Legislator Case Law & Legislation
2081/2007 AI generated

2081/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2081/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2081/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε στον εργοδότη εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της εργασιακής σχέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2081 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2081/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάσωνα Γρανίτσα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Νομού Βοιωτίας, που εδρεύει στη Λιβαδειά και εκπροσωπείται νόμιμα από το Νομάρχη Βοιωτίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε στον εργοδότη εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της εργασιακής σχέσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το άνω ουσιαστικό απαράδεκτο καλύπτει όχι μόνο την καταψηφιστική αγωγή, αλλά και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως αγωγή, η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής αγωγής. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της σχέσεως εργασίας, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου είναι η σύμβαση εργασίας και ανεξαρτήτως αν πρόκειται για μισθωτούς συνδεόμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή αν πρόκειται για μισθωτούς επιχειρήσεων και εταιριών για τις οποίες ισχύουν ή όχι οι λοιπές διατάξεις του ν. 3198/1955, καθώς και αν η ακυρότητα προέρχεται από παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, ή κανονισμού που έχει ισχύ νόμου, ή άλλης νομικής διατάξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 27-10-2003 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή, επικαλούμενη ότι η σύμβαση εργασίας της, με την αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας που είχε το χαρακτήρα συμβάσεως αορίστου χρόνου, λύθηκε την 31-12-1998 ακύρως, διότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις της κοινοποιήσεως σ' αυτή έγγραφης καταγγελίας και της καταβολής αποζημιώσεως, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, αφού δέχθηκε ότι από το χρόνο της απολύσεως της αναιρεσείουσας (31-12-1998) έως το χρόνο επιδόσεως της αγωγής στην αναιρεσίβλητη (η κατάθεσή της έγινε την 29-10-2003) είχε συμπληρωθεί η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955) και κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υπάγονται ενιαίως στη ρύθμιση του αριθμού 1 (και όχι και των αριθμών 8 και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ. δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη.

Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.

Ως έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ.ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνεται, εκτός άλλων, και η αγωγή της ενεστώσας δίκης. Επομένως, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτή, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η αγωγή αποτελεί διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο. -

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2006 αίτηση της ..... περί αναιρέσεως της 14/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ