Supreme Court allows appeal against lower court failure to apply mandatory contract interpretation rules under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim. The lower court found a gap in the parties' declarations regarding the meaning of 'legal burdens' but failed to apply the mandatory interpretation rules of the Civil Code. Consequently, the Supreme Court ruled that the appellate court violated these statutory provisions and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance finds a gap or ambiguity in declarations of will but omits to apply mandatory interpretation rules, the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2080 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2080/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Γερογιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με τον νόμο 3270/2004 (ΦΕΚ 187Α / 11-10-2004) άρθρο 2 η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2830/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 10-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο- Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο -Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".
Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμιζόταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από τον Εθνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) στις 12-5-1976, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του τεχνικού παιγνίων για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση Καζίνου-Ξενοδοχείου και Τελεφερίκ Πάρνηθας.
Με το ν. 2837/3-8-2000 όλο το προσωπικό της ως άνω επιχείρησης μεταφέρθηκε με την ίδια εργασιακή σχέση στη συσταθείσα εταιρία του Δημοσίου "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", στην οποία ανήκε το συγκρότημα της Πάρνηθας, έως 3-4-2003. Με το ν. 3139/2003 μεταφέρθηκε η άδεια λειτουργίας του συγκροτήματος στην εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε." και σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω, μέρος του προσωπικού του πρώην υποκαταστήματος μεταφέρεται στη νέα εταιρία και οι υπόλοιποι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, δανείζουν τις υπηρεσίες σ' αυτή, διατηρώντας την εργασιακή τους σχέση και ειδικότητα με την αναιρεσίβλητη.
Με την από 20-5-2003 αίτηση του προς την αναιρεσίβλητη ο αναιρεσείων δήλωσε ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο πρόγραμμα της εθελούσιας εξόδου σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος. Η αίτηση του έγινε δεκτή και την 21-8-2003 αποχώρησε μετά από σχετική καταγγελία της συμβάσεως του από την αναιρεσίβλητη. Η σχετική αποζημίωση, που έπρεπε να του καταβληθεί υπολογίστηκε στο ποσό των 188.485,92 ευρώ.
Κατά την αποχώρηση του η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 154.788,74 ευρώ, αφού παρακράτησε το ποσό των 33.697,18 ευρώ ως αναλογούντα φόρο. Για την ενέργεια της αυτή ο αναιρεσείων διαμαρτύρεται βασιζόμενος στην από 28-3-2003 συμφωνία της αναιρεσίβλητης με το Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας μέλος είναι και ο ίδιος, κατά την οποία "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας ...
και ότι όλες οικονομικές επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής" υποστηρίζοντας ότι ο παρακρατηθείς φόρος περιλαμβάνεται στις εν λόγω επιβαρύνσεις. Από τη συμφωνία όμως αυτή δεν προκύπτει ότι "στις νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου.
Και αυτό γιατί, το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης, μετά την αφαίρεση του ποσού των 20.000 δρχ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει τον δικαιούχο της αποζημίωσης και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο Δημόσιο, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση.
Ανάληψη υποχρέωσης από την εναγομένη για καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς επιβάρυνση της ενάγουσας, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία και η ίδια αρνείται βάσιμα ότι ανάλαβε τέτοια υποχρέωση". Ενόψει αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση στον αναιρεσείοντα του ποσού που παρακρατήθηκε ως φόρος κατά την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Aπ` αυτά που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει, ότι εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, από την εκτίμηση του οποίου διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" δεν προσέφυγε σ` αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτόν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2830/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείουντα, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ