Legislator Case Law & Legislation
2082/2014 AI generated

2082/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2082/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2082/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2082 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2082/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννάκακη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. - Ε. συζ. Ε. Σ. Π., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/6/2003 αίτησή του και τους από 11/10/2013 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 415 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 39 του ν.3994/2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, σύμφωνα με το οποίο, "αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αν δε αποδείχθηκαν εντελώς από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ένα ή περισσότερους διαδίκους για την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 339 και 340 ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η εξέταση των διαδίκων, όταν διατάζεται και εξετάζονται, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και, συνεπώς, το δικαστήριο για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν λήφτηκε ή όχι υπόψη, πρέπει να τη μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, το οποίο δίκασε την από 11.9.2001 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη - από 23.12.2000 - αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της έφεσης και την παραδοχή, εν τέλει, της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την ανωμοτί, κατ' άρθρο 415 ΚΠολΔ, κατάθεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, τα οποία προσκόμισε νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του προς απόδειξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας, "δοθέντος ότι εξ αυτής αποδεικνύεται η δική του κυριότητα στο επίδικο και η έλλειψη οιασδήποτε κυριότητας της αντιδίκου του επ' αυτού". 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο βεβαιώνει, ότι τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και εκτιμώνται κάθε μία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους...

τις ληφθείσες νόμιμα ένορκες βεβαιώσεις ... καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Μόνη, όμως, η προεκτεθείσα βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων, οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, δεν αρκεί για να καταστήσει βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα ανωμοτί, κατ' άρθρο 415 ΚΠολΔ, κατάθεση του αναιρεσείοντος, η οποία, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, και για να μην υπήρχε αμφιβολία περί του αν ελήφθη ή όχι υπόψη, έπρεπε να γινόταν ειδική μνεία στην απόφαση, ότι ελήφθη υπόψη, ενόψει και του ότι κανένας σχολιασμός της δεν γίνεται σ' αυτή.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Το μέλος, όμως, του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, έχει τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι: Από την παραδεκτή παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της 76/2001 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει, ότι ενώπιόν του εξετάστηκε ένας μόνο μάρτυρας με επιμέλεια της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας και ανωμοτί, κατ' άρθρο 415 ΚΠολΔ, ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος.

Από την πιο πάνω βεβαίωση δε του Εφετείου, ότι λήφτηκαν υπόψη, πλην άλλων, οι "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (και) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και εκτιμώνται κάθε μία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους...", προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας όσο και την ανωμοτί κατάθεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, την οποία από προφανή παραδρομή αναφέρει ως κατάθεση μάρτυρα.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 264/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ