Supreme Court dismisses appeal against first defendant but allows it for others, ordering partial restitution and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant but allowed it regarding the remaining sixteen defendants. The court found the lower court's decision flawed for the latter group, necessitating a return to the previous procedural state. Consequently, the appellants were ordered to receive monetary restitution from the defendants and bear the legal costs of the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) άρθρο 357; άρθρο 358: When an appeal is partially allowed, the court must order the return of the case to the previous state for the affected parties and award appropriate costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 207 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚO ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις
Των καθών η κλήση: 1) Υ. Ζ. του Ε., 2) Μ. Γ. του Β., 3) Δ. Κ. του Ι., 4) Π. Κ. του Κ., 5) Α. Λ. του Μ., 6) Ζ. Π. του Π., 7) Ε. Α. του Α., 8) Κ. Δ. του Κ., 9) Ε. Σ. του Α., 10) Κ. Κ. του Β., 11)Μ. Π. του Δ., 12) Ν. Μ., 13) Σ. Κ., 14) Σ. Ν. του Θ., 15) Η. Τ. του Π. και 16) Γ. Κ., κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους ... που εκτός των με α/α 12ου, 13ης και 16ου που δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 820/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6859/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1192/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως προς την 1η αναιρεσίβλητη και ανέβαλλε ως προς τους λοιπούς διαδίκους τη συζήτηση της υπόθεσης έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση, επί του εν λόγω ζητήματος, από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 8-6-2022 κλήση του, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 5/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος, ανέγνωσε την από 24-1-2020 έκθεση της αποχωρήσασας Αρεοπαγίτου Σοφίας Τζουμερκιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, ως προς τους δεύτερη έως και δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη αυτής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8.6.2022 με αριθμ. καταθ. 119/9.6.2022 κλήση του καλούντος Ν.Π.Δ.Δ, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 23.7.2012 με αριθ. καταθ. 96/24.7.2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων (πλην της πρώτης αναιρεσίβλητης), μετά την έκδοση, της υπ' αριθ. 1192/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, (ερήμην των 1ης, 13ου, 14ης και 17ου αναιρεσίβλητων που δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων) με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κατά άρθρο 249 του ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ'αυτή και την επί του ζητήματος αυτού έκδοση της με αριθ. 5/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1034/2019). Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 1937/2022, 207/2020).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 23.7.2012 (με αριθμ. καταθ. 96/24.7.2012) αίτησης αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 8.6.2022 κλήση, που είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο στις 6.12.2022 κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.11.2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο 12ος καθού η κλήση-13ος αναιρεσίβλητος (Ν.
Μ.), η 13η καθής η κλήση-14η αναιρεσίβλητη (Σ. Κ.) και ο 16ος καθού η κλήση-17ος αναιρεσίβλητος (Γ. Κ.). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υπ' αριθμ. .../23.5.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.6.2022 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 6.12.2022, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και της συγκοινοποιούμενης με αυτή υπ' αριθμ.
πρωτ. 161/14.12.2022 βεβαίωσης της Γραμματέως του ανωτέρω Τμήματος (Β1) του παρόντος Δικαστηρίου περί της αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.11.2023), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Βηθλεέμ Σαϊτή-Τσαβδαρίδου, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου των ως άνω απόντων καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6859/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών, ως εκκαλούντων, στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω 12ος, 13η και 16ος καθών η κλήση - 13ος, 14η και 17ος αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα, κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν ανατεθεί παρανόμως σε υπάλληλο του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. (ανεξαρτήτως της φύσης της συνδέουσας αυτόν με το φορέα απασχόλησης σχέσης), που έχει προσληφθεί για την εκτέλεση εργασίας ορισμένου κλάδου, στον οποίο ανήκει η οργανική του θέση, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων που εμπίπτουν σε έτερο κλάδο, όπου κατά νόμο προβλέπονται υψηλότερες αποδοχές ή καταβολή ειδικού επιδόματος, το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.
καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται προς απόδοση στον πιο πάνω υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, η οποία ισούται προς τη διαφορά των αποδοχών ή προς το ύψος του επιδόματος, που θα κατέβαλλε σε άλλο υπάλληλο, στον οποίο εγκύρως θα είχε αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1937/2022, 331/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.... Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση....
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής....". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]".
Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).
Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ανά κλάδο και ειδικότητα.
Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ.
τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο ως άνω δημόσιος φορέας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003 (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1473/2022, 331/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1473/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΑΠ 1473/2022, 381/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 27.12.2007 με αριθμ. καταθ. 3038/28.12.2007 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να τους καταβάλει το αναγραφόμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, που αντιστοιχεί στο επίδομα πληροφορικής που δεν τους κατάβαλε για το αναγραφόμενο για τον καθένα από αυτούς χρονικό διάστημα.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 820/2008 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε την αγωγή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της. Επί της από 10.7.2008 με αριθμ. καταθ. 1529/11.7.2008 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 6859/11.11.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η 27.12.2007 αγωγή, η οποία α) ως προς την κυρία βάση της έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη ως την 1η ενάγουσα-1η αναιρεσίβλητη (ως προς την οποία, όπως προεκτέθηκε, με την υπ' αριθμ. 1192/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης) και απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη προς τους λοιπούς ενάγοντες, β) έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της ως προς τους 2η έως και 17ο ενάγοντες (2η έως και 17ο αναιρεσίβλητους) και επιδικάσθηκε σε έκαστο ενάγοντα το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό με το νόμιμο τόκο.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι οι 2ος έως και 17ος ενάγοντες παρείχαν το επίδικο χρονικό διάστημα την εργασία τους στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι σε διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου, ότι αυτοί αποδείχθηκε ότι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα πληροφορικής των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.8 του ν. 3205/2003, καθώς, παρά το γεγονός ότι οι πρώτοι ένδεκα (11ο) ενάγοντες και ο δέκατος έκτος (16ος) ενάγων ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχουν παρακολουθήσει ειδικά μαθήματα και σεμινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών, ενώ οι υπόλοιποι ενάγοντες δεν υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ότι, όμως, ως προς τους 2η έως και 17ο των εναγόντων το εναγόμενο ΝΠΔΔ ωφελήθηκε από την εργασία αυτών το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και ότι ως εκ τούτου κατέστη πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος αυτών (εναγόντων).
Ακολούθως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία σε καθένα από τους 2η, 3η, 4η, 5ο, 6ο, 7η, 9η και 10η των εναγόντων το ποσό των 2.799 ευρώ, στον 8ο ενάγοντα το ποσό των 603,66 ευρώ, στον 11ο ενάγοντα το ποσό των 1.356 ευρώ, στη 12η ενάγουσα το ποσό των 3.312 ευρώ, στο 13ο ενάγοντα το ποσό των 826 ευρώ, στη 14η ενάγουσα το ποσό των 804 ευρώ, στο 15ο ενάγοντα το ποσό των 716 ευρώ, στο 16ο ενάγοντα το ποσό των 2.814 ευρώ και στον 17ο ενάγοντα το ποσό των 818,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ, 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001, όπως το π.δ. 50.2001 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 347/2003. Τούτο διότι οι ως άνω ενάγοντες αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα (πληροφορικής) των άρθρων 8 παρ. 11 του ν.. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι 2η έως και 11ος και ο 16ος ενάγοντες δεν κατέχουν τους οριζόμενους στο π.δ. 194/1988 και ήδη στο π.δ. 50/2001 τίτλους σπουδών, ούτε υπηρετούν στα τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος οι δε λοιποί ενάγοντες δεν υπηρετούν στα τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, και όλοι οι ενάγοντες ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες έχουν τοποθετηθεί και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα, υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα τρία (3) τμήματα της οποίας υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.
Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα και τις ικανότητες των αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ιδίων ως άνω καθηκόντων στις ίδιες Υπηρεσίες του, και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και θα τοποθετούνταν και θα υπηρετούσαν στις θέσεις των αναιρεσίβλητων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1937/2022, 331/2022).
Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), βάση της αγωγής των 2ης έως και 17ου εναγόντων (2ης έως και 17ου αναιρεσίβλητων).
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα η από 10.7.2008 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων (πλην της πρώτης ενάγουσας-πρώτης εκκαλούσας) και να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατά το μέρος που με τον τρίτο λόγο αυτής προσάπτεται στην εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 820/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 474/2022). Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ A 163/4.9.2009) ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ A 40) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ A 297) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτων καταβληθέντων και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή (ΑΠ 1803/2022, 1473/2022, 11/2022).
Ως εκ τούτου ο από το νόμο αποκλεισμός από την ως άνω ευεργετική ρύθμιση των υπαλλήλων εκείνων, στους οποίους δεν είχε καταβληθεί μέχρι τις 4.9.2009 το πιο πάνω επίδομα πληροφορικής, αλλά αυτοί, θεωρώντας ότι το δικαιούνται, ήγειραν σχετικές αγωγές και με βάση σχετικές δικαστικές αποφάσεις και σε συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς αυτές κατάφεραν στη συνέχεια να εισπράξουν μεταγενέστερα αυτό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, ούτε συνιστά άνιση διακριτική μεταχείριση μεταξύ των ως άνω κατηγοριών εργαζομένων, πολλώ δε μάλλον που οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες κατά την καταβολή αυτού και συνεπώς υπήρχε πάντοτε περίπτωση ανατροπής τους (ΑΠ 11/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέως στις 20.11.2023, ήτοι την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης (21.11.2023), υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των επιδικασθέντων με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσών πλέον των νομίμων τόκων που αυτό τους κατέβαλε, μετ' αφαίρεση των κρατήσεων για φόρο εισοδήματος και εισφορών υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΙΚΑ και ΜΤΠΥ, στις 20.12.2012, όπως αναλυτικά προσδιορίζεται για κάθε αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν στον καθένα ποσό και το καταβληθέν σ' αυτόν, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, ποσό, αίτηση που είναι παραδεκτή, επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα και συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., σε συνδυασμό με τα από 20.9.2019 και 16.11.2023 υπηρεσιακά σημειώματα του Τμήματος Μισθοδοσίας της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και το υπ' αριθμ.
πρωτ. .../16.9.2020 έγγραφο του ως άνω Τμήματος με το επισυναπτόμενο σ' αυτό υπ' αριθμ. .../20.11.2012 χρηματικό ένταλμα πληρωμής, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στις 20.12.2012 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το ως άνω επιδικασθέν για τον καθένα ποσό πλέον των νομίμων τόκων, μετά αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, και ειδικότερα κατέβαλε στη 2η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.797,75 ευρώ, στην 3η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.651,87 ευρώ, στην 4η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.715,48 ευρώ, στον 5ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.651,87 ευρώ, στον 6ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.651,87 ευρώ, στην 7η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.373,65 ευρώ, στον 8ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 511,66 ευρώ, στην 9η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.373,65 ευρώ, στην 10η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.373,65 ευρώ, στον 11ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.150,02 ευρώ, στην 12η αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.142,92 ευρώ, στον 13ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 782,65 ευρώ, στην 14η αναιρεσίβλητη το ποσό των 681,87 ευρώ, στον 15ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 607,24 ευρώ, στον 16ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.386,55 ευρώ και στον 17ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 755,55 ευρώ.
Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις από 20.8.2020 προτάσεις τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς στις χρηματικών ποσών, στην οποία προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι κατ' ορθή ερμηνεία της ως άνω διάταξης, στην έννοια των παροχών που καταβλήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου νοούνται και οι εκκρεμείς δικαστικές απαιτήσεις, όπως οι επίδικες που αφορούσαν τα έτη 2006 και 2007 και διεκδικήθηκαν με την από 27.12.2007 αγωγή τους .
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Και τούτο διότι η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που οι ως άνω καταβολές έγιναν από το αναιρεσείον στους αναιρεσίβλητους στις 20.12.2012.
Επομένως, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης πρέπει να υποχρεωθούν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. το ως άνω καταβληθέν στον καθένα από αυτούς ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, απορριπτομένου ως μη νομίμου του αιτήματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση τόκων από την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών, καθότι από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 17/2021, 1075/2020).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 1578/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6859/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 820/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 27.12.2007 με αριθ. κατάθ. 3038/28.12.207 αγωγής ως προς τους δεύτερη (2η) έως και δέκατο έβδομο (17ο) ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 10.7.2008 με αριθμ. καταθ. 1529/11.7.2008 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 820/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερη (2η) έως και δέκατο έβδομο (17ο) ενάγοντες-εκκαλούντες, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Δέχεται την από 20.11.2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τη δεύτερη (2η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (2.797,75 ευρώ), την τρίτη (3η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (2.651,87 ευρώ), την τέταρτη (4η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων δεκαπέντε ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (2.715,48 ευρώ), τον πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (2.651,87 ευρώ), τον έκτο (6ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (2.651,87 ευρώ), την έβδομη (7η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (2.373,65 ευρώ), τον όγδοο (8ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των πεντακοσίων έντεκα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (511,66 ευρώ), την ένατη (9η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (2.373,65 ευρώ), την δέκατη (10η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (2.373,65 ευρώ), τον ενδέκατο (11ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εκατό πενήντα ευρώ και δύο λεπτών (1.150,02 ευρώ), την δωδέκατη (12η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των τριών χιλιάδων εκατό σαράντα δύο ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (3.142,92 ευρώ), τον δέκατο τρίτο (13ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των επτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και εξήντα πέντε (782,65 ευρώ), τη δέκατη τέταρτη (14η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (681,87 ευρώ), το δέκατο πέμπτο (15ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των εξακοσίων επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (607,24 ευρώ), το δέκατο έκτο (16ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (2.386,55 ευρώ) και το δέκατο έβδομο (17ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των επτακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (755,55 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τους δεύτερη (2η) έως και δέκατο έβδομο (17ο) αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ