2080/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1258/2005 προδικαστική και 2032/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/10/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2080/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): νόμους προς ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β΄βαθμού, προς ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β΄ βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Full text
Απόφαση 2080 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2080/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Σερρών Α.Ε. Εμπορίας και Διάθεσης Αγροτικών Προϊόντων", που εδρεύει στο Παραλίμνιο Σερρών και νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρχοντία Διαμαντή, η οποία ανακάλεσε την από 22/10/2007 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ..... Δικηγόρου, κατοίκου Σερρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφαρή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1258/2005 προδικαστική και 2032/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/10/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων" που είναι εντεταγμένο στο Ι΄ Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Διά την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς, τελωνιακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π.
νόμους προς ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β΄βαθμού, προς ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β΄ βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων", στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Διά τις ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίστηκε ότι "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παραγάφου 2 του άρθρου 4 του ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων".
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά τη θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κωδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες, Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966 διότι η λέξη "ενώπιον" χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ' αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας.
Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "....ενώπιον των....." και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως στα άρθρα 99 και 155 παρ.1. (ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι στον ενάγοντα, δικηγόρο Σερρών, ανατέθηκε στις 20-6-2001 από τους εκκαθαριστές της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η ενέργεια δικαστικών και άλλων νομικών ενεργειών προς προάσπιση των συμφερόντων της , χωρίς να συμφωνηθεί αμοιβή για κάθε μία από αυτές και ότι αυτός σε εκτέλεση της εντολής αυτής προέβη και στη σύνταξη της υπ' αριθμ. 7/12-6-2002 προσφυγής κατά της υπ' αριθμ. 30/12-6-2002 αποφάσεως επιβολής προστίμου ΚΒΣ του προϊσταμένου της ....
ΔΟΥ ...., ύψους 5.140.643,49 ευρώ, για την οποία δικαιούται αμοιβής υπολογιζομένης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων ήτοι επί του αντικειμένου της και ανερχομένης σε 102.812,86 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Για την πληρότητα του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι, όχι μόνο προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα αλλά και ότι έγινε επίκληση αυτών από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.
Επίσης, πρέπει να εκτίθεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα καθώς και ότι αυτός, που πρέπει να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι, για τις δικαστικές και άλλες νομικές ενέργειες στις οποίες θα πρέβαινε αυτός βάσει της εντολής που του δόθηκε, θα εδικαιούτο συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή αμοιβή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι τη δικαστική αυτή ομολογία την επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας και επιπλέον ότι ο εκτιθέμενος ισχυρισμός, περί υπάρξεως συμφωνίας σχετικά με το ύψος της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, που συνιστά ένσταση, είχε προταθεί παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό, ότι επαναφέρθηκε επίσης παραδεκτώς στον δεύτερο ή ότι προβλήθηκε παραδεκτώς για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και οι οποίοι είχαν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό.
Συνεπώς δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 περ. 1 Κ.Πολ.Δ. ο εφεσίβλητος-εναγόμενος στην πρωτοβάθμια δίκη παραδεκτώς προβάλλει για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό ενστάσεις που τείνουν σε κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και σε απόρριψη της εφέσεως.
Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβληθούν εγκαίρως, ήτοι με τις κατατιθέμενες έως την έναρξη της συζητήσεως της εφέσεως προτάσεις (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και όχι μετά από αυτήν, με την προσθήκη των προτάσεων ή με τις προτάσεις που κατατίθενται σε μεταγενέστερη συζήτηση της εφέσεως. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη και προς απόκρουση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην όμως με τις προτάσεις που κατέθεσε όχι μέχρι την έναρξη της αρχικής συζητήσεως της εφέσεως, κατά την οποία με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 1258/2005 απόφαση του Εφετείου, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, αναβλήθηκε ακολούθως η υπόθεση κατ' άρθρο 249 ΚΠολ.Δ, αλλά με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εξόφλησε πλήρως το αιτούμενο με την αγωγή ποσό δικηγορικής αμοιβής, καταβάλλοντας συνολικά σ' αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 μέχρι 2-7-2003, 401.220,68 ευρώ, το οποίο υπερκαλύπτει τη νόμιμη αμοιβή του βάσει του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Ο εν λόγω ισχυρισμός με τον τρόπο που προτάθηκε ήταν απαράδεκτος και κατά συνέπεια η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σ' αυτόν δεν ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως. Έτσι, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις προτάσεις του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (δικαστική) ομολογία των πραγματικών περιστατικών της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ενστάσεως εξοφλήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε από την αναιρεσείουσα επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου ενώπιον του Εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Σερρών ΑΕ- Εμπορίας και Διάθεσης Αγροτικών Προϊόντων", για αναίρεση τα υπ' αριθμ. 2032/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ