2080/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2080/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη δε αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ.2 και 3 του ΚΠΔ, ζητά την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου, ισχυριζόμενος ότι: α)στην κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή του άσκησε ουσιώδη επιρροή η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2080 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2080/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Βελισσαρίου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 157/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17/8/2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Αγγελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή με αριθμό ...2-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 3, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 17-8-2017 αίτηση του Α.
Λ. του Π., κατοίκου ..., για επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 157/2014 αμετακλήτου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα ετών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ (7 έτη για το αδίκημα της ληστείας, 2 έτη για το αδίκημα της απάτης, 1 έτος για το αδίκημα της απόπειρας απάτης, 6 μήνες για το αδίκημα της οπλοφορίας και 6 μήνες για το αδίκημα της οπλοχρησίας) και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά το άρθρο 525 Κ.Π.Δ. 1) Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)... 2).. 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη.... 2) Οι κατά την παρ. 1 αρ. 3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος, πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Ακολουθεί ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στην τρίτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 81/2014, 1215/2014) και δεν μνημονεύεται τέτοια απόφαση στην αίτηση, ή οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη εφικτό να εκδοθεί αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-8-2017 αίτησή του, ο Α. Λ. αιτείται την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του, ισχυριζόμενος ότι το δικάσαν δικαστήριο στηρίχθηκε σε ψευδείς καταθέσεις, αναφέρει δε, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού, ότι η παθούσα τον αναγνώρισε από φωτογραφίες, ενώ, ακολούθως (η ίδια παθούσα), υπέγραψε μια υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνει ότι ουδέποτε τον είδε ή τον συνάντησε.
Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, για να χωρήσει επανάληψη της διαδικασίας, κατά την περίπτωση 3 της παρ. 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, πρέπει η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, και να μνημονεύεται τέτοια απόφαση στην αίτηση, διαφορετικά αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Τέτοια απόφαση ο αϊτών δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, ούτε αναφέρει ότι τούτο δεν συνέβη λόγω των αναφερομένων στη διάταξη αυτή λόγων. Εξάλλου οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλει ο αϊτών στην προκειμένη αίτηση, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας για οποιαδήποτε από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ περιπτώσεις, διότι τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 17-8-2017 αίτηση του Α. Λ. του Π. και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ.2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές οι οποίοι την εξέδωσαν, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Περαιτέρω, κατά την § 1 περιπτ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων και ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, στην περίπτωση όμως, αυτή πρέπει σύμφωνα με την § 2 του ίδιου άρθρου, η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη.
Οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων μπορεί να είναι ένορκες ή ανώμοτες (ΑΠ 328/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών Α. Λ. του Π., κάτοικος ...)με την από 17-8-2017 αίτησή του και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους ζητεί την επανάληψη, προς το συµφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε µε την έκδοση της υπ' αριθµ. 157/2014 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου.
Με το ως άνω περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 3 και 528§1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 157/2014 απόφαση του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 584/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία εκδόθηκε επί αναιρέσεως του αιτούντος κατά της υπ' αριθμ.160/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν αίτησή του για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποίαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 148/2015 απόφαση του ως άνω Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του κατά της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση υπ' αριθμ.157/2014 απόφασης του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου (πρωτοβάθμιου), ο ως άνω αιτών κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της ληστείας, απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα, παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηµατική ποινή 1.500 ευρώ.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο κήρυξε τον αιτούντα ένοχο, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο διατακτικό, του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1) Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους από κοινού με άλλον τέλεσε το αδίκημα της απάτης τετελεσμένο και σε απόπειρα καθώς :α) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από κοινού με άλλον με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα στη Ρόδο, στις 08.08.2011, από κοινού με την συγκατηγορουμένη του Ν.
Λ., παρέστησαν ψευδώς στην Α. Κ., επισκεπτόμενοι αυτήν στην οικία της , στη ..., ότι εργάζονται στην Πρόνοια και παρέστησαν σε αυτήν ψευδώς ότι θα της δώσουν αναπηρική σύνταξη, με τον τρόπο αυτό έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας αυτή να τους καταβάλει το ποσό των 700 ευρώ, ώστε δήθεν να εκδοθεί η σύνταξη, με σκοπό να αποκομίσουν το ανωτέρω περιουσιακό όφελος και (β) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από κοινού με άλλον, έχοντας αποφασίσει να τελέσει πλημμέλημα, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης ταυ αδικήματος αυτού και δη της απάτης.
δηλονότι στον κάτωθι τόπο και χρόνο από κοινού με άλλον με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος αποπειράθηκε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα στη Ρόδο, στις 08.08.2011, από κοινού με τη συγκατηγορουμένη του Ν.
Λ., παρέστησαν ψευδώς στον Σ. Κ., επισκεπτόμενοι αυτόν στην οικία του, ότι βοηθούν τους συνταξιούχους και θα του δώσουν 4.000 ευρώ, με τον τρόπο αυτόν αποπειράθηκαν να βλάψουν ξένη περιουσία, καθώς αποπειράθηκαν να πείσουν αυτόν να τους καταβάλει έναντι χρήματα, ώστε δήθεν να εκδοθεί επ' ονόματί του το ποσό αυτό, με σκοπό να αποκομίσουν το ανωτέρω περιουσιακό όφελος, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση, αλλά διότι ο παθών εξεδίωξε αυτούς.(2) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσε το αδίκημα της παράνομης οπλοφορίας, καθώς έφερε μαζί του όπλα υπό την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2168/1993), ήτοι αντικείμενο, που είναι πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα, στη Ρόδο στις 11.08.2011 έφερε όπλο κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 2 περ.
β του Ν.2168/1993). ήτοι αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση και άμυνα και συγκεκριμένα ένα μαχαίρι. 3) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσε το αδίκημα της οπλοχρησίας, καθώς με χρήση αντικειμένου αναφερόμενου στον νόμο 2168/1993, το οποίο αποτελεί όπλο κατά την έννοια του νόμου αυτού, διέπραξε κακούργημα, ειδικότερα στη Ρόδο στις 11.08.2011 με τη χρήση όπλου, ήτοι αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση και άμυνα και συγκεκριμέvα ενός μαχαιριού τέλεσε την πράξη της απειλής εκ της αντικειμενικής υπόστασης της ληστείας - σε βάρος της Μ.
Χ., καθώς στη Ρόδο στις 11.08.2011 από κοινού με τη συγκατηγορουμένη του Ν. Λ., αφού εισήλθε στην επί της οδού ... οικία της Μ. Χ., έχοντας αμφότεροι κοινό δόλο ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας, αυτός απείλησε τη Μ. Χ. με επικείμενο κίνδυνο ζωής, καθώς έβγαλε ένα μαχαίρι και το ακούμπησε στο στήθος της, άσκησε δε κατ' αυτής και σωματική βία, σφίγγοντας αυτή δυνατά από το χέρι και με τον τρόπο αυτό παράνομα, όπως και έκαναν πραγματοποιώντας αμφότεροι από κοινού την αντικειμενική υπόσταση της ληστείας".
Με την κρινόμενη δε αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ.2 και 3 του ΚΠΔ, ζητά την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου, ισχυριζόμενος ότι: α)στην κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή του άσκησε ουσιώδη επιρροή η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, Δ.
Ν., κατά τον οποίον η παθούσα Μ. Χ. δήλωσε ενώπιόν του, ότι αναγνωρίζει στις επιδειχθείσες σ' αυτήν φωτογραφίες τον αιτούντα - κατηγορούμενο ως δράστη των σε βάρος της πράξεων, που έλαβαν χώρα στην οικία της στη Ρόδο την 11-8-2011, αλλά η δήλωση αυτή της παθούσας ήταν ψευδής, καθόσον η ίδια στις 21-5-2014 υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της, στην οποία δηλώνει, εκτός των άλλων ότι ουδέποτε είδε ή συνάντησε τον Α.
Λ. του Π. και ουδέποτε την επισκέφθηκε αυτός στην οικία της και β) ότι η ως άνω από 21-5-2014 υπεύθυνη δήλωση της παθούσας αποτελεί νέο στοιχείο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 525 §1 περ. 2 του ΚΠΔ. Πλην όμως, η επικαλούμενη ως ψευδής δήλωση της παθούσας Μ. Χ., αφενός μεν δεν αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως απαιτεί η αναγραφείσα παραπάνω διάταξη της §2 του άρθρου 525 του ΚΠΔ και άλλωστε ούτε ο ίδιος ο αιτών επικαλείται κάτι τέτοιο ή ότι ή έλλειψη τέτοιας απόφασης οφείλεται σε κάποιον από τους αναφερόμενους στην ίδια διάταξη λόγους.
Αφετέρου δε, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 157/2014 απόφασης του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου, η προαναφερθείσα και επικαλούμενη από τον αιτούντα ως νέο γεγονός, από 21-5-2014 υπεύθυνη δήλωση (με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής) της παθούσας Μ.
Χ., περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση (7η σελίδα αυτής), τα οποία λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της ως άνω καταδικαστικής για τον αιτούντα κρίσης του και επομένως η υπεύθυνη αυτή δήλωση δεν συνιστά νέο αποδεικτικό στοιχείο και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επανάληψης της διαδικασίας.
Ωσαύτως, οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλει ο αιτών, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω καταδικαστικής απόφασης αναφορικά με το αδίκημα της απάτης (τετελεσμένης και σε απόπειρα) και ως εκ τούτου δεν μπορούν αυτοτελώς να θεμελιώσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι αναφορικά με την πράξη της ληστείας της 11-8-2011 σε βάρος της ως άνω Μ.
Χ., (για την οποίαν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έχει κηρυχθεί ένοχος, με την προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμόν 157/2014 καταδικαστική απόφαση), η συγκατηγορουμένη του, Ν. Λ., με την οποίαν φέρεται ότι από κοινού διέπραξαν την ως άνω ληστεία, αθωώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 148/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, απόφαση η οποία ως μεταγενέστερη δεν ήταν γνωστή στους Δικαστές που τον καταδίκασαν και συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί νέο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αθώωσής του.
Όπως δε προκύπτει από την παραπάνω απόφαση, κατά τα αναγραφόμενα στο σκεπτικό αυτής κρίθηκαν τα ακόλουθα: "Από τα πρακτικό της πρωτοβάθμιας δίκης, τις προφορικές καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νόμιμα, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία της παρούσας κατηγορουμένης και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας, αποδείχθηκαν τα εξής:
Η κατηγορουμένη Ν. Λ., ενεργώντας από κοινού με τον Α. Λ., ήτοι κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, τέλεσαν το αδίκημα της απάτης κατά συρροή, τετελεσμένο και σε απόπειρα. Συγκεκριμένα, στις 8.8.2011, ενεργώντας από κοινού, επισκέφθηκαν την παθούσα Α. Κ. στην οικία της στη ... της Ρόδου και της παρέστησαν ψευδώς ότι εργάζονται στη Πρόνοια και ότι θα της δώσουν αναπηρική σύνταξη, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε εργάζovταν στην Πρόνοια και δεν είχαν τη δυνατότητα να ενεργήσουν ώστε να της δοθεί αναπηρική σύνταξη, με τον τρόπο δε αυτό έπεισαν την παθούσα να τους καταβάλει το ποσό των 700 ευρώ, το οποίο ωφελήθηκαν παράνομα, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της.
Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, ενεργώντας από κοινού, επισκέφθηκαν τον παθόντα Σ. Κ. στην οικία του, στη Ρόδο και του παρέστησαν ψευδώς ότι βοηθούν τους συνταξιούχους και ότι θα του δώσουν 4.000 ευρώ, με τον τρόπο δε αυτόν αποπειράθηκαν να πείσουν τον παθόντα να τους καταβάλει χρήματα, ώστε δήθεν να εκδοθεί επ ονόματί του το ποσό αυτό, με σκοπό vα αποκομίσουν το ανωτέρω περιουσιακό όφελος, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση, αλλά διότι ο παθών δεν πείσθηκε στις παραστάσεις αυτές.
Μετά από αυτά, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της απάτης από κοινού κατά συρροή τετελεσμένης και σε απόπειρα που της αποδίδεται, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, αφού επιχείρησε να άρει τις συνέπειες της πράξης της, επιστρέφοντας τα χρήματα στην παθούσα Α.
Κ.. 'Οσον αφορά δε στην πράξη της ληστείας από κοινού που της αποδίδεται, πρέπει να κηρυχθεί αθώα, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι την τέλεσε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι στη Ρόδο στις 11.8.2011, από κοινού με τον Α. Λ., εισήλθαν στην επί της οδού ... οικία της Μ. Χ., όπου ο Α. Λ. άσκησε κατ' αυτής σωματική βία, καθώς έβγαλε ένα μαχαίρι και το ακούμπησε στο στήθος της παθούσας, εξαναγκάζοντας έτσι αυτήν να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των 1.300 ευρώ, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης".Με βάση το ως άνω σκεπτικό το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, κήρυξε την συγκατηγορουμένη του αιτούντος Ν.
Λ. ένοχη της πράξης της απάτης από κοινού κατά συρροή τετελεσμένης και σε απόπειρα και αθώα της πράξης της ληστείας και συγκεκριμένα του ότι "στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από κοινού με άλλον τέλεσε το αδίκημα της ληστείας και συγκεκριμένα στη Ρόδο στις 11.08.2011 από κοινού με το συγκατηγορούμενό της Α. Λ., αφού εισήλθαν στην επί της οδού ...
οικία της Μ. Χ., έχοντας αμφότεροι κοινό δόλο ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας, ο Α. Λ. απείλησε τη Μ. Χ. με επικείμενο κίνδυνο ζωής, καθώς έβγαλε ένα μαχαίρι και το ακούμπησε στο στήθος της, άσκησε δε κατ' αυτής και σωματική βία, σφίγγοντας αυτή δυνατά από το χέρι και με τον τρόπο αυτό ανάγκασαν αμφότεροι την παθούσα να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των 1.300 ευρώ, για να το ιδιοποιηθούν παράνομα, όπως και έκαναν, πραγματοποιώντας αμφότεροι από κοινού την αντικειμενική υπόσταση της ληστείας".
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠΔ, καθόσον η ως άνω υπ' αριθμ. 148/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, αποτελεί νεώτερο στοιχείο, το οποίο δεν γνώριζαν οι Δικαστές που εξέδωσαν την σε βάρος του αιτούντος προγενέστερη αυτής υπ' αριθμόν 157/2014 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου, και το οποίο, εκτιμώμενο σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση, συνηγορεί εμφανώς υπέρ της αθώωσης του αιτούντος, μόνον όμως για την πράξη της ληστείας από κοινού για την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα η συγκατηγορουμένη του καθώς και για τις αναγκαίως συνεχόμενες με αυτή πράξεις της οπλοφορίας και οπλοχρησίας.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 157/2014 αμετάκλητη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, μόνο ως προς την καταδίκη αυτού για τις αμέσως παραπάνω πράξεις και αναγκαίως ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ'αυτόν ποινής για τις εν λόγω πράξεις και περί συνολικής ποινής και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το προαναφερόμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (αρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την από 17-8-2017 αίτηση του Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 157/2014 αμετάκλητη καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση του Μονοµελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Δωδεκανήσου.
Ακυρώνει την αμέσως παραπάνω απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την καταδίκη του αιτούντος για τις πράξεις της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, που φέρονται ότι τελέστηκαν στη Ρόδο στις 11-8-11 καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σ' αυτόν ποινής για τις εν λόγω πράξεις και συνολικής ποινής.
Παραπέμπει στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το προαναφερόμενο μέρος της.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ