Supreme Court dismisses appeal on grounds of insufficient specific grounds and abuse of appeal rights under Greek Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by the appellant against a conviction for sexual offenses. The appellant argued for lack of reasoning and error in evidence evaluation, but the court found the grounds insufficiently specific and the appeal an abuse of rights. Consequently, the appeals were rejected, and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510, 513, 514 of the Criminal Procedure Code; An appeal must contain specific grounds from the statutory list, and failure to do so renders it inadmissible, while repetitive or abusive appeals are rejected as an abuse of rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2081 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2081/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Λ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Ιωάννη Μάλτσιο, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ'αριθμ. 216/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 393, 427, 427 Α, 435 Α, 487/2017, 33/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Μαρτίου 2018 και υπ' αριθμ. πρωτ. 6182/11-6-2018 δύο (2) αίτησεις του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 716/2018.
Αφού άκουσε Τον ορισθέντα με πράξη δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 13-3-2018 (αρ.εκ. 7/2018) και 11-6-2018 (αρ.πρ. 6182/2018) δύο αιτήσεις του Φ. Λ. του Ι., για αναίρεση της απόφασης, 393, 427, 427 Α, 435 Α, 487/2017και 33/2018 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω. Να σημειωθεί ότι η 2η αίτηση, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της 1ης αιτήσεως του ίδιου, είναι συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται (ΚΠΔ 514 εδ.γ')
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. 1' και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοιν Δ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι παραδεκτή και ως τέτοια απορρίπτεται. (άρθρο 513 παρ. 1 εδ.α' ΚΠοινΔ). Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις 1) βιασμού κατά συρροή, 2) αποπλάνησης παιδιού που συμπλήρωσε τα 12 αλλά όχι τα 14 έτη, 3) αποπλάνηση παιδιού νεότερου των 15 ετών και μεγαλύτερου των 14 ετών, 4) προσέλκυσης παιδιού για γενετήσιους λόγους μέσω της τεχνολογίας των και πληροφοριών και επικοινωνιών και 5) προμήθειας και κατοχής συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδίκτυο, υλικού παιδικής πορνογραφίας, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 25 ετών και χρηματική ποινή 120.000 ευρώ.
Ο αναιρεσείων, με την 1η αίτηση (αρ.εκ. 7/2018) ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας, κατά λέξη, ότι : "Το δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο κατά τη διαδικασία εφ' ης εκδόθηκε η αναιρεσειόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να επιβληθεί σ' αυτόν μεγάλη ποινή και να κηρυχθεί αυτός ένοχος εγκλήματος το όποιος δεν διέπραξε".
Με αυτό το περιεχόμενο, η αίτηση είναι αόριστη, αφού δεν περιέχεται σ' αυτήν οποιοσδήποτε λόγος, που να συνδέεται με πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Συνεπώς η 1η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τo άρθρο 174 παρ.1 ΚΠΔ, ακυρότητα, απόλυτη ή σχετική, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με
το άρθρο 173 καλύπτεται, δηλαδή δεν μπορεί πλέον να προταθεί. Κατά δε την επόμενη παρ.2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και των επιδόσεων τους καλύπτονται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της, (σχετική ακυρότητα). Κατά το άρθρο 175 του ΚΠΔ η ακυρότητα μιας διαδικαστικής πράξης καθιστά αυτοδικαίως άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ίδιας διαδικασίας, ενώ το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει άκυρες και πράξεις σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν αυτές είναι συναφείς με εκείνη που ακυρώθηκε.
Τέλος, κατά το άρθρο 176 του ίδιου Κώδικα, αφενός μεν αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κυρίας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, (παρ.1), αφετέρου δε το επιληφθέν αντίστοιχα συμβούλιο ή δικαστήριο, αφού κηρύξει την ακυρότητα, διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων, αν κρίνει αυτό αναγκαίο και εφικτό, (παρ.2).
Για τις ανάγκες εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ως προδικασία νοείται και η ενώπιον των συμβουλίων ενδιάμεση διαδικασία, η οποία περατώνεται όταν η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο γίνει αμετάκλητη με τον προαναφερθέντα τρόπο, ενώ η διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο.
Από τις πιο πάνω
διατάξεις συνάγεται ότι η τυχόν ακυρότητα του παραπεμπτικού βουλεύματος, λόγω αοριστίας περιγραφής της υπό κατηγορία αξιόποινης πράξης και παραλείψεως προσδιορισμού των σχετικών με αυτήν ποινικών διατάξεων, είναι απόλυτη και αναφέρεται σε διαδικαστική πράξη, (βούλευμα), δικαστικού οργάνου, (του συμβουλίου), η οποία ανάγεται στην προδικασία, έτσι ώστε η ακυρότητα αυτή μπορεί να προταθεί μέχρι να γίνει αμετάκλητο, (με την προεκτεθείσα έννοια), το βούλευμα και μόνο με έφεση κατ' αυτού, (κατ' άρθρο 478 περ.
α' του ΚΠΔ), ενώπιον του συμβουλίου εφετών, το οποίο μπορεί να κηρύξει την ακυρότητα του εφεσιβαλλομένου πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος. Εάν δεν ασκηθεί έφεση κατά του άκυρου παραπεμπτικού βουλεύματος και αυτό καταστεί αμετάκλητο, η απόλυτη ακυρότητα αυτού μπορεί να εξετασθεί μόνο παρεμπιπτόντως ενώπιον του δικαστηρίου πλέον, κατά την έναρξη της κύριας διαδικασίας στο ακροατήριο, σε σχέση με την σχετική ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο που αναφέρεται στο εν λόγω βούλευμα, ως πρώτης πράξης της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο, οπότε ακυρουμένης της κλήσεως και της επιδόσεώς της αναγκαστικά συνακυρώνεται ως συναφής πράξη και το ίδιο το βούλευμα κατά την ελαττωματική παραπεμπτική διάταξη του. (ΑΠ.1/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση επί των κατηγορητηρίων που αποδόθηκαν στον κατηγορούμενο εκδόθηκε το βούλευμα 3729/2015 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του ΜΠΔ. Της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών. Το βούλευμα δε αυτό κατέστη απόρριψη της εφέσεως κατ' αυτόν απ0ό τον κατηγορούμενο, με το βούλευμα 1982/2015.
του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραστάθηκε στο δικαστήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο και πρόβαλε την ένσταση ακυρότητα του παραπεμπτικού βουλεύματος λόγω αοριστίας περιγραφής των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων, η οποία όμως απορρίφθηκε.
Την 'ένσταση αυτήν την επανέλαβε καις το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για το λόγο αυτό ορθά την απέρριψε. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της 2ης αιτήσεως αναιρέσεως κατά του κεφαλαίου αυτού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, για ακυρότητα στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του Π. Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1414/1984, ορίζεται ότι "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται:
α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη.
Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό) και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων.
Υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ, ορίζεται ότι" Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351 Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Μεταξύ του βιασμού και της αποπλανήσεως υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου και στο μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ενώ στην αποπλάνηση παιδιών προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 348 Β του ΠΚ ορίζεται ότι ''όποιος με πρόθεση μέσω πληροφοριακών συστημάτων, προτείνει σε ανήλικο, που δεν συμπλήρωσε τα 15 έτη, να συναντήσει τον ίδιο ή τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του ανηλίκου των αδικημάτων των άρθρων 339 παρ. 1 και 2 ή 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν σε μια τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 200.000 ευρώ.
Η διάταξη αυτή εισήχθη με το άρθρο 4 του ν. 3727/2008, σε εφαρμογή του άρθρου 23 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετησίας εκμετάλλευσης και κακοποίησης. Η εισαγωγή της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία, διότι καλύπτει τη περίπτωση της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς λόγους και μάλιστα, μέσω της χρήσης της σύγχρονης τεχνολογίας, κυρίως του διαδικτύου και των κινητών τηλεφώνων, στα οποία οι ανήλικοι έχουν διαρκώς αυξανόμενη πρόσβαση (βλ.
αιτιολογική έκθεση του νόμου). Τέλος στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών. Το βούλευμα δε αυτό κατέστη στη συνέχεια και αμετάκλητο, μετά την απόρριψη της εφέσεως κατ' αυτού από τον κατηγορούμενο, με το βούλευμα 1982/2015. του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραστάθηκε στο δικαστήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο και πρόβαλε την ένσταση ακυρότητας του παραπεμπτικού βουλεύματος λόγο αοριστίας περιγραφής των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων, η οποία και απορρίφθηκε.
Την ένσταση αυτή την επανέλαβε και τον δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς, όμως να την προτείνει με ειδικό λόγο εφέσεως και το δικαστήριο, για το λόγο αυτό ορθά την απέρριψε. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της 2ης αιτήσεως αναιρέσεως κατά του κεφαλαίου αυτού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' των ΚΠΔ, για ακυρότητα στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 348Α παρ. 1, 2, 3 και 4 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το όρθρο 6 του Νόμου 3064/2002 και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 του Νόμου 3625/2007, με τον οποίον κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και οι περιπτώσεις α και β της παρ. 4 συμπληρώθηκαν από το άρθρο 3 παρ. 11 και 12, αντίστοιχα, του Α Κεφαλαίου του Νόμου 3727/2008 "1.
Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2.
Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με την χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. 3.
Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγουμένων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξεως που διενεργείται από ή με ανήλικο. 4.
Οι πράξεις της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ: α) αν τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσεως βίας ανηλίκου η με την χρησιμοποίηση ανήλικου που £εν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος.
Αν η πράξη της περιπτώσεως β είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, αν δε αυτή είχε αποτέλεσμα τον θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι βασικές μορφές του εγκλήματος περιγράφονται στις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος.
Με την παρ. 2 προβλέπεται βαρύτερη τιμωρία για τις πράξεις της παραγωγής, προσφοράς, πωλήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσεως, διανομής, διαβιβάσεως, αγοράς, προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της διανομής πληροφοριών, αν αυτές τελέσθηκαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή του διαδικτύου.
Οι ως άνω πράξεις εκτιμώνται ως επιβαρυντικές, λόγω της μεγάλης ευχέρειας προσβάσεως στο διαδίκτυο (Αιτιολ. Έκθεση σχεδίου Νόμου, σελ. 13 επόμ.). Ως παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού. Προμήθεια είναι η εξασφάλιση υλικού παιδικής πορνογραφίας και για προσωπική χρήση του δράστη ακόμη, και κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία του δράστη, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του υλικού και να διαθέσει αυτό πραγματικά (Α.Π. 1145/2008, Α.Π. 810/2007, Α.Π. 628/2006).
Με την παρ. 4 του προαναφερομένου άρθρου εισάγονται οι εξής αυτοτελείς επιβαρυντικές περιστάσεις: α) αν οι πράξεις των παρ. 1 και 2 τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια (η απάλειψη του συμπλεκτικού συνδέσμου "και" και η ένθεση του διαζευκτικού "ή" έγινε με το άρθρο 3 παρ. 10 του Νόμου 3727/2008, ώστε να αρκεί η μία επιβαρυντική περίσταση) και β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται, πλην άλλων, με την άσκηση ή απειλή χρήσεως βίας ανηλίκου ή με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος (πριν από το Νόμο 3727/2008 ίσχυε το 10ο έτος).
Η προμήθεια και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, που αποκτάται ελεύθερα από τον χρήστη του διαδικτύου με σποραδικές επισκέψεις στις ιστοσελίδες αυτού και η διαφύλαξη (αποθήκευση) τούτου, είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε σε άλλους υλικούς φορείς (Cd-Rom κ.λ.π.), για αποκλειστικά του ιδίου χρήση, είτε προς ικανοποίηση της περιέργειάς του είτε ακόμη προς διέγερση των όποιων φαντασιώσεων ή γενετήσιων διαστροφών του, δεν αναβαθμίζει αυτόματα την πράξη σε κακουργηματική, εάν συγχρόνως δεν συντρέχουν ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία επεξεργασίας, διαχειρίσεως, αξιοποιήσεως, διαθέσεως ή περαιτέρω διακινήσεως του υλικού αυτού σε τρίτους μέσω e-mail, φωτογραφιών και Cd-Rom ή ανταλλαγής των φωτογραφιών και των βίντεο ανηλίκων μέσω του διαδικτύου ή, τέλος, συνεργασίας με άλλους χρήστες του διαδικτύου για εμπλουτισμό και "βελτίωση" του υλικού, ώστε να ανακύπτει κίνδυνος διαδόσεως και μεταδόσεως της πορνογραφίας ανηλίκων.
Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η γενίκευση της κατηγορίας για κάθε επίσκεψη σε ιστοσελίδα αυτού του περιεχομένου οδηγεί σε κίνδυνο ποινικοποιήσεως, με την βαρύτερη μάλιστα μορφή, της ελεύθερης χρήσεως του διαδικτύου, ακόμη και για λόγους περιέργειας ή από τύχη, γεγονός που δεν ανήκε στις προθέσεις του νομοθέτη (Α.Π.1141/2008, Α.Π.628/2006).
Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι μετά την τροποποίηση του όρθρου 348Α του Π.Κ. από τον ως άνω Νόμο, ήτοι από 24-12-2007, ημερομηνία ισχύος αυτού, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού αρκεί η απλή κατοχή, αγορά, μεταφορά πορνογραφικού υλικού ανηλίκου, χωρίς να απαιτείται πλέον σκοπός κερδοσκοπίας αυτού, όπως προηγουμένως (Α.Π. 1033/2014, Α.Π. 735/2014).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται Κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παο. 1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στη προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά τον αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα πράξεις του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Α. 1) Στην …, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο οπωσδήποτε όμως εντός του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2012, οδήγησε τον ανήλικο τότε Ι.-Ι. Β. του Γ. και Σ. γεννηθέντα στις 18-05-1997, δηλαδή έχοντα συμπληρώσει τα 15 έτη και 5 μήνες περίπου επιπλέον, τον οποίο είχε προσεγγίσει μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης (FACEBOOK), σε ερημικό σημείο της παραλίας της …, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η ακριβής τοποθεσία, και τον εξανάγκασε σε παρά φύση συνουσία και σε ανοχή στοματικού έρωτα με την απειλή σωματικής βίας, κάμπτοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίσταση του τελευταίου, ο οποίος είχε περιέλθει σε κατάσταση τρόμου, με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του.
Το περιστατικό αυτό το περιγράφει λεπτομερώς ο παθών στην αναγνωσθείσα από 26-3-2015 χωρίς όρκο προανακριτική του κατάθεση. Την κατάθεση αυτή έδωσε αυθόρμητα ο εν λόγω παθών, αφού αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από φωτογραφίες του, που δημοσιοποιήθηκαν μετά την σύλληψή του εξ αφορμής της υπόθεσης του τρίτου παθόντα Δ. - Σ.
Π.. Ο κατηγορούμενος δέχεται ότι η συνάντηση με τον παθόντα και η παρά φύση σεξουαλική με αυτόν συνεύρεση έλαβαν χώρα, αλλά ισχυρίζεται, (α) ότι αυτά συνέβησαν στις αρχές του 2014, οπότε ο φερόμενος ως παθών ήταν σχεδόν 1 7 ετών και λόγω σωματικής διαπλάσεως έδειχνε μεγαλύτερος και άρα ενήλικος και (β) ότι αυτός δεν αντιστάθηκε, ούτε εξέφρασε την αντίθεσή του με τις πράξεις που έγιναν, αλλά όλα έγιναν με τη συναίνεσή του, δικαιολογεί δε ο ίδιος τη μεταστροφή του παθόντος στο σημείο αυτό, λόγω του αισθήματος πικρίας που βίωσε από τον τερματισμό της σχέσης του με τον κατηγορούμενο.
Ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξης ο παθών είναι σαφής και συνδέει αυτόν εύλογα με το γεγονός ότι τότε είχε ο ίδιος τον λογαριασμό στο Facebook, μέσω του οποίου έγινε η γνωριμία του με τον κατηγορούμενο, επομένως η κατάθεσή του είναι πειστική ως προς το σημείο αυτό. Αντίθετα ο κατηγορούμενος έχει συμφέρον να εκληφθεί η ηλικία του παθόντος μεγαλύτερη με την μετάθεση αργότερα της χρονολογίας του περιστατικού και για να το επιτύχει επικαλείται ότι το 2012 ο ίδιος δεν είχε ανοίξει ακόμη το μαγαζί που αναφέρει ο παθών ότι αναγνώρισε από φωτογραφία.
Όμως δεν αποδεικνύει ο κατηγορούμενος ότι το 2012 δεν είχε καμία σχέση με το μαγαζί αυτό, ανεξάρτητα από την τυχόν τυπική έναρξη επιτηδεύματος. Επομένως η απολογία του κατηγορουμένου δεν θεωρείται αξιόπιστη ως προς το στοιχείο του χρόνου της εν λόγω πράξης. Περαιτέρω, ως προς την έλλειψη συναίνεσης του θύματος και την δυνατότητα του κατηγορουμένου να την διαγνώσει παρατηρείται ότι ο κατηγορούμενος ήταν τότε 37 ετών και άρα είχε σαφώς υπέρτερες σωματικές δυνάμεις από ένα 15χρονο που ήταν τότε ο παθών.
Ο τελευταίος κατέθεσε σαφώς ότι ο κατηγορούμενος του έβγαλε τα ρούχα κάτω από τη μέση με βίαιες κινήσεις και ενώ εκείνος αντιστεκόταν, αλλά η αντίστασή του δεν είχε αποτέλεσμα λόγω της υστέρησης των σωματικών του δυνάμεων. Επίσης ο ίδιος παθών κατέθεσε ότι φώναξε δυνατά για βοήθεια, όμως επειδή το μέρος ήταν ερημικό δεν άκουσε κανείς και μετά σταμάτησε να φωνάζει γιατί κατάλαβε ότι δεν θα ακουγόταν.
Τα ως άνω στοιχεία της κατάθεσής του δείχνουν σαφώς ότι ο παθών δεν συναινούσε για τις ενέργειες που έκανε σε βάρος του ο κατηγορούμενος και ότι εξέφρασε την αντίθεσή του σε αυτές κατά τρόπο που μπορούσε ο κατηγορούμενος να διαγνώσει την έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους του και παρά ταύτα εκείνος προχώρησε στο να ολοκληρώσει την τέλεση ασελγών πράξεων με τον παθόντα με την μορφή της στοματικής και παρά φύση επαφής με παθητικό υποκείμενο τον τελευταίο.
Η ανωτέρω κατάθεση του παθόντος κρίνεται αξιόπιστη, καθόσον είναι εναργής και δείχνει ότι βίωσε το γεγονός σαν μια τραυματική εμπειρία που εξακολουθούσε να τον βασανίζει η ανάμνησή της και μετά από 2 1/2 περίπου χρόνια. Αντίθετα το επιχείρημα του κατηγορουμένου ότι μετά από τόσο διάστημα ο παθών θέλησε να τον εκθέσει σε μια τόσο σοβαρή κατηγορία για λόγους ερωτικής απογοήτευσης και μόνο, αφού η δήθεν "σχέση" τους τερματίσθηκε πρόωρα, δεν συνάδει με την κοινή λογική, αν ληφθεί υπόψη η διαφορά ηλικίας μεταξύ παθόντος και κατηγορουμένου, η μια και μόνη συνάντηση τους, το διάστημα του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι την κρίσιμη κατάθεση του παθόντος και η βαρύτητα της κατηγορίας που διατυπώθηκε από τον τελευταίο.
Επομένως, με τα ανωτέρω περιστατικά που γίνονται δεκτά, έχει τελεσθεί από τον κατηγορούμενο σε βάρος του παθόντος Ι.-Ι. Β. η αξιόποινη πράξη του βιασμού, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ.
2) Στο ... και σε μη επακριβώς προσδιορισμένη τοποθεσία, στις 18-08-2014, οδήγησε την αβάπτιστη ανήλικη με το όνομα Ν., θυγατέρα του Α. Κ. ή του Μ. Ι. και της Α. Τ., γεννηθείσα στις 14-01-2000, (που ήταν τότε δηλαδή 14 ετών και 8 μηνών), την οποία είχε προηγουμένως προσεγγίσει μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης, (FACEBOOK), εντός της οικίας, στην οποία ο ίδιος διέμενε και, με την χρήση και με την απειλή σωματικής βίας, κάμπτοντας με αυτούς τους τρόπους την αντίστασή της, αφού εκείνη είχε περιέλθει σε κατάσταση τρόμου, την εξανάγκασε σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, δύο φορές και μια φορά αντίστοιχα, με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, στη συνέχεια δε την επιβίβασε στο αυτοκίνητο του, ο αριθμός κυκλοφορίας του οποίου δεν εξακριβώθηκε, και την εγκατέλειψε σε ερημική τοποθεσία της περιοχής ....
Στις ως άνω αναγνωσθεισες χωρίς όρκο καταθέσεις της, η εν λόγω παθούσα Ν. περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες και με μεγάλη ακρίβεια τις τελεσθείσες σε βάρος της πράξεις του κατηγορουμένου. Δικαιολογεί επαρκώς το γιατί εμπιστεύθηκε τον κατηγορούμενο και τον ακολούθησε στην οικία του και ειδικότερα αναφέρει :
α) ότι αντιμετώπιζε οικογενειακά προβλήματα, γιατί η μητέρα της είχε δημιουργήσει άλλη οικογένεια και ο βιολογικός της πατέρας δεν είχε ενδιαφερθεί γι' αυτήν και ότι για το λόγο αυτό διέμενε στην οικία του παππού και της γιαγιάς της, αλλά αισθανόταν ότι δεν ήταν αποδεκτή εκεί και ήθελε να ζήσει μόνη της, β) ότι αισθανόταν να έλκεται ερωτικά από το ίδιο το φύλο της, (λεσβία), γεγονός μη αποδεκτό στο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, (ανήκει στη φυλή των Ρομά), έτσι ώστε ήθελε να επικοινωνεί με άτομα με τις ίδιες με αυτήν προτιμήσεις, που θα την καταλάβαιναν, γ) ότι αναζητούσε κοινωνική υποστήριξη και φιλίες στο διαδίκτυο στον ιστότοπο του "Facebook", όπου γνώρισε τον κατηγορούμενο, που όμως της εμφανίστηκε με ξένες φωτογραφίες ως 15χρονος και ομοφυλόφιλος και βάσει των ψευδών αυτών παραστάσεων αποφάσισε να τον συναντήσει, δ) ότι κατά τη συνάντησή τους κατάλαβε ότι παραπλανήθηκε ως προς την ταυτότητα του δήθεν διαδικτυακού φίλου της, αλλά ο κατηγορούμενος της πρόσφερε νερό από ένα δικό του μπουκάλι, που μάλλον περιείχε κάποιο ναρκωτικό, γιατί αμέσως μετά ένιωσε την κρίση και την θέλησή της να θολώνουν, και ε) ότι κίνητρο για να παραμείνει με τον κατηγορούμενο, και μετά την αρχική διάψευση των προσδοκιών της, ήταν η υπόσχεσή του να της βρει εργασία, για να βιοπορίζεται σε κάποια "καφετέρια" ομοφυλόφιλων γυναικών, μέσω κάποιας λεσβίας φίλης του.
Ακολούθως, η Ν. αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος της έκοψε κοντά τα μαλλιά της, χωρίς η ίδια να θυμάται ακριβώς πως και πότε, δήθεν για να μπορέσει να γίνει αποδεκτή ως εργαζόμενη σε "λεσβιακό μαγαζί", (πράγματι, όμως, όπως συνάγεται, για να ταιριάζει εμφανισιακά με τις προτιμήσεις του για νεαρά αγόρια). Εξηγεί δε ότι αρχικά κατέθεσε στην αστυνομία πως η ίδια κουρεύτηκε έτσι μόνη της, γιατί τότε ακόμη φοβόταν αντεκδίκηση από τον κατηγορούμενο, (εκείνος ήταν ακόμη ελεύθερος κατά την αρχική κατάθεσή της στις 19-8-2014, αφού συνελήφθη εξ αφορμής της υπόθεσης του τρίτου παθόντος στις 1-3-2015).
Σε κάθε περίπτωση δεν διαφοροποιείται η κατάσταση αν η παθούσα κουρεύτηκε από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεσή της ή αν αυτός είχε τη συναίνεσή της προς τούτο κατόπιν παραπλανητικών παραστάσεων και με τη δύναμη της επιβολής του. Περαιτέρω, η εν λόγω παθούσα κατέθεσε ακριβώς τις συνθήκες του βιασμού της και επανέλαβε σε όλες τις καταθέσεις της ότι δεν υπήρχε η συναίνεσή της σε αυτό που έγινε και ότι είχε εκφράσει την αντίθεσή της στον κατηγορούμενο, ο οποίος μπορούσε να την είχε προφανώς διαγνώσει.
Ειδικότερα αναφέρει ότι έκλαιγε και απωθούσε τον κατηγορούμενο, αλλά εκείνος δεν σταματούσε γιατί ήταν δυνατότερος από αυτήν και ακόμη ότι η ίδια φοβόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Από δε τα λεγόμενά της προκύπτει ότι μέσα στην οικία του κατηγορουμένου δεν ήταν δυνατόν να φωνάξει σε βοήθεια και να ακουσθεί.
Με τα δεδομένα, όπως προεκτέθηκαν, όλες οι καταθέσεις της παθούσας κατά την προδικασία σχετικά με την τέλεση σε βάρος της βιασμού κρίνονται αξιόπιστες. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται σημαντικά από τα εξής ακόμη αποδειχθέντα περιστατικά : α) την βιαιότητα του βιασμού, που διαπιστώθηκε από την μεγάλη αιμορραγία του κόλπου της παθούσας, η οποία επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα στο εσώρουχο και στο παντελόνι της και την μερική ομολογία επί του σημείου αυτού του κατηγορουμένου στην παρούσα απολογία του και η οποία καθιστά την ύπαρξη συναίνεσης μη υποστηρίξιμη λογικά, β) τη διαπίστωση ιατροδικαστικά τόσο δύο πρόσφατων - εντός 24ώρου - ρήξεων του παρθενικού υμένα της παθούσας, (ενώ μια παλαιότερη εντομή του παρθενικού υμένα της δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε παλαιά ρήξη λόγω συνουσίας, μη αποκλεισμένης της ανατομικής ιδιομορφίας), όσο και μιας πρόσφατης παρά φύση συνουσίας, ευρήματα που επιβεβαιώνουν την περιγραφή της παθούσας, ενώ διαψεύδουν την εκδοχή του κατηγορουμένου ως προς τα σημεία ότι η παθούσα δεν ήταν κατά φύση παρθένα και ότι δήθεν δεν έλαβε χώρα παρά φύση συνουσία, γ) από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την παθούσα σε ερημικό δημόσιο χώρο στο Ίλιον, με την υπόσχεση ότι θα επανέλθει, χωρίς να το πράξει, το οποίο αποτελεί ένδειξη επιγνώσεως ενοχής εκ μέρους του και δ) από το γεγονός ότι η παθούσα στις 3-10-2014 αναγνώρισε αμέσως και αυθόρμητα τον κατηγορούμενο ως δράστη των εναντίον της εγκλημάτων από φωτογραφίες προσεσημασμένων ατόμων που της επεδείχθησαν στην αστυνομία.
Αντίθετα ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι υπήρχε συναίνεση της παθούσας καταρρίπτεται, διότι αντιβαίνει πλήρως τόσο στην σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία της τελευταίας, όσο και στα ανωτέρω ευρήματα και ενδείξεις. Επομένως, έχει τελεσθεί από τον κατηγορούμενο η αξιόποινη πράξη του βιασμού, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.1 του ΠΚ, και σε βάρος της παθούσας Ν ίνας αβάπτιστης θυγατέρας του Α.
Κ. ή του Μ. Ι. και της Α. Τ.. Σε συνδυασμό δε με τον προηγούμενο βιασμό σε βάρος του πρώτου παθόντα, οι δύο αυτές πράξεις σε βάρος δύο αντίστοιχα παθόντων, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, χαρακτηρίζονται συνολικά ως βιασμός κατά αληθή πραγματική συρροή, (άρθρο 94 παρ.1 ΠΚ). Β. Στον ..., την 1η-03-2015, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να ενεργήσει ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο, που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα (12) άλλα όχι τα δεκατέσσερα (14) έτη.
Ειδικότερα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε προγραμματίσει, μέσω ανταλλαγής μηνυμάτων σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, (FACEBOOK), καθορισμένη συνάντηση με τον ανήλικο Δ.-Σ. Π. του Κ. και Ε., γεννηθέντα στις 18-08-2001, ( δηλαδή ήταν τότε 13 ετών, 6 μηνών και 11 ημερών ), προσήλθε στο καθορισμένο σημείο συνάντησης, στην ..., οδηγώντας ένα λευκό κλειστό φορτηγάκι τύπου "βαν", με αριθμό κυκλοφορίας ...08 μάρκας FIAT, το οποίο είχε διαμορφώσει ειδικά με σκοπό να συνευρεθεί ερωτικά με τον ανωτέρω ανήλικο, ήτοι το είχε εξοπλίσει με κουβέρτες, μαξιλάρια, ανεμιστήρα, φωτισμό, ενώ διέθετε στο εσωτερικό του τέσσερις συσκευασίες προφυλακτικών, ένα σωληνάριο λιπαντικού τζελ (βαζελίνη) και ένα πακέτο μωρομάντηλα και, αφού έκανε προσωρινή στάση επί του περιφερικού δρόμου της πλατείας, προέτρεψε τον πιο πάνω) ανήλικο να εισέλθει στο όχημα αυτό, με προφανή σκοπό να προβεί σε τέλεση ασελγών πράξεων μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθόσον, όταν ο ανήλικος κινήθηκε για να εισέλθει στο όχημα του κατηγορουμένου, επενέβησαν οι αστυνομικοί, που καιροφυλακτούσαν εκεί μετά από ειδοποίηση των γονέων του ανηλίκου, οι οποίοι και τον ακινητοποίησαν και τον συνέλαβαν.
Η πρόθεση του κατηγορουμένου να τελέσει ασελγείς πράξεις με τον ανήλικο προκύπτει σαφώς από τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: α) από το ότι ο ίδιος είχε επιλέξει τον τύπο του οχήματος που θα του έδινε την απαιτούμενη κάλυψη και άνεση για να τελέσει το έγκλημα, ήτοι ένα φορτηγάκι "βαν" μεγάλο και κλειστό χώρο φόρτωσης, ενώ είχε προετοιμάσει και τον εσωτερικό αυτό χώρο κατάλληλα για τη διευκόλυνση της τέλεσης, έχοντας εφοδιασθεί και με αναγκαία προς τούτο μέσα, όπως αυτά περιγράφηκαν ανωτέρω, β) είχε παρουσιαστεί με διαφορετική ταυτότητα και ηλικία (νεότερη), μέσω του διαδικτύου στον ανήλικο παθόντα για να τον προσελκύσει και να αποφύγει την μετά τη σχεδιαζόμενη πράξη αποκάλυψή του, ενώ ακόμη είχε διαβεβαιώσει το υποψήφιο θύμα ότι δεν επιθυμεί σεξουαλική σχέση, αλλά μόνο παρέα, προκειμένου να το εφησυχάσει και να διαλύσει τις όποιες υποψίες του, γ) αν και έδωσε ραντεβού με το θύμα δήθεν για "καφέ" σε καφετέρια πολυσύχναστης πλατείας, δεν φρόντισε να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στο πλησιέστερο ελεύθερο για στάθμευση σημείο και να πάει με τα πόδια στο ακριβές σημείο συνάντησης, αλλά πήγε εκεί επιβαίνων στο αυτοκίνητο του και κινείτο με αυτό για αρκετή ώρα γύρο από την πλατεία προσπαθώντας να εντοπίσει το θύμα, (βλ.
σχετικά επ' αυτού την κατάθεση της μητέρας του θύματος), ενώ δεν είχε γίνει λόγος για μετάθεση της συνάντησης σε άλλη περιοχή και μετάβαση εκεί οδικώς, τούτο δε έκανε με σκοπό να επιβιβάσει το θύμα στο αυτοκίνητο του, ώστε αυτό να περιέλθει σε θέση αβοήθητη και να το καταστήσει έρμαιο των διαθέσεών του και δ) επιχείρησε να επιβιβάσει το υποψήφιο θύμα στο αυτοκίνητο του κάνοντας προσωρινή στάση επί του περιφερικού δρόμου της πλατείας, ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού και καλώντας τον ανήλικο να εισέλθει.
Το τελευταίο στοιχείο αποτελεί και την αρχή εκτελέσεως που απαιτείται επί απόπειρας, καθόσον μετά την άμεσα προβλεπόμενη είσοδο του ανηλίκου στο αυτοκίνητο, η οποία ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή από τους αστυνομικούς, η εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένη, ενόψει της μεγάλης διαφοράς σωματικών δυνάμεων μεταξύ υποψήφιου δράστη και υποψήφιου θύματος.
Η γνώση του κατηγορουμένου για την ηλικία του θύματος προκύπτει σαφώς από την προηγούμενη επικοινωνία του με αυτό στο διαδίκτυο και από την εμφάνιση αυτού τόσο σε φωτογραφίες, (έστω και θολές), όσο και εκ του φυσικού όταν τον συνάντησε. Επομένως, έχει τελεσθεί, από τον κατηγορούμενο και σε βάρος του Δ. - Σ.
Π., απόπειρα αποπλάνησης ανηλίκου, που είχε συμπληρώσει τα 12 αλλά όχι και τα 14 έτη, ήτοι αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις των άρθρων 339 παρ.1 περ. β' και 42 παρ.1 σε συνδ. με 83 περ. γ' του ΠΚ.
Γ. Στο ... στις 18-08-2014 ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα αλλά όχι και τα δεκαπέντε έτη ( αποπλάνηση ) και συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ είχε προγραμματίσει μέσω ανταλλαγής μηνυμάτων στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης "FACEBOOK" καθορισμένη συνάντηση με την ανήλικη αβάπτιστη Ν., θυγατέρα του Α.
Κ. ή του Μ. Ι. και της Τ., γεννηθείσα την 14-01-2000, η οποία διατηρούσε ψεύτικο προφίλ με το όνομα "Χ." παριστάνοντας ότι είναι αγόρι ηλικίας 16 ετών, προσήλθε στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης στα ..., οδηγώντας Ι.Χ.Ε όχημα, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν προσδιορισθεί και ακολούθως την οδήγησε σε διαμέρισμα που διατηρεί στην περιοχή του ..., όπου ήλθε σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία μαζί της, χωρίς τη θέλησή της, με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, και εν συνεχεία τη μετέφερε με το αυτοκίνητο του σε άγνωστο σημείο στην περιοχή του ...
και την εγκατέλειψε. Η τέλεση της ανωτέρω πράξης εκ μέρους του κατηγορουμένου αποδεικνύεται από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν ειδικότερα υπό στοιχεία Α.-2 ανωτέρω, σε συνδυασμό και με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας που αναφέρθηκαν στην αρχή του παρόντος σκεπτικού. Συγκεκριμένα ως προς την τρώση της παιδικής αγνότητας της παθούσας το Δικαστήριο δέχεται ότι αυτή υπήρξε, παρά το γεγονός ότι το θύμα εμφανίζεται στις καταθέσεις του ενημερωμένο για την σεξουαλική ζωή, διότι, όπως διαπιστώθηκε, (βλ.
ανωτέρω), ήταν κατά φύση παρθένα και η ίδια επιμένει ότι είχε προτίμηση για τις γυναίκες και δεν είχε συνουσιασθεί ξανά με άντρα. Ως προς την ιατροδικαστική έκθεση, που κάνει λόγο στο τέλος για παλαιότερες παρά φύση συνουσίες, δεν θεωρείται αξιόπιστη στο σημείο αυτό, καθόσον, (α) ο ιατροδικαστής δεν προσδιορίζει από ποια ευρήματα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό, αφού πρόκειται για "παλαιές επαφές", οι οποίες δυσχερώς ανιχνεύονται λόγω της φυσιολογίας της περιοχής και των επουλώσεων που επέρχονται με την πάροδο του χρόνου και (β) τέτοιες παρά φύση επαφές με ανιχνεύσιμα σημάδια δεν είναι πολύ πιθανές σε ανήλικα θήλεα άτομα με σεξουαλική προτίμηση προς το δικό τους φύλο (λεσβίες).
Εξάλλου η γνώση του κατηγορουμένου για την πραγματική ηλικία της παθούσας αποδεικνύεται από τις προηγούμενες συζητήσεις που είχε μαζί της, τόσο στο διαδίκτυο όσο και όταν συναντήθηκαν, οπότε είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει την ωριμότητα του χαρακτήρα της, αλλά και να αξιολογήσει την εμφάνισή της, δεδομένου ότι αυτή παρουσίαζε ανώριμη διάπλαση σαν γυναίκα, ομοιάζουσα μάλλον με θηλυπρεπές αγόρι.
Περαιτέρω, σύμφωνα με παγία νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η αποπλάνηση ανηλίκων συρρέει σε αληθή κατ' ιδέα συρροή με το έγκλημα του βιασμού, διότι με την τελευταία πράξη προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, ενώ με τη-ν αποπλάνηση προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας, (βλ.
ΑΠ 785/12 ΠΧρ. ΞΓ107, ΑΠ 1244/1 1 ΤΝΠ.ΔΣΑ, ΑΠ 2120/09 ΤΝΠ.ΔΣΑ, ΑΠ 1388/08 ΠΧρ. ΝΘ'.462, ΑΠ 660/1998 ΠΧρ. ΜΘ'.230, ΕΑ 1982/15). Κατά συνέπεια, έχει τελεσθεί από, τον κατηγορούμενο σε βάρος της ανήλικης αβάπτιστης Ν., θυγατέρας του Α. Κ. ή του Μ. Ι. και της Τ., γεννηθείσας την 14-01-2000, επιπλέον του προαναφερθέντος βιασμού, και το έγκλημα της αποπλάνησης ανηλίκου, που είχε συμπληρώσει τα 14 αλλά όχι και τα 15 έτη της ηλικίας του, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος από τις διατάξεις των άρθρων 339 παρ.1 περ.
γ' και 94 παρ.2 ΠΚ., απορριπτόμενου ως μη νομίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι πρόκειται για "φαινόμενη πραγματική συρροή" ( ορθότερα φαινόμενη κατ* ιδέα συρροή ), με το έγκλημα του βιασμού.
Δ. Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από 27-02- 2015 έως 01-03-2015, με πρόθεση, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, πρότεινε σε ανήλικο, που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε (15) έτη, να τον συναντήσει με σκοπό τη διάπραξη του αδικήματος της αποπλάνησης παιδιού, που έχει συμπληρώσει τα δώδεκα (12) αλλά όχι τα δεκατέσσερα (14) έτη του, η δε πρότασή του ακολουθήθηκε από περαιτέρω πράξεις που οδήγησαν σε τέτοια συνάντηση.
Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, δημιούργησε προφίλ στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης (FACEBOOK) με στοιχεία "Κ. Γ." και προσέγγισε τον ανήλικο Δ.- Σ. Π. του Κ. και Ε., γεννηθέντα στις 18-08-2001, που επίσης διατηρούσε προφίλ στην ίδια ιστοσελίδα με στοιχεία "Σ. Π.", γνωρίζοντας ότι είναι ανήλικος και δεν είχε συμπληρώσει τα δεκαπέντε έτη και με την αποστολή γραπτών μηνυμάτων του πρότεινε να συναντηθούν, προκειμένου να τελέσει σε βάρος του το αδίκημα της αποπλάνησης παιδιού που δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, η δε πρόταση του υλοποιήθηκε, διότι καθόρισε συγκεκριμένη συνάντηση με τον ανήλικο την Ιη-03-2015 στο ...
στον ..., όπου προσήλθε ανύποπτος ο ανήλικος, καθώς και ο ίδιος ο κατηγορούμενος για να συνευρεθεί ερωτικά με αυτόν, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην ως άνω υπό στοιχ. Β. του παρόντος σκεπτικού πράξη, ανεξάρτητα από τη μη επίτευξη του σκοπού του κατηγορουμένου κατά την εν λόγω συνάντηση. Και η πράξη αυτή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, ενώ συρρέει σε αληθή πραγματική συρροή με την ανωτέρω υπό στοιχ.
Β. απόπειρα αποπλάνησης ανηλίκου, που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη. Η πράξη αυτή προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 348Β και 339 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ σε συνδυασμό, σε βαθμό πλημμελήματος.
Ε. Στην … κατά το χρονικό διάστημα από 10-02- 2015 έως 02-03-2015, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προμηθεύθηκε και κατείχε δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου, υλικό παιδικής πορνογραφίας, όπως αναπαραστάσεις, πραγματικές αποτυπώσεις σε ηλεκτρονικό και άλλο φορέα του σώματος και μέρους σώματος ανηλίκων, καθώς και πραγματικής ασελγούς πράξης, που διενεργείται από ανηλίκους και με ανηλίκους, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση.
Την πράξη του δε αυτή τελεί κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του για την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο προμηθεύθηκε και κατείχε δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση του διαδικτύου :
α) έντεκα (11) συγκεκριμένα αρχεία ( βίντεο ) υλικού πορνογραφίας ανηλίκων διαμορφώσεων "avi", "ηιρ4" και "3gp", β) εξήντα ένα (61) αρχεία φωτογραφιών, που απεικονίζουν και παρουσιάζουν γυμνά ανήλικα άτομα και γ) τρία (3) αρχεία βίντεο διαμόρφωσης "avi". Τα ως άνω αρχεία βίντεο απεικονίζουν όλα και παρουσιάζουν ανήλικα άτομα να ενεργούν και να δέχονται ασελγείς πράξεις, (όπως παρά φύση συνουσία και ασελγείς πράξεις σε βάρος άρρενος ανηλίκου), ο ίδιος δε αποθήκευσε στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του το υλικό αυτό και το κατείχε καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ενώ ανέσυρε τις παραπάνω εικόνες και βίντεο από τη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, τις εμφάνιζε στην οθόνη του και τις παρατηρούσε, όταν επιθυμούσε, με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή του.
Την πράξη του δε αυτή τέλεσε κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της, (λόγω του εξακολουθητικού χαρακτήρα της), προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η πράξη αυτή αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες και το ψηφιακό υλικό.
Ο πάντως αρνητικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στις φωτογραφίες απεικονίζεται κυρίως ο μη ανήλικος πρώην μόνιμος σύντροφος του Μ. Κ. δεν αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, που ισχυρίζεται ότι ήταν φίλος και των δύο και επίσης ομοφυλόφιλος, η οποία δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού δεν προσήλθε ως μάρτυρας ο ίδιος ο Μάριος, ούτε έστω προσκομίστηκαν για σύγκριση κάποιες φωτογραφίες του.
Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος έχει τελέσει και την εν λόγω τελευταία υπό κατηγορία πράξη, της προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου κατά συνήθεια, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τις διατάξεις του άρθρου 348Α παρ. 2, 3, 4 περ.
α' (στο τέλος) του ΠΚ., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθ. 5 του ν. 3064/02 και αντικ. με το άρθ. 2 παρ. 10 του ν. 3625/07 και όπως η μεν παρ.4 αυτού μόνη τροποποιήθηκε με το άρθ. 3 του ν. 3727/08, όλες δε οι ανωτέρω παράγραφοι αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 4267/2014 από 12-6-2014. Η τελευταία μεταβολή των επίδικων διατάξεων καταλαμβάνει τον επίδικο χρόνο, (10-02-2015 έως 02-03-2015), και άρα είναι εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση, ενώ η πλέον πρόσφατη τροποποίηση της παρ.2 με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4411/16 ( 3-8-2016 ), δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, καθόσον είναι δυσμενέστερη για τον κατηγ/νο, δοθέντος ότι επεκτείνει το αξιόποινο σε όλα τα πληροφοριακά συστήματα." Βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενοι του ότι:
Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές και συγκεκριμένα :
Α). Με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασε άλλους σε συνουσία και άλλη ασελγή πράξη καθώς και σε ανοχή ασελγούς πράξης και ειδικότερα :
1. Στη …, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο οπωσδήποτε όμως εντός του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2012, οδήγησε τον ανήλικο τότε Ι.-Ι. Β. του Γ. και Σ. γεννηθέντα στις 18-05-1997, δηλαδή έχοντα συμπληρώσει τα 15 έτη και 5 μήνες περίπου επιπλέον, τον οποίο είχε προσεγγίσει μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης (FACEBOOK), σε ερημικό σημείο της παραλίας της …, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η ακριβής τοποθεσία, και τον εξανάγκασε σε παρά φύση συνουσία και σε ανοχή στοματικού έρωτα με την απειλή σωματικής βίας, κάμπτοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίσταση του τελευταίου, ο οποίος είχε περιέλθει σε κατάσταση τρόμου, με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του.
2. Στο ... και σε μη επακριβώς προσδιορισμένη τοποθεσία, στις 18-08-2014, οδήγησε την αβάπτιστη ανήλικη με το όνομα Ν., θυγατέρα του Α. Κ. ή του Μ. Ι. και της Α. Τ., γεννηθείσα στις 14-01-2000, (που ήταν τότε δηλαδή 14 ετών και 8 μηνών), την οποία είχε προηγουμένως προσεγγίσει μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης, (FACEBOOK), εντός της οικίας, στην οποία ο ίδιος διέμενε και, με την χρήση και με την απειλή σωματικής βίας, κάμπτοντας με αυτούς τους τρόπους την αντίστασή της, αφού εκείνη είχε περιέλθει σε κατάσταση τρόμου, την εξανάγκασε σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, δύο φορές και μια φορά αντίστοιχα, με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, στη συνέχεια δε την επιβίβασε στο αυτοκίνητο του, ο αριθμός κυκλοφορίας του οποίου δεν εξακριβώθηκε, και την εγκατέλειψε σε ερημική τοποθεσία της περιοχής ....
Β). Στον ..., την 1η-03-2015, επιχείρησε, με ενέργειες που συνιστούν αρχή εκτελέσεως, να ενεργήσει ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο, που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα (12) άλλα όχι τα δεκατέσσερα (14) έτη, όμως, αυτή η επιδιωχθείσα από τον ίδιο πράξη δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή του.
Ειδικότερα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε προγραμματίσει μέσω ανταλλαγής μηνυμάτων σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, (FACEBOOK), καθορισμένη συνάντηση με τον ανήλικο Δ.-Σ. Π. του Κ. και Ε., γεννηθέντα στις 18-08-2Θ01, (δηλαδή ήταν τότε 13 ετών 6 μηνών και 11 ημερών), προσήλθε στο καθορισμένο σημείο συνάντησης, στην ..., οδηγώντας ένα λευκό κλειστό φορτηγάκι τύπου "βαν", με αριθμό κυκλοφορίας ...08 μάρκας FIAT, το οποίο είχε διαμορφώσει ειδικά με σκοπό να συνευρεθεί ερωτικά με τον ανωτέρω ανήλικο, ήτοι το είχε εξοπλίσει με κουβέρτες, μαξιλάρια, ανεμιστήρα, φωτισμό, ενώ διέθετε στο εσωτερικό του τέσσερις συσκευασίες προφυλακτικών, ένα σωληνάριο λιπαντικού τζελ (βαζελίνη) και ένα πακέτο μωρομάντηλα και, αφού έκανε προσωρινή στάση επί του περιφερικού δρόμου της πλατείας, προέτρεψε τον πιο πάνω ανήλικο να εισέλθει στο όχημα αυτό, με προφανή σκοπό να προβεί σε τέλεση ασελγών πράξεων μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθόσον, όταν ο ανήλικος κινήθηκε για να εισέλθει στο όχημα του κατηγορουμένου, επενέβησαν οι αστυνομικοί, που καιροφυλακτούσαν εκεί μετά από ειδοποίηση των γονέων του ανηλίκου, οι οποίοι και τον ακινητοποίησαν και τον συνέλαβαν.
Γ). Στο ... στις 18-08-2014 ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα (14), αλλά όχι και τα δεκαπέντε (15) έτη, (αποπλάνηση) και συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ είχε προγραμματίσει μέσο) ανταλλαγής μηνυμάτων στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης "FACEBOOK" καθορισμένη συνάντηση με την ανήλικη αβάπτιστη Ν., θυγατέρα του Α. Κ. ή του Μ. Ι. και της Τ., γεννηθείσα την 14-01-2000, η οποία διατηρούσε ψεύτικο προφίλ με το όνομα "Χ." παριστάνοντας ότι είναι αγόρι ηλικίας 16 ετών, προσήλθε στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης στα ..., οδηγώντας Ι.Χ.Ε όχημα, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν προσδιορισθεί και ακολούθως την οδήγησε σε διαμέρισμα που διατηρεί στην περιοχή του ..., όπου ήλθε σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία μαζί της, (χωρίς τη θέλησή της), με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, και εν συνεχεία τη μετέφερε με το αυτοκίνητο του σε άγνωστο σημείο στην περιοχή του ...- ... και την εγκατέλειψε.
Δ). Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από 27-02- 2015 έως 01-03-2015, με πρόθεση, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, πρότεινε σε ανήλικο, που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε (15) έτη, να τον συναντήσει με σκοπό τη διάπραξη του αδικήματος της αποπλάνησης παιδιού, που έχει συμπληρώσει τα δώδεκα (12) αλλά όχι τα δεκατέσσερα (14) έτη του, η δε πρότασή του ακολουθήθηκε από περαιτέρω πράξεις που οδήγησαν σε τέτοια συνάντηση. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, δημιούργησε προφίλ στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης (FACEBOOK) με στοιχεία "Κ. Γ." και προσέγγισε τον ανήλικο Δ.- Σ. Π. του Κ. και Ε., γεννηθέντα στις 18-08-2001, που επίσης διατηρούσε προφίλ στην ίδια ιστοσελίδα με στοιχεία "Σ. Π.", γνωρίζοντας ότι είναι ανήλικος και δεν είχε συμπληρώσει τα δεκαπέντε έτη και με την αποστολή γραπτών μηνυμάτων του πρότεινε να συναντηθούν, προκειμένου να τελέσει σε βάρος του το αδίκημα της αποπλάνησης παιδιού που δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, η δε πρότασή του υλοποιήθηκε, διότι καθόρισε συγκεκριμένη συνάντηση με τον ανήλικο την 1 η-03-2015 στο ... στον ..., όπου προσήλθε ανύποπτος ο ανήλικος, καθώς και ο ίδιος ο κατηγορούμενος για να συνευρεθεί ερωτικά με αυτόν, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην ως άνω υπό στοιχ. Β. του παρόντος σκεπτικού πράξη, ανεξάρτητα από τη μη επίτευξη του σκοπού του κατηγορουμένου κατά την εν λόγω συνάντηση.
Ε). Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από 10-02- 2015 έως 02-03-2015, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προμηθεύθηκε και κατείχε δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου, υλικό παιδικής πορνογραφίας, όπως αναπαραστάσεις, πραγματικές αποτυπώσεις σε ηλεκτρονικό και άλλο φορέα του σώματος και μέρους σώματος ανηλίκων, καθώς και πραγματικής ασελγούς πράξης, που διενεργείται από ανηλίκους και με ανηλίκους, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση.
Την πράξη του δε αυτή τελεί κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του για την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο προμηθεύθηκε και κατείχε δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση του διαδικτύου :
α) έντεκα (11) συγκεκριμένα αρχεία (βίντεο) υλικού πορνογραφίας ανηλίκων διαμορφώσεων "avi", "mp4" και "3gp", β) εξήντα ένα (61) αρχεία φωτογραφιών, που απεικονίζουν και παρουσιάζουν γυμνά ανήλικα άτομα και γ) τρία (3) αρχεία βίντεο διαμόρφοοσης "avi". Τα ως άνω αρχεία βίντεο απεικονίζουν όλα και παρουσιάζουν ανήλικα άτομα να ενεργούν και να δέχονται ασελγείς πράξεις, (όπως παρά φύση συνουσία και ασελγείς πράξεις σε βάρος άρρενος ανηλίκου), ο ίδιος δε αποθήκευσε στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του το υλικό αυτό και το κατείχε καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ενώ ανέσυρε τις παραπάνω εικόνες και βίντεο από τη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, τις εμφάνιζε στην οθόνη του και τις παρατηρούσε, όταν επιθυμούσε, με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή του.
Την πράξη του δε αυτή τέλεσε κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της, (λόγω του εξακολουθητικού χαρακτήρα της), προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς του". Με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα όποια καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (τα οποία συρρέουν αληθώς) της αποδείξεως από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους συλλογισμούς με βάσης του οποίους έκανε τη υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές;
Διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 336 παρ.1, 339 παρ. 1 περ. β' και γ', 348Α παρ. 23 και 4α και 348 Β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς αν τις παραβιάσει εκ πλαγίου στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά περιγράφονται και αιτιολογούνται, καταρχήν, η άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος σωματικής βίας και απειλών σε βάρος των δύο ανηλίκων παθόντων Ι.- Ι.
Β. και της αβάπτιστης Ν. με τις παραδοχές ότι, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη και γνωρίζοντας ότι αυτοί δεν συναινούν, αφού αντιστέκονταν ο μεν πρώτος φωνάζοντας βοήθεια η δεύτερη κλαίγοντας και απωθώντας τον , τους εξανάγκασε και τους παραπλάνησε να υποστούν επανειλημμένα ολοκληρωμένη συνουσία και ασελγείς πράξεις, που περιγράφονται αναλυτικά στο σκεπτικό και κατέτειναν στη διέργεση καις την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλαν σοβαρά το κοινό αίσθημα της αιδούς, των ηθών και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας τους.
Συνεπώς το δικαστήριο με τιε παραπάνω παραδοχές, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , με βάση την αρχή της ηθικής της αποδείξεως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η τέλεση των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα αξιόποινων πράξεων του βιασμού (κατά συρροή) και όχι αυτής του άρθρου 347 παρ. 1β' και όπως αβάσιμα υποστηρίζει και της αποπλάνησης (τετελεσμένης και σε απόπειρα), σε συγκεκριμένους τόπους και χρόνους, σε βάρος των ως άνω ανηλίκων, πριν αυτά συμπληρώσουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, στη μία περίπτωση και το 15ο έτος της ηλικίας, στην άλλη περίπτωση, ενώ, προκειμένου να αχθεί στη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του σχετικά με τον βιασμό της ανήλικης Ν.
έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων όλες τις καταθέσεις της εν λόγω ανήλικης καθώς και την απόν 19-8-2014 πραγματογνωμοσύνη της ψυχολόγου Κ. Κ. στην οποία εμμέσως πλην σαφώς γίνεται αναφορά στα της αναφοράς των οικογενειακών προβλημάτων που η ανήλικη αντιμετώπιζε και των σεξουαλικών προτιμήσεων αυτής.
Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ο ίδιος, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών και ειδικότερα, μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης (FACEBOOK) προέβη στη προσέλκυση ανηλίκου παιδιού και δη του Δ.-Σ. Π. προκειμένου να προβεί στην τελέσω ασελγών πράξεων μαζί του, εμφανιζόμενος με ψευδή στοιχεία ταυτότητας, σε αποστολή γραπτού προς αυτόν μηνύματος με το οποίο του πρότεινε να συναντηθούν δήθεν για καφέ, πράγμα το οποία αποδέχθηκε ο ανήλικος, ανεξάρτητα από την επίτευξη του αληθινού σκοπού του, που ήταν η ερωτική συνεύρεση με αυτόν, ο οποίος δεν επιτευχθεί καθόσον, προ της εισόδου του ανηλίκου στο ειδικά διαμορφωμένο για ερωτικές συνευρέσεις βαν (εξοπλισμένο με κουβέρτες, μαξιλάρια, ανεμιστήρας, φωτισμό, προφυλακτικά και βαζελίνη, με το οποίο μετέβη στον καθορισμένο τόπο συνάντησης, επενέβηκαν αστυνομικοί και τον συνέλαβαν, ενώ με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αιτιολογείται γη αρχή εκτελέσεως και επομένως η απόπειρα τέλεσης και της πράξης της αποπλάνησης του εν λόγω ανηλίκου, για την οποία επίσης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με την παραδοχή ότι ''.....
επιχείρησε να επιβιβαστεί το υποψήφιο θύμα στο αυτοκίνητο του.... Ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού και καλώντας τον ανήλικο να εισέλθει. Το τελευταίε στοιχείο αποκλείει και τη αρχή εκτελέσεως που απαιτείται επί απόπειρας, καθόσον μετά την άμεσα προβλεπόμενη είσοδο του ανηλίκου.... Η εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν σαφώς προδιαγραμμένη, ενόψει της μεγάλης διαφοράς σωματικών δυνάμεων μεταξύ υποψηφίου δράστη και υποψηφίου θύματος......'' Πραγματικά περιστατικά τα οποία ορθά κρίθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας ως αρχή εκτελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης και όχι ως απλές, μη τιμωρητέες, προπαρασκευαστικές ενέργειες αυτής, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Τέλος, αιτιολογημένα εκτίθεται ο αναιρεσίων κατά τρόπο εξακολουθητικό, ενεργώντας με πρόθεση και που, προμηθεύτηκε και κατείχε, με τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, μέσω του διαδικτύου, υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή αρχεία ''βίντεο'' και φωτογραφιών, τα οποία αυτός είχε αποθηκεύσει στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή που είχε και εμφάνισε στην οθόνη όταν επιθυμούσε τη γενετήσια διέγερση του καθώς και ότι την πράξη του αυτή τέλεσε κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητας του, ενώ παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις αυτών, το Δικαστήριο σαφώς αναφέρει ότι η ανηλικότητα των απεικονιζόμενων παιδιών προκύπτει από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες και το ψηφιακό υλικό, ακολουθεί δε επαρκώς περαιτέρω, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο προς τούτο, γιατί δεν κρίθηκε αξιόπιστη η κατάθεση του μαρτυρά υπεράσπισης Α.-Π.
Π.. Επομένως, οι προσβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι της 2ης αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως παραδεκτές.
V. Κατόπιν αυτών, πρέπει αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, ν' απορριφθεί και η 2η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 13-3-2018 (αρ.εκ. 7/2018) και 11-6-2018 (απ.πρ. 6182/2018) δύο αιτήσεις του Φ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 393, 427, 427-Α, 435-Α, 487/2017 και 33/2018 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ