Legislator Case Law & Legislation
2081/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil compensation for mental anguish in a traffic accident case.

Case Number 2081/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a lower court's award of damages for mental anguish following a fatal traffic accident. The court found that the appellate court did not violate the principle of proportionality when setting specific compensation amounts for the deceased's wife, children, and other relatives. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Compensation for mental anguish in tort cases must be proportional to the circumstances and not exceed reasonable limits based on judicial practice.

Keywords

AI generated
mental anguish compensation traffic accident liability principle of proportionality discretionary power limits civil code articles appeal dismissal family members damages

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
AI generated
1129/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
746/2006
Supreme Court annuls traffic court verdict for lack of clear reasoning on driver liability and facts.
1746/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-4-2002, 10-6-2002, 10-2-2003 και 30-9-2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8341/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Απριλίου 2006 αίτησή τους και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
371/2009
Supreme Court dismisses appeals in traffic accident case, upholding liability for pedestrian's violation of road safety laws.
873/2013
Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, rejecting arguments regarding cause of death and lack of license.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2081 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2081/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Μ. (A. M.) χας Β. Μ., 2) Ν. Μ. (N. M.) του Β., 3) Ι. Μ. (J. M.) του Β., 4) Ν. Μ. (D. M.) του Β., 5) Ά. Μ. (A. M.) χας Β. Μ., ως νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου της Μ. Μ. του Κ., που απεβίωσε στις 15-10-2013, 6) Α. Μ. (A. M.) του Π., συζ. Ν. Μ., 7) Ν. Μ. (N. M.) του Β. και Α. Μ. (A. M.) του Π., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατρός τους Ά. - Μ. Μ. (A. M. M.), 8) Ν. Μ. (N. M.) του Β. και Α. Μ. (A. M.) του Π., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατρός τους Χ. Μ. (K. M.) και 9) Π. Μ. (P. M.) του Χ. (H.), όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. Μ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/ 2014, ΑΠ 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ακόλουθα: "Την 28-6-2011 και περί ώρα 20.15’ ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, αγροτικό, ανοικτού τύπου, 11 φορολογήσιμων ίππων, ιδιοκτησίας της Δ. Α., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς .... Η ως άνω οδός, στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, τα οποία διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη γραμμή, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,70 μέτρα (3,85 μέτρα ανά ρεύμα πορείας) και είναι ευθεία σε απόσταση τουλάχιστον ενός χιλιομέτρου.

Το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 80 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ο καιρός ήταν αίθριος, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων μέτρια, ο φωτισμός ήταν ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Ο πρώτος εναγόμενος έβαινε στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, καταλαμβάνοντας και μέρος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, πλάτους περίπου ενός μέτρου, με χαμηλή ταχύτητα, διαρκώς μειούμενη, προτιθέμενος, με ελιγμό προς τα αριστερά, να μεταβεί στην οικία του κουμπάρου του Κ., που βρίσκεται από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, σε πολύ μικρή απόσταση, από το σημείο του ατυχήματος.

Στο σημείο εκείνο του οδοστρώματος επιτρέπεται η αριστερή στροφή, λόγω της διακεκομμένης γραμμής επί του οδοστρώματος, ωστόσο ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, έλαβε με το όχημά του ελαφρώς διαγώνια θέση επί του οδοστρώματος, για να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων όπισθεν αυτού και να λάβει υπόψη την θέση, την ταχύτητα και την κατεύθυνσή τους.

Η μη χρήση αριστερού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως συνομολογείται από τον πρώτο εναγόμενο και την ασφαλιστική του εταιρία, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι πρόθεση του ως άνω οδηγού ήταν να συνεχίσει ευθεία την πορεία του και να μην επισκεφθεί τη συγκεκριμένη ημέρα τους κουμπάρους του, στην οικία τους. Τη στιγμή εκείνη όπισθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου και ομορρόπως με αυτό, εκινείτο η με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, 900 κ.ε., ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Επί της μοτοσικλέτας επέβαιναν δύο πρόσωπα ο Β. Μ., ηλικίας 58 ετών, Αλβανικής υπηκοότητας, κάτοχος αλβανικής άδειας ικανότητας οδηγήσεως και ο τρίτος εναγόμενος, ανεψιός του ανωτέρω, M.

G., Αλβανικής υπηκοότητας, ηλικίας 31 ετών, στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγήσεως, ο οποίος είχε έλθει στην Ελλάδας λίγες ημέρες πριν και αγνοούσε την ελληνική γλώσσα. Ένας εκ των ανωτέρω ήταν στη θέση του οδηγού και ο έτερος όπισθεν αυτού, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί κατωτέρω. Αμφότεροι δεν φορούσαν προστατευτικά κράνη.

Ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, που υπερέβαινε το όριο ταχύτητας επί της οδού, κινούμενος στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του. Λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι το φορτηγό μείωσε την ταχύτητά του, προκειμένου να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αλλά συνέχισε να κινείται πλησίον της διακεκομμένης γραμμής, όταν δε αντιλήφθηκε την πρόθεση του οδηγού του φορτηγού τροχοπέδησε, αφήνοντας ίχνη τροχοπεδήσεως στο οδόστρωμα μήκους 6,60 μέτρων και έκανε ελαφρύ ελιγμό προς τα δεξιά, λόγω όμως της μικρής αποστάσεως μεταξύ των οχημάτων και της αυξημένης ταχύτητας της μοτοσικλέτας, δεν κατέστη εφικτό να αποφύγει τη σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο και εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού, το οποίο υπέστη εκτεταμένη στρέβλωση και συνθλιβή του πατώματος της καρότσας.

Από την ώθηση που δέχθηκε το φορτηγό, λόγω και της ελαφράς κλίσεως που είχε προς τα αριστερά, περιστράφηκε περί τον άξονά του προς τα αριστερά, διέσχισε το αντίθετο ρεύμα πορείας περίπου καθέτως και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του, περίπου στο μέσον αυτού, σε τσιμεντογωνία, του αύλειου χώρου της προαναφερόμενης οικίας, ευρισκόμενη περί τα 2 μέτρα μετά το οδόστρωμα, όπου και ακινητοποιήθηκε σχεδόν εκτός οδοστρώματος, διαγωνίως και με μέτωπο περίπου 140 μοίρες αντίθετα από την αρχική του πορεία.

Η μοτοσικλέτα ανατράπηκε στο οδόστρωμα, σύρθηκε με την αριστερή πλευρά της επ’ αυτού, αφήνοντας ίχνη χαραγής και ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος. Ο Β. Μ., εκτινάχθηκε σε απόσταση 10,50 μέτρων από την τελική θέση της μοτοσικλέτας, προς τα αριστερά, πλησίον της διακεκομμένης γραμμής, ενώ ο M.

G. εκτινάχθηκε ευθεία σε σχέση με την τελική θέση της μοτοσικλέτας και σε απόσταση 6,70 μέτρα από αυτήν. Το πιθανό σημείο συγκρούσεως απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Γαστούνης σε απόσταση περίπου 70 εκατοστών από τη διαχωριστική γραμμή και στο ίδιο περίπου ύψος με τα ακινητοποιημένα οχήματα και την είσοδο του αύλειου χώρου της οικίας, ενώ τα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας αρχίζουν σε απόσταση περίπου 50 εκατοστών από την διακεκομμένη γραμμή και συνεχίζονται ελαφρώς προς τα δεξιά, μέχρι το σημείο συγκρούσεως.

Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων ότι ο πρώτος εξ αυτών εκινείτο στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, προτιθέμενος να μεταβεί ευθεία προς ... και όχι στην οικία που βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία του δεν είναι βάσιμος, ενώ αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος, ευρισκόμενος στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος επεχείρησε αιφνιδίως ελιγμό προς τα αριστερά και παρεμβλήθηκε σχεδόν κάθετα στην πορεία της μοτοσικλέτας.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας και το σημείο συγκρούσεως εντοπίζονται πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα προσέκρουσε με δεξιά κλίση στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του πλάτους περίπου δύο μέτρων φορτηγού, περίπου 60 εκατοστά από το δεξιό άκρο του, το φορτηγό καταλάμβανε περίπου ένα μέτρο από το αντίθετο ρεύμα πορείας, κινούμενο ιππαστί στη διακεκομμένη γραμμή.

Περαιτέρω από το γεγονός ότι η πρόσκρουση έγινε στο οπίσθιο τμήμα του φορτηγού και όχι στο πλάγιο αριστερό οπίσθιο τμήμα του, προκύπτει ότι το φορτηγό δεν παρεμβλήθηκε σχεδόν καθέτως στην πορεία της μοτοσικλέτας, αλλά είχε ελαφρά κλίση προς τα αριστερά. Η κλίση του φορτηγού προς τα αριστερά επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ενώ τα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας, μέχρι το σημείο συγκρούσεως δεν παρουσιάζουν μεγάλη κλίση προς τα δεξιά, η πρόσκρουση της μοτοσικλέτας στο φορτηγό έγινε υπό γωνία περίπου 60 μοιρών και όχι καθέτως, ενώ το φορτηγό μετά την ώθηση που δέχθηκε και την περιστροφή, δεν κινήθηκε διαγωνίως στο οδόστρωμα, αλλά περίπου καθέτως μέχρι τον αύλειο χώρο της οικίας και προσέκρουσε στην τσιμεντοκολώνα, στο ίδιο περίπου ύψος με το σημείο συγκρούσεως.

Από τη σύγκρουση αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες. Ο M. G. υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα οξεία κοιλία και κακώσεις, συνεπεία των οποίων νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Αμαλιάδας από 29-6-2011 έως 3-7-2011. Ο Β. Μ. απεβίωσε στον τόπο του ατυχήματος...". Ακολούθως και αφού έκρινε ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο οικείος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Β.

Μ. και όχι ο M. G., όπως είχε κριθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε στη συνέχεια τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, κατά ποσοστό 30%, και του οδηγού της μοτοσικλέτας, θανόντος, κατά ποσοστό 70%.

Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, αλλά στο μέσον αυτού και προτιθέμενος να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά δεν χρησιμοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, ούτε βεβαιώθηκε ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνται όπισθεν αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την ταχύτητά τους και την κατεύθυνσή τους, δηλαδή ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.

και η παράβαση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος έχει ήδη παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, διότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ενήργησε αιφνιδίως αλλαγή κατευθύνσεως προς τα αριστερά και παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα το θάνατο του ενός και τη σωματική βλάβη του ετέρου των επιβαινόντων σε αυτήν.

Εξάλλου ο οδηγός της μοτοσικλέτας, θανών, είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη επιμέλειας, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, όπως προκύπτει από τη σφοδρότητα της συγκρούσεως, που είχε ως συνέπεια τη στρέβλωση των οχημάτων, την εκτίναξη των επιβατών της μοτοσικλέτας σε μεγάλη απόσταση και το θανατηφόρο αποτέλεσμα, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ειδικότερα το στενό οδόστρωμα επαρχιακής οδού, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και δεν τηρούσε την απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει τη σύγκρουση, εάν το προπορευόμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, δηλαδή ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 7 και 20 του Κ.Ο.Κ.

και οι παραβάσεις αυτές τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ’ όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά και των δύο οδηγών, η οποία συνίσταται για μεν τον οδηγό του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου στο ότι κινούμενος στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, καταλαμβάνοντας και μέρος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, πλάτους ενός μέτρου περίπου, δηλαδή ιππαστί στην διακεκομμένη γραμμή, με χαμηλή ταχύτητα, διαρκώς μειούμενη, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, έλαβε με το όχημά του ελαφρώς διαγώνια θέση επί του οδοστρώματος για να πραγματοποιήσει τον ελιγμό αυτό, χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων όπισθεν αυτού και να λάβει υπόψη την θέση, την ταχύτητα και την κατεύθυνσή τους, για δε τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο ότι οδηγούσε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ειδικότερα το στενό οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει την σύγκρουση εάν το προπορευόμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, καθορίζοντας περαιτέρω ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας αμφοτέρων.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες λοιπές αιτιάσεις ανάγονται σε επιχειρήματα αυτών (αναιρεσειόντων) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα.

Επομένως το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι ήθελε να στρίψει, χωρίς προειδοποίηση, αριστερά και, έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., ο δε δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (κατά την πρώτη αιτίαση αυτού), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1911/2006), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος αυτού) από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν σ’ αυτό με επίκληση, με τις προτάσεις τους, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου της συγκρούσεως, β) την συνταγείσα σχετικώς από 28.6.2011 έκθεση αυτοψίας του Α.Τ. Γαστούνης, γ) το με αριθμό πρωτ. .../28.6.2011 δελτίο συμβάντων, δ) την από 14.10.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π. Μ. και Ι. Μ. και τις συνημμένες σ’ αυτήν φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται οι συγκρουσθείσες επιφάνειες αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και η θέση αυτών κατά την σύγκρουση, ε) την από 28.6.2011 απολογία του δευτέρου τούτων (αναιρεσειόντων), και στ) την από 30.6.2011 δήλωση ατυχήματος του ιδίου προς την ασφαλιστική του εταιρία, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι ο δεύτερος τούτων κατά την στιγμή της συγκρούσεως εκινείτο στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ...

και όχι στο αριστερό μέρος αυτού, καταλαμβάνοντας και μέρος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, πλάτους ενός μέτρου, προτιθέμενος, με ελιγμό προς τα αριστερά, να μεταβεί στην οικία του κουμπάρου του Κ., που βρίσκεται από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται οι μη αμφισβητούμενες για την γνησιότητά τους φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε, όπου και οι μη αμφισβητούμενες για την γνησιότητά τους φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων που περιέχονται στην συνταχθείσα κατά την προανάκριση έκθεση πραγματογνωμοσύνης", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τα ως άνω έγγραφα, εκ των οποίων μάλιστα τα υπό στοιχεία α’ , β’ , δ’ και ε’ μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με ρητή αναφορά και αξιολόγηση των δύο πρώτων εξ αυτών, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών εγγράφων.

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλομένη αιτίαση ότι από το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την θέση των εμπλακέντων οχημάτων στο οδόστρωμα κατά την στιγμή της συγκρούσεως και συνακολούθως ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού τους περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών αυτών μέσων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008).

Έτσι, "πράγμα" είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική, ολική ή κατά ένα μέρος, της αγωγής, κατ’ άρθρο 300 του Α.Κ. (ΑΠ 1781/2009, ΑΠ 1352/2008). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008).

Ακόμη, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ., για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση, με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/2012, ΑΠ 446/2011, ΑΠ 1154/2002, πρβλ.

Ολομ. ΑΠ, 23/2008, 14/2005, 9/2000). Απαιτείται, δηλαδή, η αναφορά αυτή να είναι σαφής και ορισμένη σε τρόπο ώστε να προκύπτει από αυτή ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος είχε προβληθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται κατά τη νέα, με την αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως (ΑΠ 446/2011).

Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμού που έχει επανυποβληθεί νόμιμα ενώπιον του Εφετείου είναι θεμελιωτική του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (της μη λήψεως υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν), στους ισχυρισμούς δε αυτούς υπάγεται και η πιο πάνω ένσταση περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση τροχαίου ατυχήματος (άρθρο 300 του Α.Κ.).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 535 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το Εφετείο και όταν εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση και κρατεί την υπόθεση, δικάζει κατ’ ουσίαν την διαφορά, στο πλαίσιο όμως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, μόνο ως προς τα κεφάλαια που έχουν προσβληθεί με την έφεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου μέρος: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, την από 3.9.2012 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος Δ.

Α., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... - Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." και των, μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη, τρίτου εναγομένου M. G., οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας …- δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του δευτέρου τούτων (εναγόντων), που ήταν ασφαλισμένη, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε.", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του, συνεπιβαίνοντος στην μοτοσυκλέτα, οικείου τους Β. Μ., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα κατά την, υπό τις αναφερόμενες σ’ αυτήν (αγωγή) συνθήκες, σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 87/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο M. G. και ότι ο οικείος των εναγόντων Β. Μ. ήταν συνεπιβάτης αυτής και αφού κρίθηκε περαιτέρω ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών ήταν ο ανωτέρω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας M.

G., απερρίφθη αυτή (αγωγή) ως προς τους δι’ αυτής δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς βέβαια ύστερα από αυτό να ερευνηθεί η ένσταση αυτών (πρώτου και δεύτερης εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων) περί συνυπαιτιότητας του ανωτέρω M. G., άλλως του παθόντος - οικείου των εναγόντων, εφόσον γινόταν δεκτό ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν αυτός (οικείος των εναγόντων) και έγινε δεκτή (ένδικη αγωγή) εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς την τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε." (ενώ απερρίφθη ως απαράδεκτη ως προς τον τρίτο εναγόμενο M. G.) και επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων (πλην του δευτέρου τούτων, επειδή ήταν ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας) τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών: α) η από 8.9.2014 έφεση της τέταρτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε." (μη διαδίκου, κατά τα προεκτεθέντα, στην παρούσα αναιρετική δίκη) και β) η από 19.9.2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες οι ανωτέρω διάδικοι διετύπωσαν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν την εξαφάνισή της, οι μεν ενάγοντες, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους και ως προς τους δι’ αυτής πρώτο και δεύτερη εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, η δε ως άνω ασφαλιστική εταιρία, ώστε να γίνει δεκτός ο προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός της ότι την ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν οδηγούσε ο M.

G., αλλά οδηγός αυτής ήταν ο οικείος των εναγόντων Β. Μ.. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η, προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, υπ’ αριθμ. 75/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία και, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο αυτής που στρεφόταν κατά των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι διετύπωναν παράπονα για την απόρριψη της αγωγής τους κατά το μέρος αυτής που στρεφόταν εναντίον τους, ισχυριζόμενοι ότι το ατύχημα οφείλεται και σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, έγινε δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Δ.

Α. είναι συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 30%, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν, επιδικάστηκαν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους σε βάρος των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των, ενώπιον του Εφετείου, από 14.11. 2015 εγγράφων προτάσεων της πρώτης αναιρεσείουσας (σελ. 4η και 5η αυτών) προκύπτει ότι αυτή επανέφερε προς κρίση, ενώπιόν του, τους προβληθέντες, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμούς της περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας M.

G., άλλως του παθόντος Β. Μ., στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν αυτός (ο Β. Μ.). Από την επισκόπηση όμως των από 10.11.2015 και 18.11.2015 εγγράφων προτάσεων του δευτέρου αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων) δεν επανέφερε προς κρίση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας M.

G., άλλως του παθόντος Β. Μ., στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν αυτός (ο Β. Μ.), που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Απλώς με αυτές αναφέρεται, γενικά και αόριστα, στις προτάσεις του, που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις οποίες ούτε καν ενσωματώνει στις εφετειακές και εκθέτει ότι τις προσκομίζει.

Η γενική όμως αυτή αναφορά δεν αρκεί, καθ’ όσον για να είναι παραδεκτή η επαναφορά ισχυρισμών, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πρέπει να επανυποβάλλονται με σύντομη περίληψη, αλλά κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και συγκεκριμένα με αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως, όπως ορίζει και το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Με τον τρόπο αυτό δεν επαναφέρθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα νόμιμα προς κρίση η ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας σε σχέση με την έφεση των αναιρεσιβλήτων, όπως ήταν απαραίτητο, δεδομένου ότι η αγωγή δεν απορρίφθηκε ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, όπως έχει προαναφερθεί, κατά παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως) των εναγομένων αυτών - αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του παθόντος, οπότε, πράγματι, δεν θα υπήρχε ανάγκη επαναφοράς της εν λόγω ενστάσεως (ΑΠ 979/2003).

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, αφού έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αρνητικά τον ισχυρισμό ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο M. G., κρίνοντας ότι οδηγός αυτής ήταν ο Β. Μ., δέχθηκε περαιτέρω, κατά παραδοχήν της νομίμως επαναφερθείσας ενώπιόν του ενστάσεως της πρώτης αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του παθόντος, ότι αυτός (παθών - οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) ήταν συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 70%, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, έλαβε δηλαδή υπόψη του τον άνω ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας, επί του οποίου και αποφάνθηκε, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους παραδεκτώς προταθέντες ως άνω ισχυρισμούς αμφοτέρων των ήδη αναιρεσειόντων, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, ως προς μεν την πρώτη αναιρεσείουσα, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους επαναφερθέντες από αυτήν ενώπιόν του ως άνω ισχυρισμούς της, ως προς δε τον δεύτερο αναιρεσείοντα, λόγω μη επαναφοράς προς επανάκριση, ενώπιον του Εφετείου, εκ μέρους του των ενστάσεων που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δικ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Εξ άλλου, από το άρθρο 300 του Α.Κ. προκύπτει ότι, αν στην γένεση ή την επέλευση της ζημίας και την έκταση αυτής συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, ήτοι παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σχέση με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα ή την επέλευση ή έκταση της ζημίας, το δικαστήριο μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του συνυπαιτίου, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής, κατά το ποσοστό του πταίσματος του ζημιωθέντος.

Ειδικότερα, όμως, όταν δικαιούχος αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία είναι τρίτος, εμμέσως ζημιωθείς, όπως τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 928, 929 εδ. β’ και 932 εδ. γ’ του Α.Κ., τα οποία ασκούν αξιώσεις εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμοι του θανόντος, η συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή την γένεση ή την έκταση της ζημίας καταλογίζεται και σ’ αυτόν (τρίτο), με την έννοια ότι το ποσό της αποζημιώσεως που επιδικάζεται σ’ αυτόν μειώνεται κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος.

Στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία παρέχεται, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 932 του Α.Κ., στα μέλη της οικογενείας του θύματος, το ποσό αυτής προσδιορίζεται, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως είναι ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου, σε συνδυασμό με το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, το είδος της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και με την προϋπόθεση ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη στον ενάγοντα στην συγκεκριμένη περίπτωση από την ζημιογόνο αδικοπραξία.

Επί αγωγής για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914, 928, 932 Α.Κ.), ο ισχυρισμός αυτού, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του θανόντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (άρθρο 300 Α.Κ.), και γι’ αυτό πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο.

Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερομένη διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1781/2009), ενώ ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον σχηματισμό της κρίσεώς του (ΑΠ 179/2014).

Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 932 του Α.Κ., συνισταμένης στο ότι, καίτοι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ήταν αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων οχημάτων και δη ο μεν Β.

Μ., θανατωθείς οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά ποσοστό 70%, ο δε πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Δ. Α., οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 30%, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (οικείων του θανατωθέντος ως άνω οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) δεν έλαβε ρητώς υπόψη του και το συντρέχον πταίσμα του ιδίου του θύματος, που παρέλειψε να συνεκτιμήσει και το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει το ύψος της επιδικασθείσας σ’ αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, ως προς αμφοτέρους (αναιρεσείοντες).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι "το συντρέχον πταίσμα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος λαμβάνεται υπόψη μόνο για την δεύτερη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία (ενν. την ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) που επανέφερε νομίμως τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη για τον πρώτο εφεσίβλητο (ενν.

τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, Δ. Α., ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), ο οποίος δεν επανέφερε την προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο" (βλ. 23η σελ. της προσβαλλομένης αποφάσεως), δέχθηκε, καθ’ όσον αφορά ειδικότερα στην έρευνα του παρόντος αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, αλβανικής υπηκοότητας είναι μέλη της οικογένειας του θανόντος, ο οποίος ήταν ηλικίας 58 ετών και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο.

Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα ήταν η σύζυγός του, ενώ η πέμπτη ενάγουσα Μ. Μ., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε με διαθήκη από την πρώτη ενάγουσα νύφη της, ήταν η μητέρα του, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων ήταν τέκνα του θανόντος, η έκτη ενάγουσα νύφη του, οι έβδομη και όγδοη των εναγόντων εγγονές του και ο ένατος των εναγόντων αδελφός του, όλοι δε οι ανωτέρω διαμένουν μονίμως στην Ελλάδα και συνδέονταν με τον θανόντα με δεσμούς αγάπης, εκτιμήσεως και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατός του να προκαλέσει σε αυτούς ψυχικό πόνο.

Κατά συνέπεια δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη οδηγού, της ηλικίας του θανόντος, του βαθμού συγγένειας έκαστου ενάγοντος με αυτόν, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εναγόντων και του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Γαστούνης που ασχολείται με αγροτικές και οικοδομικές εργασίες, πρέπει να οριστεί για μεν τον πρώτο εναγόμενο στα ποσά των: 30.000 ευρώ για τη σύζυγο, 25.000 ευρώ για έκαστο τέκνο, 20.000 ευρώ για τη μητέρα του θύματος, 5.000 ευρώ για τη νύφη του, 5.000 ευρώ για έκαστη από τις εγγονές του, ηλικίας 6 και ενός έτους κατά το χρόνο του θανάτου και 13.000 ευρώ για τον αδελφό του θύματος, ενώ για τη δεύτερη εναγόμενη, που προέβαλε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού της μοτοσικλέτας, τα ως άνω ποσά πρέπει να οριστούν ως εξής: 25.000 ευρώ για τη σύζυγο, 20.000 ευρώ για έκαστο τέκνο, 15.000 ευρώ για τη μητέρα του θύματος, 3.000 ευρώ για τη νύφη του, 3.000 ευρώ για έκαστη από τις εγγονές του και 10.000 ευρώ για τον αδελφό του θύματος".

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον βαθμό συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, τον οποίο και συνεκτίμησε, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, καθ’ όσον αφορά στην πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, πράγμα που δεν έπραξε και ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.

Αιτιολόγησε δε την διαφοροποίηση αυτή, αναφέροντας ρητώς ότι η πρώτη αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά, ενώπιόν του, με τις προτάσεις της (άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δικ.) τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων δεν τον επανέφερε (ισχυρισμό) (βλ. σελ. 23η της προσβαλλομένης αποφάσεως), συνεπεία δε τούτου προέβη στον καθορισμό των οφειλομένων εκ μέρους τους, για την προεκτεθείσα αιτία, παραπάνω αναφερομένων ποσών, που είναι διαφοροποιημένα και δη μεγαλύτερα, καθ’ όσον αφορούν στον δεύτερο αναιρεσείοντα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη λαμβάνοντας υπόψη για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, καθ’ όσον αφορά ειδικότερα τον δεύτερο αναιρεσείοντα, τον βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, τον οποίο και δεν συνεκτίμησε, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., διότι, όπως έχει εκτεθεί κατά την έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, ο εν λόγω διάδικος δεν επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος, όπως ήταν απαραίτητο, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι, εφόσον πρόκειται για ευθύνη από αδικοπραξία, ο εν λόγω διάδικος τυγχάνει απλός ομόδικος με την πρώτη αναιρεσείουσα και, συνεπώς η εκ μέρους αυτής υποβολή της προαναφερομένης ενστάσεως δεν τον ωφελεί (άρθρο 75 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ενώ και καθ’ όσον αφορά στην πρώτη αναιρεσείουσα, το συντρέχον πταίσμα του ως άνω θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας ελήφθη ρητώς υπόψη και συνεκτιμήθηκε για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς αυτήν.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός (τέταρτος) κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Εξ άλλου, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αμέσως παραπάνω, κατά την έρευνα του τετάρτου αναιρετικού λόγου, καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, καθ’ όσον αφορά στην έναντι αυτών υποχρέωση του μεν δευτέρου αναιρεσείοντος στα ποσά των: 30.000 ευρώ για την σύζυγο, 25.000 ευρώ για έκαστο τέκνο, 20.000 ευρώ, για την μητέρα του θύματος, 5.000 ευρώ για τη νύφη του, 5.000 ευρώ για εκάστη των εγγονών του και 13.000 ευρώ για τον αδελφό του, της δε πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, (που επανέφερε ενώπιόν του την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) σε μικρότερα ποσά και δη στα ποσά των: 25.000 ευρώ για την σύζυγο, 20.000 ευρώ για έκαστο τέκνο, 15.000 ευρώ για την μητέρα του θύματος, 3.000 ευρώ για τη νύφη του, 3.000 ευρώ για καθεμία από τις εγγονές του και 10.000 ευρώ για τον αδελφό του θύματος.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Β.

Μ., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατά τους αναιρεσείοντες δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (τροχαίου ατυχήματος). Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν αυτήν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος ως αόριστος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους, να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 75/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ