Legislator Case Law & Legislation
2080/2017 AI generated

2080/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2080/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2080/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2080 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2080/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. Μ. του Χ., χας Β. Μ., ενεργούσας ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμος της αρχικής διαδίκου Μ. Μ. του Κ., 2) Ν. Μ. του Β., 3) Ι. Μ. του Β., 4) Ν. Μ. του Β., 5) Α. Μ. του Π., συζ. Ν. Μ., 6) Ά.-Μ. Μ. του Ν., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Ν. Μ. και Α. Μ. (2ο και 5η ως άνω), 7) Χ. Μ. του Ν., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Ν. Μ. και Α. Μ. (2ο και 5η ως άνω) και 8) Π. Μ. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ζυγογιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑ και ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. Μ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική δίκη μέρος: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, την από 3.9.2012 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ.

Α., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... - Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." και του τρίτου εναγομένου M. G., μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας … - δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του δευτέρου τούτων (εναγόντων), που ήταν ασφαλισμένη, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τέταρτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε.", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του, συνεπιβαίνοντος στην μοτοσυκλέτα, οικείου τους, Β. Μ., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα κατά την, υπό τις αναφερόμενες σ’ αυτήν (αγωγή) συνθήκες, σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 87/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο M. G. και ότι ο οικείος των εναγόντων Β. Μ. ήταν συνεπιβάτης αυτής και αφού κρίθηκε περαιτέρω ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών ήταν ο ανωτέρω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας M.

G., απερρίφθη αυτή (αγωγή) ως προς τους δι’ αυτής δύο πρώτους εναγομένους και ήδη δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς την τέταρτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία (ενώ απερρίφθη ως απαράδεκτη ως προς τον τρίτο εναγόμενο M. G.) και επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων (πλην του δευτέρου τούτων, επειδή ήταν ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας) τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις τόσον από τους ενάγοντες, όσο και από την τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Α. και Α.Ε.", με τις οποίες, οι μεν ενάγοντες ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους και ως προς τους δι’ αυτής πρώτο και δεύτερη εναγομένους και ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους, η δε ως άνω ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να γίνει δεκτός ο παραδεκτώς προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός της ότι την ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν οδηγούσε ο M.

G., αλλά οδηγός αυτής ήταν ο οικείος των εναγόντων Β. Μ.. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η, προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, υπ’ αριθμ. 75/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία και κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων έγινε δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Δ.

Α. είναι συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 30%, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες σε βάρος των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ, καθ’ όσον αφορά στην έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε.", έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αυτής, με την παραδοχή ότι την ανωτέρω δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν οδηγούσε ο ως άνω M. G., αλλά ο οικείος των εναγόντων Β. Μ. και ως συνέπεια της παραδοχής αυτής, απερρίφθη η ένδικη αγωγή ως προς την προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία "... Α.Α. και Α.Ε.", με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο του οικείου τους Β.

Μ., διότι, ο τελευταίος, ως οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου, κατά την έννοια του άρθρου 7 του κ.ν. 489/1976, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί το δικαίωμά τους κατά της διαδίκου αυτής, ήτοι της ασφαλίζουσας την έναντι τρίτου αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Α. και Α.Ε.".

Από την διάταξη του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν και μάλιστα όχι εναντίον όλων, αλλά μόνον εναντίον εκείνων, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ’ αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (Α.Π. 4/2015, Α.Π. 1521/2007, Α.Π. 125/2006, Α.Π. 731/2005).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απαραδέκτως στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (Δ. Α. και "... Α.Ε.Γ.Α."), στους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναιρέσεως άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεσή της (προσβαλλομένης αποφάσεως).

Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (Δ. Α. και "... Α.Ε.Γ.Α."), να απορριφθεί, κατ’ άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη.

Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δικ., κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 Κ.Πολ.Δικ.) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 87/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 του Κ.Πολ.Δικ., για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 του Κ.Ποιν.Δικ. από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη.

Έτσι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τις δηλώσεις των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ’ αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 του Κ.Πολ.Δικ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά, κατά το άρθρο 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ., με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμώνται με τον ίδιο τρόπο (Α.Π. 995/2014, Α.Π. 1251/2011, Α.Π. 1428/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην από 28.6.2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνετάγη από τον ανθυπαστυνόμο Κ. Λ. του Α.Τ.

Γαστούνης, την δέουσα αποδεικτική δύναμη ως δημοσίου εγγράφου, αλλά εκείνη του δικαστικού τεκμηρίου, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του δικαστηρίου και συνακολούθως στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι δεχόμενο ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν ήταν ο αναφερόμενος στην προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας M.

G., αλλά ο θανατωθείς οικείος των εναγόντων - αναιρεσειόντων Β. Μ., απέρριψε την αγωγή των τελευταίων εναντίον της ασφαλίζουσας την δίκυκλη μοτοσυκλέτα τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... και Α.Ε.". Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, αν και έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση ότι "Η έκθεση αυτοψίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος συντάχθηκε από τον ανθυπαστυνόμο Λ.

Κ. του Αστυνομικού Τμήματος Γαστούνης, ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος την ίδια ημέρα και περί ώρα 21.00’ . Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ως οδηγός της μοτοσικλέτας ο M. G. και επιβάτης ο Β. Μ., διότι, όπως αναφέρει ο ως άνω αστυνομικός στις παρατηρήσεις του, ο ίδιος μετέβη στο Κέντρο Υγείας Γαστούνης και ρώτησε τον M.

G. ποιος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα και ο τελευταίος του δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός αυτής", εντούτοις στην συνέχεια δεν έγινε δεκτό το γεγονός της δηλώσεως στην οποία προέβη ο M. G. στον αρμόδιο καθ’ ύλην ως άνω αστυνομικό υπάλληλο, όπως ο τελευταίος το βεβαιώνει στο ως άνω δημόσιο έγγραφο, ότι δηλαδή αυτός (M.

G.) ήταν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ως πλήρως αποδειχθέν, μη επιδεχόμενο ανταποδείξεως, εφ’ όσον ουδείς προσέβαλε το έγγραφο ως πλαστό, μη προσδίδοντας έτσι στο αποδεικτικό αυτό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από την διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δικ. Με αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι οι διαλαμβανόμενες στην έκθεση αυτοψίας δηλώσεις των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, κατά την διάταξη του άρθρου 440 του Κ.Πολ.Δικ.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1911/2006), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1569/2010).

Επίσης ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του Κ.Πολ.Δικ., η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 του Κ.Πολ.Δικ. κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικός του έχει το δικονομικό βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του (Α.Π. 265/2017, Α.Π. 188/2017, Α.Π. 137/2012).

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο M.

G., δεν έλαβε υπόψη την συνταγείσα σχετικώς από 28.6.2011 έκθεση αυτοψίας του Α.Τ. Γαστούνης, που προσκόμισαν σ’ αυτό με επίκληση με τις προτάσεις τους κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση αυτής ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται οι μη αμφισβητούμενες για την γνησιότητά τους φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε, όπου και οι μη αμφισβητούμενες για την γνησιότητά τους φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων που περιέχονται στην συνταχθείσα κατά την προανάκριση έκθεση πραγματογνωμοσύνης", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής και δη με τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στον προαναφερθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη του οποίου επικαλούνται το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το ως άνω έγγραφο, με ρητή μάλιστα αναφορά και αξιολόγησή του, μη προσδίδοντας σ’ αυτό την αποδεικτική βαρύτητα, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το εν λόγω έγγραφο έχει, σημειουμένου ενταύθα ότι η περιεχόμενη σ’ αυτό αναφορά περί της δηλώσεως του προαναφερομένου M.

G. (ότι αυτός ήταν οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) δεν συνιστά δικαστική ομολογία αυτού, κατά την προαναφερόμενη έννοια.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Oλ.ΑΠ 24/1992, Oλ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων σ’ αυτό οχημάτων, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 30% για τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, Δ. Α., και σε ποσοστό 70% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, σχετικώς με το ποιος εκ των δύο επιβαινόντων της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (Β.

Μ. και M. G.) ήταν πράγματι, κατά τον χρόνο της συγκρούσεως, ο οδηγός αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η έκθεση αυτοψίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος συντάχθηκε από τον ανθυπαστυνόμο Λ. Κ. του Αστυνομικού Τμήματος Γαστούνης, ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος την ίδια ημέρα και περί ώρα 21.00’ .

Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ως οδηγός της μοτοσικλέτας ο M. G. και επιβάτης ο Β. Μ., διότι, όπως αναφέρει ο ως άνω αστυνομικός στις παρατηρήσεις του, ο ίδιος μετέβη στο Κέντρο Υγείας Γαστούνης και ρώτησε τον M. G. ποιος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα και ο τελευταίος του δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός αυτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο έτερος επιβαίνων Β.

Μ. είχε ήδη αποβιώσει, ενώ ο πρώτος εναγόμενος (μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας επί του εξεταστέου ζητήματος), όπως προκύπτει από την προανακριτική του απολογία στις 28-6-2011 και ώρα 22.00’ , δηλαδή λιγότερο από δύο ώρες μετά το ατύχημα, δεν αντιλήφθηκε ποιος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αφού αυτός είδε τη μοτοσικλέτα να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα, αισθάνθηκε το κτύπημα στο οπίσθιο μέρος του φορτηγού, αλλά όταν βγήκε από το αυτοκίνητο οι επιβάτες της είχαν ήδη εκτιναχθεί σε μεγάλη απόσταση και δεν συνομίλησε με αυτούς.

Ο πρώτος εναγόμενος, εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανέφερε ότι "ο θανών δεν πρέπει να ήταν ο οδηγός", χωρίς να διευκρινίσει σε ποιο στοιχείο στηρίζει την πιθανότητα αυτή, ενώ με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αναφέρει κάτι σχετικό και στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού αναφέρει ότι λόγω της "τεράστιας" ταχύτητας της μοτοσικλέτας δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ποιος πραγματικά την οδηγούσε.

Με βάση την πληροφορία που έλαβε ο αστυνομικός Λ., όπως την καταγράφει στην έκθεση αυτοψίας, συντάχθηκε και το σχεδιάγραμμα όπου αναφέρεται ο θανών ως επιβάτης αυτής και ο M. G. ως οδηγός, ενώ και το διαβιβαστικό της αστυνομίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας αναφέρει ως επιβάτη το θανόντα και τον M.

G. ως οδηγό. Ο τελευταίος στην από 22-7-2011 ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρας ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. Γαστούνης, εξεταζόμενος με διερμηνέα, λόγω άγνοιας της ελληνικής γλώσσας, δήλωσε ότι τη μοτοσικλέτα την οδηγούσε ο θείος του, που απεβίωσε και ο ίδιος ήταν επιβάτης και περιέγραψε τις συνθήκες του ατυχήματος (ελιγμός προς τα αριστερά του φορτηγού, τροχοπέδηση και ελιγμός προς τα δεξιά της μοτοσικλέτας).

Ο ίδιος, στην από 20-2-2013 απολογία του ως κατηγορούμενος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ανέφερε ότι τη μοτοσικλέτα την οδηγούσε ο ίδιος, με συνεπιβάτη το θείο του και ότι δήλωσε ψέματα στην αρχική του εξέταση πως οδηγούσε ο θείος του, επειδή φοβήθηκε, δεδομένου ότι δεν είχε ελληνικό δίπλωμα οδηγήσεως αλλά αλβανικό.

Η τελευταία απολογία λήφθηκε αφού προηγήθηκε εισαγγελική παραγγελία να ερευνηθεί ποιος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ενόψει των αντιφατικών καταθέσεων διαφόρων ατόμων για το πρόσωπο που οδηγούσε, οι οποίες θα αναφερθούν κατωτέρω και μετά από αυτήν παραπέμφθηκε ο ως άνω διάδικος στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (του θανόντος) και της ψευδορκίας μάρτυρα (επειδή δήλωσε ψευδώς ότι οδηγούσε ο θανών).

Στα πλαίσια της έρευνας αυτής κατέθεσε ενόρκως ο αστυνομικός Λ. Κ., ο οποίος ανέφερε ότι μετέβη στο Κέντρο Υγείας Γαστούνης και σε ερώτησή του προς τον τραυματία M. G., ο οποίος είχε τις αισθήσεις του, παρουσία ομοεθνή του, ποιος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας αυτός απάντησε ότι ο ίδιος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, για το λόγο δε αυτό σε όλα τα έγγραφα που αφορούν στη συγκεκριμένη ποινική δικογραφία ως οδηγός αναφέρεται ο ανωτέρω.

Κατέθεσε επίσης και ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος, ο οποίος πληροφορήθηκε από τον Λ. ότι ο M. G. στο Κέντρο Υγείας Γαστούνης δήλωσε ότι ήταν ο οδηγός. Ο μάρτυρας που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με επιμέλεια των εναγόντων, ο οποίος δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις συνθήκες του ατυχήματος, αλλά κατοικεί στη Γαστούνη, ανέφερε ότι είπαν στο χωριό ότι ο Μ.

οδηγούσε τη μηχανή και μετά από λίγες ημέρες είπαν ότι την οδηγούσε ο Β., ο ίδιος δε είχε δει τον Β. να οδηγεί τη μηχανή (η οποία ήταν ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος υιού του), αλλά όχι το Μ., ο οποίος μόλις είχε έρθει στην Ελλάδα. Ο δεύτερος ενάγων, κατά την εξέτασή του ενόρκως στο Αστυνομικό Τμήμα Γαστούνης, στις 22-7-2011 (περίπου ένα μήνα μετά το ατύχημα) ανέφερε ότι ο πατέρας του, ο οποίος είχε αλβανικό δίπλωμα αλλά όχι ελληνικό, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του ιδίου, με επιβάτη τον ξάδελφό του Μ., ο οποίος είχε έρθει πρόσφατα από την Αλβανία για λίγες ημέρες και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, διορίζοντας μάλιστα και πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ίδιος διάδικος κατέθεσε στις 21-11-2011 υπόμνημα στο A.T. Γαστούνης, στο οποίο ανέφερε ότι τη μοτοσικλέτα την οδηγούσε ο πατέρας του κατά το χρόνο του ατυχήματος και είχε επιβάτη τον ξάδελφό του, ενώ αναληθώς αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας ως οδηγός ο M. G., ως πληροφορία που έλαβε ο αστυνομικός από τον τελευταίο, δεδομένου ότι αυτός μετά το ατύχημα βρισκόταν σε ημιλυπόθημη κατάσταση και οδηγήθηκε στο χειρουργείο, ήταν δε αδύνατον λόγω της καταστάσεώς του και της πλήρους άγνοιας της ελληνικής γλώσσας να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία για το ατύχημα και καλούσε να προβούν οι αστυνομικοί σε διόρθωση της εκθέσεως αυτοψίας.

Με νεώτερο υπόμνημα στις 24-7-2012, οι Ά. Μ., Ν. Μ., Ι. Μ., Ν. Μ. και Μ. Μ., δηλαδή οι ενάγοντες σύζυγος, τέκνα και μητέρα του θανόντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας ανέφεραν ότι ο M. G. ψευδώς τους διαβεβαίωσε ότι οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν ο πατέρας τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ο ίδιος, γεγονός που πληροφορήθηκαν αργότερα από τις καταθέσεις των προαναφερόμενων αστυνομικών και για το λόγο αυτό είχαν ζητήσει τη διόρθωση της εκθέσεως αυτοψίας, ζήτησαν δε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του οδηγού για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας.

Τέλος στις 22-8-2011 η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θανόντος, εξεταζόμενη ως μάρτυρας στο A.T. Γαστούνης ανέφερε ότι την ημέρα του ατυχήματος και περί ώρα 20.05’ ο σύζυγός της βρισκόταν μαζί της στο καφενείο που διατηρούν στη Γαστούνη και αφού πρότεινε στον ανεψιό τους M. G. να πάνε μία βόλτα με τη μηχανή του υιού τους Ν., πήρε τα κλειδιά και έφυγαν, οδηγός δε της μοτοσικλέτας ήταν ο σύζυγός της, όπως άλλωστε τη βεβαίωσε και ο Μ.

Α., ο οποίος τους είδε λίγο πριν το ατύχημα. Ο Μ. Α. του Δ., κάτοικος ..., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στις 3-8-2011 ανέφερε ότι στις 28-6-2011 και ώρα 20.10’ οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη Γαστούνη, σε σημείο που βρίσκεται 900 μέτρα πριν από τον τόπο του ατυχήματος και τον προσπέρασε μία μηχανή, οδηγός της οποίας ήταν ο Β.

Μ., ο οποίος τον χαιρέτησε, ενώ στη μηχανή επέβαινε και άλλο πρόσωπο. Οι τελευταίες δύο καταθέσεις κρίνονται περισσότερο αξιόπιστες από τις προαναφερθείσες αντιφατικές καταθέσεις των λοιπών προσώπων, τόσο δε η σύζυγος του θανόντος, όσο και ο Μ. Α. (πρόσωπο τρίτο, άσχετο με το ατύχημα και τους εμπλεκόμενους οδηγούς), καταθέτουν ότι ελάχιστα λεπτά πριν από τη σύγκρουση και λίγα μέτρα πριν από τον τόπο του ατυχήματος οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν ο θανών, γεγονός που είναι πλήρως αποδεδειγμένο.

Συνεπώς, εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε ο ανεψιός του θανόντος M. G., θα έπρεπε ο τελευταίος να αναφέρει στην απολογία του, όπου δέχεται ότι οδηγός ήταν ο ίδιος, ότι σε κάποιο σημείο μεταγενέστερα άλλαξε ο οδηγός και ανέλαβε ο ίδιος την οδήγηση της μοτοσικλέτας. Αντιθέτως αυτός δεν προέβη σε τέτοια διευκρίνιση, αλλά αρχικώς δήλωσε ως μάρτυρας ότι οδηγός εξ αρχής ήταν ο θανών και στη συνέχεια δήλωσε ως κατηγορούμενος ότι οδηγός εξ αρχής ήταν ο ίδιος, παρότι είχε ελάχιστες ημέρες στην Ελλάδα, δεν είχε ελληνικό δίπλωμα και η μοτοσικλέτα δεν ήταν του θείου του, αλλά του ξαδέλφου του, που δεν του είχε παραχωρήσει την οδήγηση, ούτε άλλωστε τον είχε δει κάποιος στη Γαστούνη τις προηγούμενες ημέρες να οδηγεί τη μοτοσικλέτα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η έκθεση αυτοψίας αποτελεί δημόσιο έγγραφο, πλην όμως αποτελεί πλήρη απόδειξη μόνο για όσα έγιναν από το συντάκτη της ή ενώπιόν του, για τα οποία επιτρέπεται μόνο η προσβολή της ως πλαστής κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δικ., ενώ για όσα όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της επιτρέπεται ανταπόδειξη κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δικ.

Επίσης για την παραπομπή του M. G. ως κατηγορούμενου στο δικαστήριο για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα αρκούσαν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση του αδικήματος, οι οποίες προέκυπταν και μόνο από το περιεχόμενο της απολογίας του και δεν αποδεικνύεται ότι αυτός καταδικάστηκε για το αδίκημα αυτό, επειδή προκλήθηκε πλήρης δικανική πεποίθηση σε ποινικό δικαστήριο για την ενοχή του.

Επιπρόσθετα οι καταθέσεις των αστυνομικών δεν στηρίζονται σε προσωπική τους γνώση, αλλά ο μεν διοικητής μεταφέρει ό,τι του δήλωσε ο Λ., ενώ ο τελευταίος καταθέτει όσα φέρεται ότι του δήλωσε ο τραυματίας, δεν είναι όμως βέβαιο ότι ο αστυνομικός αντιλήφθηκε πλήρως όσα του είπε ο τραυματίας, λόγω της καταστάσεως αυτού και της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας.

Μάλιστα ο μάρτυρας Ε. Δ., που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ο οποίος ενήργησε έρευνα των συνθηκών του ατυχήματος, ανέφερε ότι ο αστυνομικός ήταν προβληματισμένος για το ποιος οδηγούσε τη μηχανή και δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ήταν ο οδηγός.

Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο θανών συγγενής τους ήταν επιβάτης της μοτοσικλέτας, αντιθέτως αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός της τέταρτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας Υδρόγειος, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο εφέσεως, ότι οδηγός ήταν θανών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ο οικείος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Β. Μ. και, αφού δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο τον συναφή πρώτο λόγο της εφέσεως της ασφαλίζουσας την δίκυκλη μοτοσυκλέτα τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

και Α.Ε.", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν ο M. G. και, μετά την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση της ένδικης από 3.9.2012 αγωγής των οικείων του θανατωθέντος ως άνω Β. Μ. κατ’ ουσίαν, απέρριψε αυτήν ως προς την δι’ αυτής εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

και Α.Ε.", ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ως συνέπεια της προαναφερόμενης παραδοχής της, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν θεωρούνται "τρίτοι" και δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους Β. Μ., διότι, ο τελευταίος, ως οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δεν είχε την ιδιότητα του "τρίτου", κατά την έννοια του άρθρου 7 του κ.ν. 489/1976, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί το δικαίωμά τους κατά της εν λόγω διαδίκου, η οποία ασφάλιζε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα (του ποιος ήταν πράγματι, κατά την στιγμή του ατυχήματος, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, με πληρότητα, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά την στιγμή της συγκρούσεώς της με το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ήταν ο οικείος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Β. Μ.. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια της παραθέσεως ενδοιαστικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αν και το Εφετείο δέχεται ότι "...κατέθεσε ενόρκως ο αστυνομικός Λ.

Κ., ο οποίος ανέφερε ότι μετέβη στο Κέντρο Υγείας Γαστούνης και σε ερώτησή του προς τον τραυματία M. G., ο οποίος είχε τις αισθήσεις του, παρουσία ομοεθνή του, ποιος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας αυτός απάντησε ότι ο ίδιος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, για το λόγο δε αυτό σε όλα τα έγγραφα που αφορούν στη συγκεκριμένη ποινική δικογραφία ως οδηγός αναφέρεται ο ανωτέρω", εν τούτοις στην συνέχεια δέχεται ότι αυτός (ως άνω αστυνομικός) "καταθέτει όσα "φέρεται" ότι του δήλωσε ο τραυματίας (M.

G.)", χωρίς να διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ενόψει της χρησιμοποιήσεως της λέξεως "φέρεται", τι ακριβώς δέχεται το δικάσαν Εφετείο αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, αν δηλαδή δέχεται ότι η δήλωση αυτή έγινε ή αν δέχεται ότι η δήλωση αυτή δεν έγινε. Τούτο δε, διότι η χρήση της φράσεως στην προσβαλλομένη απόφαση "...ενώ ο τελευταίος (αστυνομικός Λ.) καταθέτει όσα "φέρεται" ότι του δήλωσε ο τραυματίας", δεν αποτελεί ενδοιαστική και αμφιρρέπουσα αιτιολογία σχετικώς με το ερευνώμενο εν προκειμένω ζήτημα, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες και ουδόλως κλονίζει το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το Εφετείο αιτιολογεί περαιτέρω την ως άνω κρίση του, κατά την οποία "φέρεται" να έχει προβεί στην προαναφερόμενη δήλωση ο τραυματίας M.

G., διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι "...δεν είναι όμως βέβαιο ότι ο αστυνομικός αντιλήφθηκε πλήρως όσα του είπε ο τραυματίας, λόγω της καταστάσεως αυτού και της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας". Περαιτέρω, με τις λοιπές αιτιάσεις του αυτού ως άνω λόγου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθ’ όσον δεν αιτιολογείται:

α) για ποιο λόγο ο συγκεκριμένος τραυματίας, ο οποίος είχε τις αισθήσεις του και μπορούσε να ομιλεί, δεν μπορούσε να δώσει μία απλή απάντηση, (εν προκειμένω περί του ποιος οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα) ή ακόμη και συνθετότερες απαντήσεις, όπως εκείνες που δίδουν οι τραυματίες στο νοσηλευτικό προσωπικό, β) για ποιο λόγο ο ως άνω εκπαιδευμένος και έμπειρος αστυνομικός υπάλληλος (αξιωματικός) ενδέχεται να μην αντελήφθη την απάντηση του τραυματισθέντος M.

G. και γ) δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί η απόσταση των 900 μέτρων και ο χρόνος των πέντε (5) λεπτών πριν από την σύγκρουση, όταν και εθεάθη από τον μάρτυρα Α. Μ. ο οικείος των αναιρεσειόντων να οδηγεί την δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν είναι επαρκείς (απόσταση, χρόνος), κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να αλλάξει ο οδηγός αυτής.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, με τον οποίο επίσης προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, με επισήμανση φερομένων σφαλμάτων, παραλείψεων και ασαφειών, που όμως αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δικάσαν Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως πόρισμα εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, προσέτι δε ως προς την υπό στοιχ.

β’ αιτίαση ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται οι λόγοι, εξ αιτίας των οποίων ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου της συγκρούσεως αστυνομικός Κ. Λ. δεν είναι βέβαιο ότι αντελήφθη πλήρως την προς αυτόν απάντηση του τραυματισθέντος M.

G. (εν γένει κατάστασή του εξαιτίας του τραυματισμού του, αλλά και άγνοια εκ μέρους του της ελληνικής γλώσσας). Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος, κατά το ένα μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137/2014, ΑΠ 1226/ 2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).

Με τον δεύτερο, κατά το έτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι μετά την σύγκρουση των οχημάτων οι επιβάτες της δίκυκλης μοτοσυκλέτας εκτινάχθηκαν ο μεν Β. Μ. σε απόσταση 10,50 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως, ο δε M. G. σε μικρότερη απόσταση, ήτοι σε απόσταση 6,70 μέτρων (από το σημείο της συγκρούσεως), παραβίασε την εφαρμοσθείσα από αυτό ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 του κ.ν. 489/1976, με την μη υπαγωγή σ’ αυτήν (διάταξη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας ότι "σε κάθε σύγκρουση μοτοσυκλέτας με άλλο όχημα, εκείνος που εκτινάσσεται σε μεγαλύτερη απόσταση είναι ο συνεπιβάτης και όχι ο οδηγός, δεδομένου ότι ο τελευταίος στηρίζει τα χέρια του στο τιμόνι της μοτοσυκλέτας".

Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 εδ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία της ως άνω εφαρμοσθείσας διατάξεως ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτήν.

Το αυτό πρέπει να λεχθεί και για την έτερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι κρίνοντας το δικάσαν Εφετείο ότι η απόσταση των 900 μέτρων και ο χρόνος των πέντε (5) λεπτών της ώρας που, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, μεσολάβησαν από το τοπικό και χρονικό σημείο που αντελήφθη ο μάρτυρας Α.

Μ. την δίκυκλη μοτοσυκλέτα μέχρι το σημείο και την στιγμή που έγινε η σύγκρουση, είναι η μεν απόσταση "λίγα μέτρα", ο δε χρόνος των πέντε (5) λεπτών ανεπαρκής για να αλλάξει το πρόσωπο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι "η απόσταση των 900 μέτρων είναι έννοια διαφορετική των "λίγων μέτρων" και ο προαναφερθείς χρόνος είναι ικανός και επαρκής για να αλλάξει το πρόσωπο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας".

Οι επικαλούμενες, επομένως, ως άνω πλημμέλειες δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., παρεκτός του ότι, υπό την επίκληση των προαναφερόμενων πλημμελειών, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μετά την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους, να απορριφθεί και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, εκ των οποίων ο πρώτος και η δεύτερη παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 75/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, ενιαίως για τους πρώτο και δεύτερη τούτων, και στο ίδιο ποσό [των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ] για την τρίτη εξ αυτών.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ