Supreme Court remands labor contract case regarding indefinite vs fixed-term employment duration classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeals' dismissal of a labor dispute involving the State. The appellant argued that successive fixed-term contracts should be deemed an indefinite-term contract due to permanent needs, citing specific articles of the Labor Code and Constitution. The court found the lower court erred in applying the law because the contracts were concluded before the relevant directives and constitutional provisions took effect, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920; Article 103, paragraph 8 of the Constitution; Council Directive 1999/70/EC; Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts may be characterized as an indefinite-term contract if they cover permanent needs and were concluded under the legal regime that allowed such characterization, even if the law later prohibited new indefinite contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2083 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2083/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Ασημακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους 1) Υπουργό Οικονομικών, 2) Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1572/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/3/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύσει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10/7/1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10/7/2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων ,συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα).
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με το άρθρο 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από την εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχολήσεως από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πριν από την έναρξη ισχύος, α) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18/4/2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 64/2004, που άρχισε να ισχύει από 19/7/2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι οι συμβάσεις αυτές (έργου ή εργασίας) είχαν ήδη προσλάβει, κατά τον χρόνο που, εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 199/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (19/7/2004), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως αναφέρεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ...".
Η πρόβλεψη, εξ άλλου ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στο δικαστήριο, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, αν η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (με την έννοια που προεκτέθηκε), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που προβλέπουν την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/1994, (ΦΕΚ 115 Α') και 55/1998 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997.
Στην προκείμενη περίπτωση επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία εξέθετε, ότι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως κατ' επίφαση αυτές επιγράφονταν, που κατάρτισε εγγράφως με το εναγόμενο από τις 29/6/1998 έως και την άσκηση της αγωγής (22/10/2007) προσλήφθηκε από το τελευταίο για να απασχοληθεί ως φύλακας αρχαιοτήτων, καλύπτοντας με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι από την αρχή της πρόσληψής της προσφέρει τις ως άνω υπηρεσίες της στο εναγόμενο μέχρι την άσκηση της αγωγής, με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στην ουσία όμως με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε συμβάσεις ορισμένου χρόνου έγιναν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112 1920 και των άρθρων 648 και 671 ΑΚ, και με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις 29/6/1998 κι' εντεύθεν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως φύλακα αρχαιοτήτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι επικαλούμενες από την ενάγουσα διαδοχικές ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που αποτελούν ... συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του Υπουργείου Πολιτισμού κατά το διάστημα από 29/6/1998 έως και της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (22/10/2007), υπό το κράτος της ισχύος κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (8/1/2010) κανόνων δικαίου, ήτοι των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες, αφού στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (που αποτελεί τη βάση της αγωγής), καθόσον καταρτίσθηκαν και ήσαν ενεργείς υπό την ισχύ των διατάξεων του ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος που τις διέπουν, αφού αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου κατά το μεσοδιάστημα από 10/7/2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της στην Ελλάδα), μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 στις 19/7/2004, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η ενάγουσα εργάστηκε με ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 23/5/2002 έως 30/11/2002 από 18/6/2003 έως 30/11/2004 και συνεπώς δεν συντρέχουν οι τιθέμενες με αυτό προϋποθέσεις (άρθρο 11 Π.Δ. 174/2004) για τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αόριστης διάρκειας συμβάσεων, αλλά ούτε και μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω προεδρικού διατάγματος. ...".
Ως εκ τούτου, καταλήγει το Εφετείο, η κρινόμενη αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέτασε την αγωγή την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε στην ένδικη υπόθεση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 671 ΑΚ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες καθόσον ,οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο καταρτίσθηκαν από τις 29/6/1998 κι' εντεύθεν, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10/7/2001) των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18/4/2001) και του π.δ. 164/2004 (19/7/2004) και είχαν προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των Συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεως τέτοιων συμβάσεων (αορίστου χρόνου), τον οποίο και διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στις 29/6/1998, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι και την άσκηση της αγωγής και κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1572/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ