμα πορείας του, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα πενήντα χιλιόμετρα την ώρα, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει τη σύγκρουση οσηδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε, λόγω της ξαφνικής, απρόβλεπτης και από ελάχιστη απόσταση παρεμβολής της μοτοσικλέτας στην πορεία του αυτοκινήτου του και λόγω του ότι δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά εξαιτίας των έργων που εκτελούνταν στο άκρο του οδοστρώματος.
Με τα δεδομένα αυτά, η από 7-4-2008 αγωγή του ενάγοντος έπρεπε να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε συνυπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο Κ. κατά ποσοστό 70% και έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εναγόμενοι με το σχετικό λόγο των ενδίκων εφέσεών τους και επομένως πρέπει αυτός να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά ένα μέρος, αφού κρίθηκε ο ίδιος συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά 30%, ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός Θ.
Κ. συνυπαίτιος κατά ποσοστό 70%, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και άρθρο 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι κατά τον ένδικο χρόνο που συνέβη η προαναφερθείσα σύγκρουση, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσείων-ενάγων εκινείτο στο αντίθετο προς την πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά ο οδηγός του ΙΧΕ δεύτερος αναιρεσίβλητος Θ.
Κ., πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος-ενάγοντος οδηγού και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού του για αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως, συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεύτερου αναιρεσίβλητου - εναγομένου Θ. Κ. και την παραδοχή του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων εναγομένων για αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος οδηγού Α.
Μ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο αναιρεσείων συνυπαίτιος κατά 30% του ένδικου τραυματισμού του και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συνυπαίτιος κατά ποσοστό 70% και τελικά έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον αναιρεσείοντα οδηγό ενάγοντα, γιατί εισήλθε ανεπιτρέπτως επιχειρώντας υπέρβαση προπορευομένου οχήματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο κανονικά το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος και αναιρεσείοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με οποιαδήποτε ανύπαρκτη συνυπαιτιότητα του εμπλακέντος στη σύγκρουση δευτέρου αναιρεσίβλητου οδηγού.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφ’ όσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής δηλαδή υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος-ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, που εκινείτο ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά το ΙΧΕ αυτοκίνητο και όπου συνέβη και η ένδικη σύγκρουση, αφού τα γενόμενα δεκτά βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι α) το ΙΧΕ αυτοκίνητο είναι εκείνο που εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας στο οποίο εκινείτο κανονικά η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσείων - ενάγων, β) εάν η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσείων είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα τότε θα έπρεπε να συγκρουσθεί μετωπικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο και θα ανατρεπόταν, ενώ ο ίδιος θα είχε εκτιναχθεί, γ) μετά την ένδικη σύγκρουση η μοτοσικλέτα συνέχισε την πορεία της σε ευθεία γραμμή περίπου 167 μέτρων, δ) πριν την ένδικη σύγκρουση δεν είχε μεσολαβήσει αμέσως η προσπέραση από τη μοτοσικλέτα άλλου αυτοκινήτου που προπορευόταν, αλλά η προσπέραση είχε γίνει πολύ πιο πίσω, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, όπου παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος - οδηγού της μοτοσικλέτας. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε πατά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του κρίνεται αβάσιμος.
IV. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συντρέχοντος πταίσματος (συνυπαιτιότητας) του δευτέρου αναιρεσιβλήτου οδηγού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και απέρριψε κατ’ ουσίαν ως αβάσιμη την προβληθείσα αντένσταση διαλαμβάνοντας τα εξής: "Στοιχεία βάσει των οποίων να θεμελιώνεται συντρέχον πταίσμα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Θ.
Κ. στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός κινούνταν σύννομα στο ρεύμα πορείας του, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που δεν ξεπερνάει τα πενήντα χιλιόμετρα την ώρα δεν μπορούσε όμως να αποφύγει τη σύγκρουση οσηδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, λόγω της ξαφνικής, απρόβλεπτης και από ελάχιστη απόσταση παρεμβολής της μοτοσικλέτας στην πορεία του αυτοκινήτου και λόγω του ότι δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά εξ αιτίας των έργων που εκτελούνταν στο άκρο του οδοστρώματος.
Με τα δεδομένα αυτά η από 7-4-2008 αγωγή του ενάγοντος έπρεπε να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη". Περαιτέρω, με τις ίδιες πιο πάνω αιτιολογίες της μείζονος σκέψης της παρούσης παραγράφου, αλλά και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο σκέλος του επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και έχει σχέση με την μη λήψη υπόψη, από την προσβαλλόμενη, του ισχυρισμού κατά την έννοια του αριθμού 8 του αναιρεσείοντος, ότι με την υπ’ αριθ. 787/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγός Θ. Κ. κρίθηκε κατά πλειοψηφία ένοχος του τραυματισμού του και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση και στα εκτιμώμενα αποδεικτικά στοιχεία, γίνεται ρητή μνεία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, μνημόνευσε ρητά, αλλά και συνεκτίμησε την προαναφερθείσα ποινική απόφαση ελευθέρως, με την έννοια του δικαστικού τεκμηρίου, στη συνέχεια δε και με βάση τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές του, την αντέκρουσε εκ του πράγματος, με την παραδοχή αντίθετων περιστατικών με εκείνων που δέχθηκε η πιο πάνω εφετειακή ποινική απόφαση, δεχόμενο ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων-ενάγων είναι εκείνος ο οποίος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη μονή συνεχόμενη γραμμή, που χώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, και όχι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όπως δέχθηκε η ως άνω ποινική απόφαση.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ. και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ’ έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του και να απορρίψει τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσίβλητου από το γεγονός ότι η ένδικη σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας που εκινείτο κανονικά η μοτοσικλέτα του (αναιρεσείοντος) στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το από 3-6-2005 σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Κομοτηνής.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω σχεδιαγράμματος αλλοιώνοντας τα δεδομένα που βεβαιώνονται σ’ αυτό και δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων, αν και σοβαρά τραυματισμένος, επανέφερε τη μοτοσικλέτα στο ρεύμα πορείας της, όπου και οι ευρεθείσες κηλίδες αίματός του και ότι τα πλαστικά εξαρτήματα που βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας πετάχτηκαν στο σημείο εκείνο κατά την επανείσοδό της στο ρεύμα πορείας της εφόσον άλλωστε όμοια ευρήματα, αλλά και κομμάτι σάρκας βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου εναγομένου οδηγού.
Υπ’ αυτά όμως τα δεδομένα, και καθ’ όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από την συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων και επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος εκ των αναιρεσιβλήτων πρώτου νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 373/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ), την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατάθεσε.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ