Supreme Court dismisses appeal against labor court decision due to vague grounds and lack of unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hospital's appeal against a labor court judgment regarding excessive diagnostic fees. The court found the appeal inadmissible because it failed to specify material facts about the number of procedures performed and did not properly allege unjust enrichment. Consequently, the appeal was rejected, and the hospital was ordered to pay the plaintiffs' legal costs and refund a security deposit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal must contain specific material facts and a clear legal basis for the alleged violation, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2082 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2082/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-10-2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2.Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 4.Φ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 5.Μ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 6.Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 7.Λ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., 8.Χ. Τ. του Η., κατοίκου ... και 9.Σ. Χ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Καζάκο, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22159/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 680/2012 μη οριστική και 386/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1126/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 735/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 24-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-5-2021 και με αριθ. κατ. 1465/128/25-5- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 735/19-4-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την προηγηθείσα αναίρεση της με αριθ. 386/16-2-2018 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, με τη με αριθ. 1126/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί των αντιθέτων εφέσεων και πρόσθετου λόγου έφεσης, που ασκήθηκαν από τους διαδίκους κατά της με αριθ. 22159/13-7-2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 20-12-2007 και με αριθ.
κατ. 59426/31-12-2007 αγωγής των αρχικά δέκα (10) εναγόντων, ήδη εννέα (9) αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, με την εν λόγω αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί ακτινολόγοι και ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από Ιούνιο 2005 έως Δεκέμβριο 2006 υπηρετούσαν στο εναγόμενο Νοσοκομείο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διαρκώς ανανεούμενες.
Ότι στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 9 ν. 2889/2001 και της συναφούς, σε εκτέλεση αυτού, εκδοθείσας με αριθ. Υ4α/Γ.Π/οικ. 40620/6-12-2001 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, συμφώνησαν με το εναγόμενο την παροχή της εργασίας τους, πλέον του τακτικού τους ωραρίου και κατά το απογευματινό ωράριο λειτουργίας των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου, υπό τους καθοριζόμενους στα, ως άνω, νομοθετήματα ειδικότερους όρους απασχόλησης και αμοιβής.
Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, με τις με αριθ. 183/26-5-2005, 189/30-6-2005 και 211/27-4-2006 αποφάσεις του, κατά παράβαση των, ως άνω νομοθετημάτων, επέβαλε ανώτατο όριο ως προς το ύψος της αμοιβής που εδικαιούντο, ως ιατροί απογευματινών ιατρείων, ενώ το ίδιο συνέχιζε να εισπράττει από τους ασθενείς ή τα ασφαλιστικά τους ταμεία το προβλεπόμενο αντίτιμο των ιατρικών εξετάσεων, που πραγματοποιούσαν οι ενάγοντες, μέρος του οποίου αποτελούσε και η δική τους αμοιβή.
Ότι σε εκτέλεση των, ως άνω, παρανόμων και εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του, το εναγόμενο κατέβαλε, σε καθένα από αυτούς, για τις ιατρικές εξετάσεις, που πραγματοποίησαν σε ασθενείς κατά παραπάνω το χρονικό διάστημα τα αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά, τα οποία υπολείπονται της αμοιβής που δικαιούνται.
Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι παρανόμως επιβλήθηκε από το εναγόμενο ανώτερο όριο στο ύψος της αμοιβής τους, για την εργασία που παρείχαν κατά το απογευματινό ωράριο, καθώς και (μετά από παραδεκτό περιορισμό του αντίστοιχου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για επιπλέον αμοιβή που δικαιούνται για τις ιατρικές εξετάσεις που πραγματοποίησαν, το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Την, ως άνω, αμοιβή ζήτησαν, κατά την κύρια αγωγική βάση, από τη σύμβαση εργασίας, κατά τις επικουρικές δε δύο αγωγικές βάσεις, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επικαλούμενοι δε, επιπλέον οι ενάγοντες παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους από τη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την, ως άνω, με αριθ. 22159/13-7-2009 απόφαση, αφού θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς τη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, έκτη ενάγουσα Τ. Μ. του Ε., μετά την εκ μέρους της παραίτηση από το σχετικό δικόγραφο: α) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς τους λοιπούς εννέα (9) ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους και αναγνώρισε, αφενός μεν ότι παρανόμως επιβλήθηκε ανώτατο όριο στο ύψος της αμοιβής τους από το εναγόμενο, αφετέρου δε ότι το τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως, β) απέρριψε την αγωγή κατά τις επικουρικές βάσεις της, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν: α) το εναγόμενο την από 8-9-2009
και με αριθ. κατ. 4026/6-10-2009 έφεση, καθώς και τον από 21-9-2010 και με αριθ. κατ. 3659/21-9-2010 πρόσθετο λόγο έφεσης, β) οι ενάγοντες την από 27-10-2010 και με αριθ. κατ. 4164/27-10-2010 έφεση.
Επί των, ως άνω, εφέσεων και πρόσθετου λόγου έφεσης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικά η εν μέρει οριστική με αριθ. 680/29-3-2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και ο πρόσθετος λόγος έφεσης, αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 386/16-2-2018 απόφαση του, ως άνω, δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις και ο πρόσθετος λόγος έφεσης απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Κατόπιν άσκησης από το εναγόμενο της από 28-3-2018 αίτησης αναίρεσης, η, ως άνω, απόφαση αναιρέθηκε με τη με αριθ. 1128/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του έκτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 9 ν. 2889/2001 και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εισήχθη η υπόθεση με την από 10-6-2020 κλήση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την, ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 735/19-4-2021 απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, εξαφάνισε τη με αριθ. 22159/13-7-2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν κατά την κύρια βάση της, από τη σύμβαση εργασίας και κατά την πρώτη επικουρική βάση της, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και τη δέχθηκε κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Επομένως πράγματα υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη με το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, επομένως, της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, δηλαδή χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με τη έφεση διατυπώνονται παράπονα για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα στης έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Αν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1026/2019, ΑΠ 1781/2017, ΑΠ 225/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 20-12-2007 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας κατά τα ουσιώδη στοιχεία του προεκτέθηκε, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (πρώτη επικουρική βάση) και κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (δεύτερη επικουρική βάση)..
Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικουρική αγωγική βάση οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι: "εντελώς επικουρικά (για την περίπτωση που τυχόν η σύμβαση εργασίας μας κριθεί άκυρη ή οι ένδικες αξιώσεις μας παράνομες) πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το αντίδικο οφείλει να καταβάλει στον καθένα από εμάς τα παραπάνω ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ειδικότερα, η εργασία μας που παρασχέθηκε ήδη στο αντίδικο νοσοκομείο έχει αποδώσει συγκεκριμένο πλουτισμό στο αντίδικο, ο οποίος έχει ήδη ενσωματωθεί στην περιουσία του...... Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που το αντίδικο αποκόμισε και που οφείλει να μας αποδώσει αντιστοιχεί στα ποσά αμοιβής που θα κατέβαλλε και σε οποιονδήποτε άλλο ιατρό με παρόμοια με μας προσόντα, που θα καλούνταν να παράσχει την ίδια με εμάς εργασία κατά τα απογευματινά ιατρεία του νοσοκομείου.....".
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, ως άνω, με αριθ. 22159/13-7-2009 απόφαση, ερευνώντας και τις τρεις (3) βάσεις της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει, κατά την κύρια βάση αυτής, από τη σύμβαση εργασίας, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και την απέρριψε ως προς αμφότερες τις, ως άνω, επικουρικές βάσεις αυτής, ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής, όπως προεκτέθηκε, άσκησαν το μεν εναγόμενο την από 8-9-2009 έφεση και τον από 21-9-2010 πρόσθετο αυτής λόγο, παραπονούμενο για την εν μέρει αποδοχή της αγωγής κατά την κύρια βάση της, οι δε ενάγοντες την από 27-10-2010 έφεση παραπονούμενο για την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για
την απόρριψη ως μη νομίμων των επικουρικών βάσεων της αγωγής. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο έφεσης, οι ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής τους, την οποία όφειλε να μην εξετάσει, αφού αυτή, όπως αναφέρουν και στο δικόγραφο της έφεσης, ασκήθηκε επικουρικά, ενεργοποιούμενη μόνο αν η σύμβαση που στηρίζει την κύρια βάση κριθεί τυχόν άκυρη, ή οι ένδικες αξιώσεις τους απαγορευμένες, αιτούμενοι να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση ως προς τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 8-9-2009 έφεσης και του από 21-9-2010 πρόσθετου αυτής λόγου του εναγομένου, επανεκτίμησε την υπόθεση και ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής, κατά τη γενόμενη δεκτή πρωτοδίκως κύρια βάση αυτής, την έκρινε μη νόμιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε δίκασε και απέρριψε την αγωγή κατά την εν λόγω κύρια βάση αυτής, β) στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 27-10-2010 έφεσης των εναγόντων, μετά την εξαφάνιση, κατά τα παραπάνω, της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης ερεύνησε την αγωγή κατά την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση αυτής, την οποία δέχθηκε ως νόμιμη κατ' κατ' ουσίαν βάσιμη.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, παραδεκτώς ερεύνησε την απορριφθείσα πρωτοδίκως επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση αυτής στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 27-10-2010 έφεσης των εναγόντων και δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων αυτού (μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 27-10-2010 έφεσης των εναγόντων), αφού οι ενάγοντες, ασκώντας σχετικό δικονομικό δικαίωμα, αλλά και εκπληρώνοντας σχετική δικονομική υποχρέωση, εφόσον επιθυμούσαν να κριθεί η επικουρική αυτή βάση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσέβαλαν τη σχετική απορριπτική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης αυτοτελώς, με τον προεκτεθέντα τρίτο λόγο της από 27-10-2010 έφεσής τους, ισχυριζόμενοι ότι η επικουρική αυτή βάση ενεργοποιείται μόνο αν η σύμβαση που στηρίζει την κύρια βάση κριθεί τυχόν άκυρη ή οι ένδικες αξιώσεις τους απαγορευμένες, επικαλούμενοι έτσι εμμέσως πλην σαφώς ότι ο σχετικός λόγος έφεσης αυτών προβάλλεται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της παραδοχής της από 8-9-2009 έφεσης και του από 21-9-2010 πρόσθετου λόγου έφεσης του αντιδίκου τους νοσοκομείου, επαγομένης την απόρριψη της αγωγής των ως μη νόμιμης κατά την κύρια αυτής βάση, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο πανηγυρικές εκφράσεις.
Επομένως, με το να ερευνήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την, ως άνω, επικουρική βάση της αγωγής έλαβε υπόψη του "πράγματα" προταθέντα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 14 και 9 του ιδίου άρθρου) πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 9 ν. 2889/2001, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3868/2010 (ΦΕΚ Α 129) και εφαρμόζεται ως εκ του επίδικου χρόνου (Ιούνιος 2005 εως Δεκέμβριος 2006), επιτράπηκε στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. μετά το τακτικό ωράριο η λειτουργία απογευματινών ιατρείων και η διενέργεια διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων από τους διευθυντές και επιμελητές ιατρούς, που διενεργούν τακτικό πρωινό ιατρείο τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.
Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 ν. 2889/2001 "Σε απογευματινό ιατρείο μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ιατροί που διενεργούν τακτικό πρωινό ιατρείο τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Οι ιατροί που απασχολούνται σε απογευματινό ιατρείο δεν επιτρέπεται να είναι σε εφημερία και ο αριθμός τους δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του ιατρικού προσωπικού κάθε τμήματος.
Η απασχόληση κάθε ιατρού σε απογευματινό ιατρείο δεν μπορεί ναυπερβαίνει τις δύο (2) ημέρες την εβδομάδα [...]. Ο προγραμματισμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που διενεργούνται μετά το τακτικό ωράριο πραγματοποιείται, με επιμέλεια του Διευθυντή του τομέα, με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται κατά απόλυτη προτεραιότητα η εξυπηρέτηση των αναγκών της εφημερίας, των νοσηλευόμενων ασθενών και των τακτικών πρωινών εξωτερικών ιατρείων [...].
Τα ωράρια απογευματινής απασχόλησης, ο αριθμός των περιστατικών που εξετάζονται ανά ημέρα, καθώς και ο αριθμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων ανά ημέρα καθορίζονται με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διοίκησης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις πρακτικές δυνατότητες του νοσοκομείου.
Ο αριθμός των περιστατικών που εξετάζονται από κάθε ιατρό ανά εβδομάδα, καθώς και ο αριθμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων, που διενεργεί κάθε ιατρός ανά εβδομάδα, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον αριθμό των αντίστοιχων πράξεων, που διενεργούνται από τον ίδιο ιατρό στο τακτικό ωράριο. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πε.ΣΥ.
μπορεί με απόφασή του να καθορίζει γενικότερους όρους λειτουργίας των απογευματινών ιατρείων, που ισχύουν και για τα νοσοκομεία που δεν ανήκουν στο Πε.Σ.Υ. αλλά συνδέονται λειτουργικά με αυτό. (παρ. 2). Η αμοιβή για την επίσκεψη σε απογευματινό ιατρείο καταβάλλεται απευθείας στο νοσοκομείο από τον εξεταζόμενο ασθενή.
Η αμοιβή για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές πράξεις, που διενεργούνται κατά την απογευματινή λειτουργία του νοσοκομείου, καταβάλλονται στο νοσοκομείο με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά ρυθμίσεις και τιμολόγιο, είτε από τον ασθενή είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα. Αν ο ασθενής δεν είναι ασφαλισμένος, καταβάλλει στο νοσοκομείο αμοιβή για τις πράξεις αυτές με βάση το ισχύον κάθε φορά τιμολόγιο.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας καθορίζεται το ύψος της αμοιβής, που καταβάλλεται για την επίσκεψη σε απογευματινό ιατρείο, καθώς και το ποσοστό που παρακρατείται από το νοσοκομείο και το ποσοστό που κατανέμεται στους ιατρούς και το λοιπό προσωπικό που απασχολείται στην απογευματινή λειτουργία των ιατρείων, χειρουργείων και εργαστηρίων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα [...] (παρ. 3)".
Ενόψει των παραπάνω, με το άρθρο 9 ν. 2889/2001, χορηγείται στο Διοικητικό Συμβούλιο των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. η εξουσιοδότηση για τον καθορισμό του αριθμού των πραγματοποιουμένων κατά τη λειτουργία των απογευματινών ιατρείων διαγνωστικών πράξεων, με την οποία έμμεσα μπορεί να αυξομειώνεται η αμοιβή των ιατρών.
Η, ως άνω, διάταξη επεκτάθηκε και στο Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ κατόπιν τροποποίησης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του (άρθρο 15 παρ. 9 της Υ4α/18357/9-4-2003 ΚΥΑ Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, ΦΕΚ 439/β/11-4-2003). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την, ως άνω, διάταξη είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη (ΟλΑΠ 4/2021). Στερείται δε νόμιμης αιτίας και, επομένως, είναι αδικαιολόγητος, ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος, ή κατ' εξαίρεση από τη βούληση του νομοθέτη συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή από το γενικότερο πνεύμα του νόμου (ΟλΑΠ 6/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας επιπλέον ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Στην αίτηση αναίρεσης εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες το εναγόμενο-αναιρεσείον κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων χωρίς νόμιμη αιτία, κατά το ποσό της αμοιβής που εδικαιούντο για διαγνωστικές πράξεις που πραγματοποίησαν σε ασθενείς κατά τη λειτουργία των απογευματινών ιατρείων κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2005 έως Δεκέμβριο 2006, πέραν του μέγιστου αριθμού που οριοθετείται με τις με αριθ. 183/26-5-2005, 189/30-6-2005 και 211/27-4-2006 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου-αναιρεσείοντος και εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 9 ν. 2889/2001 και την οποία (αμοιβή) το τελευταίο εισέπραξε από τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς ή τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες αυτών, ή από τους ίδιους τους ασθενείς, αρνούμενο να την αποδώσει στους ενάγοντες.
Δεν διαλαμβάνονται όμως στην αίτηση αναίρεσης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το περιεχόμενο των προαναφερομένων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου-αναιρεσείοντος, με τις οποίες καθορίζεται, μεταξύ άλλων, με βάση την παρεχόμενη με το άρθρο 9 ν.2889/2001 εξουσιοδότηση, ο μέγιστος αριθμός των διαγνωστικών πράξεων που πρέπει να πραγματοποιούνται κατά τη λειτουργία των απογευματινών ιατρείων, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το περιεχόμενο της αναφερομένης σ' αυτήν, εκδοθείσας, με βάση την παραπάνω εξουσιοδότηση, με αριθ. 106/29-1-2002 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου-αναιρεσείοντος, με την οποία καθορίζεται το ωράριο και ο τρόπος λειτουργίας των απογευματινών ιατρείων και η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εξακολουθούσε να ισχύει ως προς τον προγραμματισμό των περιστατικών και τον αριθμό των εξεταζομένων ασθενών, κατά τα οριζόμενα στη με αριθ. 183/26-5-2005 απόφαση.
Οι, ως άνω, ελλείπουσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κρίσιμες καθόσον αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, το ζήτημα της έλλειψης νόμιμης αιτίας πλουτισμού του εναγομένου-αναιρεσείοντος, στην οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού του τελευταίου σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, συνισταμένου στην αμοιβή που εδικαιούντο για τις διαγνωστικές πράξεις που διενήργησαν καθ' υπέρβαση του μέγιστου αριθμού πράξεων, που οριοθετείται με τις προαναφερόμενες αποφάσεις και εκτός της παρεχόμενης με τη διάταξη του άρθρου 9 ν. 2889/2001 νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ επίσης δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης οϊ ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον αριθμό των επίμαχων διαγνωστικών των πράξεων που πραγματοποίησαν οι ενάγογτες-αναιρεσίβλητοι, για τις οποίες τους επιδικάσθηκε η αντίστοιχη αμοιβή.
Κατόπιν των παραπάνω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τον τρόπο συνοπτικό, οι προαναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και το σωρευόμενο σ' αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την επικαλούμενη εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση, αφού η αποδοχή του προϋποθέτει την αναίρεση της τελευταίας (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Επίσης, ανεξαρτήτως της έκβασης της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από το αναιρεσείον νοσοκομείο ηλεκτρονικού παραβόλου με αριθ. ...
ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει, διότι οι από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ΚΠολΔ διαφορές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απαλάσσονται της υποχρέωσης επισύναψης παραβόλου για την άσκηση ένδικων μέσων (ΑΕΔ 3,4/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Διατάσσει την επιστροφή του με αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον ν.π.ι.δ..
- Απορρίπτει την από 24-5-2021 και με αριθ. κατ. 1465/128/25-5-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 735/19-4-2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
- Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ