Legislator Case Law & Legislation
2082/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against conviction for smuggling due to lack of specific reasoning regarding the defendant's knowledge of the crime.

Case Number 2082/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a conviction for smuggling of liquid fuels, finding the lower court's reasoning insufficient. The defendant argued the judgment failed to specify facts proving his knowledge of the illicit origin of the goods, violating the requirement for specific reasoning on subjective elements. Consequently, the court annulled the conviction while dismissing other grounds and remanded the case for a new trial before a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 329, 331, 333, 364(2), 369 of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment is void if it lacks specific reasoning regarding the subjective elements of the crime, such as the defendant's knowledge of the illicit origin of the goods, thereby depriving the accused of the right to comment on the evidence.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning subjective elements of crime knowledge of illicit origin right to comment on evidence remand for new trial conviction annulment smuggling of fuels

Cited Legislation

AI generated
Articles 329, 331, 333, 364(2), 369 of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) fourth paragraph of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2082 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2082/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως των 9461/2005, 11648/2003, 6244/2004, 12248/2004, 6736/2005 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και 2144/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-12-2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 71/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης ,διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 9461/2005 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους , τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ΄αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: ".....2) Η από 6/2/2001 έκθεση έρευνας- πορίσματος. 3) Οκτώ (8) εκθέσεις προσδιορισμού δασμών και φόρων ....5) Το από 27-7-99 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης....7) Έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ για τη φορολογική περίοδο 1999 προς την " Χαλαζιάς Α.Ε.". 8) Η από 24-5-99 απόδειξη παραλαβής- δέσμευσης. 9) Η από 6-7-99 απόδειξη παραλαβής δέσμευσης. 10) Η από 6-2-2001 έκθεση έρευνας- πορίσματος. 11) Το από 22-11-2002 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης.12) Η από 13-5-99 απόδειξη δέσμευσης.... 14) Η από 22-7-99 έκθεση κατάσχεσης...." .Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους ,αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα , όπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης , ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους .

Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο ακριβής τόπος εκδόσεως και η αρχή ενώπιον της οποίας συνετάγησαν οι πιο πάνω ειδικώς προσδιοριζόμενες εκθέσεις και λοιπά έγγραφα ούτε ο περαιτέρω προσδιορισμός της ταυτότητας των στοιχείων τους, ή του διάδικου μέρους που τα προσκόμισε. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα ..

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης του αναιρεσείοντος , με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, και περαιτέρω λόγω του ότι τα πιο πάνω έγγραφα "αναφέρονται γενικόλογα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να γίνεται απολύτως καμία μνεία για πιο διάδικο μέρος τα κατέθεσε και χωρίς κυρίως να γίνεται ούτε καν η απαραίτητη διευκρίνιση ποια από αυτά προσκομίσθηκαν και κατατέθηκαν από τη δική μου ως κατηγορουμένου πλευρά και το θέμα που πραγματεύονταν", είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν .

ΙΙ. H ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, πρέπει κατά το άρθρο 173 ΚΠΔ να προταθεί μέχρι της επί της κατηγορίας οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως , διαφορετικά καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, τα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 2144/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών , η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη 11648/2003 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η υπό του καταδικασθέντος και ήδη αναιρεσείοντος, προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Ασκηθείσης από τον καταδικασθέντα εφέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, ζήτησε αυτός της εξαφάνισή της, χωρίς να προβάλει λόγο εφέσεως για την απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος .Έτσι όμως, μη προσβαλλομένης της πρωτόδικης αποφάσεως με ειδικό λόγο εφέσεως, ως προς την απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως και εφόσον αυτή η ένσταση δεν ήχθη ενώπιον του Εφετείου, ο αντίστοιχος λόγος (2ος) αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου για μη απαγγελία της ακυρότητας που δημιουργήθηκε από ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ούτε άλλωστε, ο αναιρεσείων επικαλείται στην έκθεση αναιρέσεως ότι περιέλαβε στην έφεσή του ειδικό λόγο για την απόρριψη της συναφούς ενστάσεώς του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παράλειψη που καθιστά τον σχετικό λόγο αναιρέσεως και εξ αυτού απαράδεκτο.

ΙΙΙ.- Η απόφαση που αναβάλλει την ποινική δίκη μέχρι πέρατος της πολιτικής ή διοικητική δίκης, είναι κατά ρητή διάταξη του άρθρου 61 ΚΠΔ δεκτική ανακλήσεως. .

Συνεπώς το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν αποφάσεως αναβολής της ποινικής δίκης, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, δύναται, εάν η σχετική απόφαση του πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου προς έκδοση της οποίας εχώρησε η αναβολή, δεν προσκομίσθηκε για οποιονδήποτε λόγο, να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, κατ' άρθρο 60 παρ.1 ΚΠΔ και να ανακαλέσει έτσι εμμέσως την προεκδοθείσα απόφασή του, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία ως προς το εάν προσκομίσθηκε η σχετική απόφαση του πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου.

Απόφαση ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη θα είχε υποχρέωση να διαλάβει το συγκεκριμένο Δικαστήριο μόνο αν ο αναιρεσείων είχε υποβάλει εκ νέου αίτημα αναβολής, για τον πιο πάνω λόγο, το οποίο και απορρίφθηκε, πράγμα το οποίο αυτός ούτε επικαλείται, αλλά και ούτε συνέβη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει αυτών είναι αβάσιμη η αιτίαση περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο δια της πιο πάνω 9461/2005 αποφάσεώς του, προέβη στην κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου για την πιο πάνω πράξη , ανακαλέσαν χωρίς ειδική αιτιολογία την 11648/2003 απόφασή του ως και τις 6244/04, 12248/04 αποφάσεις του, δια των οποίων είχε αναβληθεί, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, η ποινική δίκη, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του κατηγορουμένου η απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου επί της ασκηθείσης από 14/3/2001 προσφυγής του.

Εξάλλου, απαραδέκτως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος , συμπροσβάλλονται, κατ' άρθρο 504 παρ.4 ΚΠΔ οι 11648/2003, 6244/04, 12248/04 προπαρασκευαστικές αποφάσεις, που προαναφέρθηκαν, όπως και η 6736/2005 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου δια της οποίας αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, αφού όλες οι πιο πάνω αποφάσεις ανέβαλαν την εκδίκαση της υποθέσεως αποδεχόμενες σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο περιεχόμενος στον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως λόγος αναιρέσεως της 9461/7-10-2005 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου πλημμελημάτων Αθηνών και των πιο πάνω συμπροσβαλλομένων προπαρασκευαστικών αποφάσεων του ίδιου ΔΙκαστηρίου , περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , ως προς την γενόμενη ανάκληση αναβλητικής , κατ΄αρθρο 61 αποφάσεώς , ως αβάσιμος κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αποφάσεως (9461/7-10-2005) και ως απαράδεκτος κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών προπαρασκευαστικών αποφάσεων.

IV.- Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία , τέλος , φόρο ή δικαίωμα , χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον , παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια , που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς , τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο.

Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος , φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα.

Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 περ.

Δ' ΚΠΔ υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση το Ε' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9461/2005 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων " κατά τον στο κατηγορητήριο τόπο και χρόνο τέλεσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας καυσίμων ,ειδικότερα δε κατελήφθη να κατέχει τις πιο κάτω ποσότητες καυσίμων, χωρίς να έχουν καταβληθεί γι' αυτές οι αναλογούντες για την εισαγωγή τους στην ελληνική επικράτεια δασμοί και φόροι , συνολικού ποσού 4.138.845 δραχμών 1) 13.500, 2.100, και 17.300 λίτρα και συνολικά 32.900 λίτρα πετρελαίου, που ευρίσκοντο σε τρεις υπέργειες δεξαμενές, 2) 5000 λίτρα πετρελαίου , εντός βυτιοφόρου.

Συνεπώς, για τις πράξεις αυτές πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ενώ για τις λοιπές αναφερόμενες στο κατηγορητήριο, πράξεις, αθώος...." Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο λαθρεμπορίας " η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 παρ.1 περ.1,2, περ.θ, ;102 παρ.1Α, 105, 106, 107 Ν. 1165/18 σε συνδυασμό με τα άρθρα 155 παρ.1 περ.α, 2 περ.ζ, 157 παρ.1 παρ.α' εδ.α' ν. 2960/2001 και 26 παρ.1α, 27 παρ.1..." και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά 7 μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,4 ευρώ ημερησίως.

Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι τυπική χωρίς να γίνεται παράθεση οποιουδήποτε περιστατικού που να οδηγεί το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση , αποτελεί δε περίληψη του διατακτικού αυτής, στο οποίο μάλιστα δεν περιέχονται με πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ώστε να δύναται να συμπληρώσει τούτο (το διατακτικό) το προαναφερόμενο αιτιολογικό.

Περαιτέρω, η πιο πάνω αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, διότι ουδόλως αναφέρει περιστατικά ως προς την λαθραία προέλευση των ποσοτήτων αυτών υγρών καυσίμων, ούτε ως προς τη γνώση του αναιρεσείοντος για τη λαθρεμπορική αυτή προέλευση του εμπορεύματος κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνεπώς στερείται αιτιολογίας και ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού ουδέν διαλαμβάνει για το δόλο αυτού (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση ότι οι πιο πάνω ποσότητες καυσίμων, που κατελήφθη να κατέχει, είχαν λαθρεμπορική προέλευση, ή, έστω ότι αυτός αποδέχθηκε ως ενδεχόμενο την προέλευση αυτή.

Εξάλλου δεν δύναται να συναχθεί ότι ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, αφού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκτίθενται ανάλογα περιστατικά..

Έτσι ο από το άρθρο 510παρ..1 στοιχ..Δ του ΚΠΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος ( ως προς την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας και ειδικότερα της μη αναφοράς στην προσβαλλόμενη 9461/2005 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ότι αναιρεσείων γνώριζε την λαθρεμπορική προέλευση των καυσίμων, ούτε τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του αυτή).

Πρέπει δε, ακολούθως κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση (9461/2005) απόφαση, απορριπτόμενης της αναιρέσεως κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των λοιπών συμπροσβαλλλομένων αποφάσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Αναιρεί την 9461/7-10-2005 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών . Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ