Legislator Case Law & Legislation
2083/2007 AI generated

2083/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2083/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7980/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1425/2003 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και η 1/2006 απόφασή του (εν Ολομελεία) η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5146/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2083/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και εργάσθηκε έκτοτε σ' αυτή, όντας επικουρικώς ασφαλισμένος μέχρι την 7-9-1997, όταν απεχώρησε οικειοθελώς, μετά συμπλήρωση συνολικής υπηρεσίας 29 ετών στην αναιρεσείουσα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να του καταβάλει για διαφορά αποζημιώσεως από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 το ποσό των 10.166.329 δραχμών, δεδομένου ότι η δικαιούμενη απ' αυτόν εν λόγω αποζημίωση δεν υπέκειτο στον από τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 του αν.

Keywords

AI generated
late objection to debt enforcement suspension of unemployment benefits transposition deficit temporary layoff prohibition on accepting foreign pensions banking policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2083 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2083/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7980/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1425/2003 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και η 1/2006 απόφασή του (εν Ολομελεία) η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5146/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 5/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νομικό ζήτημα θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόψη υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη από 29-2-2000 αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσελήφθη την 1-9-1970 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

και εργάσθηκε έκτοτε σ' αυτή, όντας επικουρικώς ασφαλισμένος μέχρι την 7-9-1997, όταν απεχώρησε οικειοθελώς, μετά συμπλήρωση συνολικής υπηρεσίας 29 ετών στην αναιρεσείουσα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να του καταβάλει για διαφορά αποζημιώσεως από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 το ποσό των 10.166.329 δραχμών, δεδομένου ότι η δικαιούμενη απ' αυτόν εν λόγω αποζημίωση δεν υπέκειτο στον από τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 του αν.

ν. 173/1967, 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970 και 33 του ν. 1876/1990 περιορισμό του ανωτάτου ορίου του 1.500.000 δραχμών. Με την 1082/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή απερρίφθη κατ' ουσίαν, διότι κρίθηκε ότι, λόγω του χαρακτήρα της αναιρεσείουσας ως Τράπεζας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ισχύει για την αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου ο ως άνω περιορισμός του ανωτάτου ορίου του 1.500.000 δραχμών, ποσό το οποίο του είχε καταβάλει η αναιρεσείουσα ως αποζημίωση κατά την παραίτησή του.

Η απόφαση αυτή, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, επικυρώθηκε με την 7980/2002 απόφαση το Εφετείο Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 16-9-2003 αίτηση αναιρέσεως. Η ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποία παραπέμφθηκαν οι σχετικοί λόγοι με την 1425/2004 απόφαση του Β2 τμήματός του, με την 1/2006 απόφασή της δέχθηκε την αίτηση αυτή και αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου (7980/2002) για τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο, δεχθείσα ότι η (τότε) αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δεν περιλαμβάνεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, και επομένως ο (τότε) αναιρεσείων υπάλληλός της, που αποχώρησε από την υπηρεσία της την 7-9-1999, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ.

α του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του αν. ν. 173/1967 και 1 παρ. 2 του ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, περί θεσπίσεως ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως ύψους 1.500.000 δραχμών, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Τελικά, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω 1/2006 απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν ως προς τα ανωτέρω νομικά ζητήματα, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναγνώρισε ότι οφείλεται στον τελευταίο αυτόν η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ.

α του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους ως άνω περιορισμούς του ανωτάτου ορίου του 1.500.000 δραχμών, τη διαφορά της οποίας (μετ' αφαίρεση της καταβληθείσας αποζημιώσεως του 1.500.000 δραχμών) προσδιόρισε τελικά στο ποσό των 28.462 ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπόψη (νέας) αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης Τράπεζας, με τους οποίους η τελευταία αυτή, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι, κατά παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων ουσιαστικών δικαίου καθώς και εκείνων των άρθρων 202, 669 ΑΚ και 45, 56 και 71 του Καταστατικού της, δέχθηκε πως αυτή (αναιρεσείουσα Τράπεζα) δεν περιλαμβάνεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και πώς ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ.

α του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς περί ανωτάτου ορίου του 1.500.000 δραχμών των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του αν. ν. 173/1967 και 1 παρ. 2 του ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο, όπως άλλωστε και το Δικαστήριο τούτο, δεσμεύεται και δεν δύναται να αποστεί από την ως άνω 1/2006 αναιρετική απόφαση της ολομελείας του Αρείου Πάγου ως προς τα επιλυθέντα μ' αυτή, ουσιαστική φύσεως, ως άνω νομικά ζητήματα.

Κατά το άρθρο 8 εδαφ. α του ν. 3198/1995 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοιαν της παραγράφου 1 του άρθρ. 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του β.δ.

της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρ. 5 του παρόντος". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφιο β του εν λόγω άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ορίζεται ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου.

Δια την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένην, εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, και του Β.

Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν. 2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθεντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ως μηχανολόγος ηλεκτρολόγος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στις 1.9.1970 και στις 29.12.1971 διορίστηκε μετά από απόφαση της διοικήσεως της αναιρεσείουσας οριστικά στην τεχνική υπηρεσία της Τράπεζας με βαθμό και μισθό Μηχανικού-Προϊσταμένου, σύμφωνα με τον οργανισμό της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό της Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των Υπαλλήλων, με προσμέτρηση στον βαθμό στον οποίο διοριζόταν χρόνου τριών ετών υπολογιζόμενου για την βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη.

Ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε σε διάφορες θέσεις στην Τράπεζα, εξελιχθείς στους επόμενους βαθμούς μέχρι του βαθμού του εντεταλμένου τμηματάρχη μηχανικού. Ο αναιρεσίβλητος, που είχε γεννηθεί στις 25/9/1939, απεχώρησε από την εργασία του στις 7.9.1999 πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας (60ου έτους), που προβλεπόταν όσον αφορά τους εντεταλμένους Τμηματάρχες - Προϊστάμενους από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, στον οποίο είχε προσχωρήσει ο αναιρεσίβλητος κατά την οριστική πρόσληψη του.

Η αποχώρηση αυτή του αναιρεσιβλήτου έγινε μετά τη συμπλήρωση, κατά τα ανωτέρω, πραγματικής υπηρεσίας 29 ετών και 6 ημερών από της αρχικής τοποθετήσεως του στην Τράπεζα και κατόπιν υποβολής εκ μέρους του εγγράφως της παραιτήσεως του από την υπηρεσία της Τράπεζας από 7.9.1999. Η από 30.8.1999 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία υπέβαλε την παραίτηση του από τις 7.9.1999 έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ....

πράξη του Διοικητή, το αρμόδιο δηλαδή όργανο της Τράπεζας, συμφωνά με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από της υποβολής της δηλώσεως παραιτήσεως και διεγράφη αυτός από τη δύναμη του προσωπικού της Τράπεζας από 7.9.1999, αφού διεπιστώθηκε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για αναβολή αποδοχής της παραιτήσεως του, ούτε εκκρεμούσε σε βάρος του πειθαρχική δίκη.

Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τον άνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού.

Υπήρχε συνεπώς διαλυτική αίρεση στην άνω σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά τα άρθρα 669 και 202 Α. Κ., η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεως που υπεβλήθη από αυτόν, και έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του αναιρεσείουσας, που αποδέχτηκε την παραίτηση του από τότε που ζητούσε ο αναιρεσείων να ισχύσει αυτή, με συνέπεια να δικαιούται ο ενάγων την προβλεπομένη από το άρθρο 8 εδαφ.

α του ν. 3198/1955 αποζημίωση. Οι μικτές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτηση του μήνα ανέρχονταν κατά την προσκομιζόμενη ανάλυση μισθοδοσίας του μηνός Αυγούστου 1999 σε δραχμές 989.064, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτές και του ποσού των δραχμών 6.000 που ελάμβανε ανά μήνα για έξοδα κινήσεως.

Από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών της Διευθύνσεως Εθνικού Λογιστηρίου της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την παραίτηση του οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 999.718 δραχμών, δηλαδή μεγαλύτερο από το αναφερόμενο στην μηχανογραφημένη ανάλυση μισθοδοσίας του για τον μήνα Αύγουστο 1999, αλλά δεν περιλαμβάνει το ποσό των εξόδων κινήσεως.

Ο αναιρεσίβλητος μόνον από την υπηρεσία ως υπάλληλος στην αναιρεσείουσα και ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος δεν εδικαιούτο πλήρους συντάξεως κατά το χρόνο που παραιτήθηκε αλλά με συνυπολογισμό προηγούμενης στον ιδιωτικό τομέα εργασίας του ως ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, θεωρήθηκε, όταν έγινε η απονομή σ' αυτόν συντάξεως από το Ταμείο συντάξεων Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος ότι είχε συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο 36 ετών, 11 μηνών και 29 ημερών για να δικαιούται κατ' άρθρο 8 εδαφ.

β ν. 3198/55 το 40% της αποζημιώσεως την οποία θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως του από την αναιρεσείουσα. Δεδομένου δε ότι κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του είχε ούτος συμπληρώσει συνολική υπηρεσία 29 ετών στην αναιρεσείουσα και η αποζημίωση του σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως του ανήρχετο σε 24 μηνιαίους μισθούς, πλέον προσαυξήσεως κατά 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, ή αποζημίωση την οποία εδικαιούτο να λάβει ούτος ανήρχετο στο ποσό των (999,.718 Χ 24 μήνες = 23.913.232 + 3.998.872 δι' αναλογία δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας = 27.992.104 Χ 40%) 11.196.841 δραχμών.

Το ποσό αυτό, που αποτελούσε την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ. α του Ν. 3198/1955 και 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση, ο αναιρεσίβλητος υπάλληλος της Τράπεζας Ελλάδος, που απεχώρησε από την υπηρεσία της στις 7-9-1999 οικειοθελώς λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως και ήταν επικουρικώς ησφαλισμένος εδικαιούτο να λάβει χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ.1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, αφού η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Αντί όμως του ποσού τούτου η αναιρεσείουσα μετά από απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου, που λήφθηκε στις 17-12-1999, δέχθηκε και κατέβαλε σ' αυτόν την αποζημίωση του άρθρου 8 εδαφ. α του Ν. 3198/1955, περιορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990, δηλαδή το ποσό του 1.500.000 δραχμών. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας ως άνω αποζημιώσεως προκύπτουσα διαφορά ανερχομένη στο συνολικό ποσό των (11.196.841 - 1.500.000) 9.696.841 δραχμών, ή των 28.462 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναγνώρισε ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο για διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αποζημιώσεως του 1.500.000 δραχμών και της δικαιούμενης απ' αυτόν αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 το ως άνω ποσό των 28.462 ευρώ.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σ' όλα τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ απορρέων τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ περί αναιρέσεως της 5146/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ