Legislator Case Law & Legislation
207/2017 AI generated

207/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 207/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

207/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 207 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 207/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Χ., 2) Α. Π. του Ε., κατοίκων ... και 3) Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ομορρύθμων εταίρων και νομίμων εκπροσώπων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Α. - Έ. χας Θ. - Β. Ζ., 4) Γ. Ζ. του Θ. - Β., κατοίκων ..., 5) Α. - Ε. Ζ. του Θ. - Β., κατοίκου ..., 6) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... και 7) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την από 1-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 7-3-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...4-4-2016, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 222/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, και που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι αναιρεσίβλητοι-εκμισθωτές άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων-μισθωτών, ατομικά, την από 27-4-2011 αγωγή για απόδοση του περιγραφόμενου μίσθιου ακινήτου και καταβολή οφειλόμενων, από δυστροπία, μισθωμάτων. Παράλληλα, οι τελευταίοι, ατομικά και ως ομόρρυθμοι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας τους "... Ο.Ε.", άσκησαν κατά των αντιδίκων τους την από 1-12-2011 αγωγή για αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατ’ άρθρ. 388 ΑΚ, αλλιώς, κατ’ άρθρ. 288 ίδιου Κώδικα, στην οποία σώρευσαν αγωγή απόδοσης των διαφορών των μισθωμάτων μεταξύ του ήδη καταβαλλομένου και εκείνου-μειωμένου που θα οριζόταν μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του.

Οι αγωγές συζητήθηκαν και συνεκδικάστηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, το οποίο και εξέδωσε την 72/2014 απόφασή του, με την οποία 1) η πρώτη, από 27-4-2011, αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε, ως προς τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294 εδάφ. α’ , 295 παρ. 1 εδάφ. α’ και 297 ΚΠολΔ, 2) η ίδια αγωγή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, ως προς τις υπόλοιπες ενάγουσες -αναιρεσίβλητες, αναφορικά με το αίτημά της να επιδικαστούν οφειλόμενα μισθώματα, συνολικού ύψους 63.480,17 ευρώ, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας της καθεμιάς στο μίσθιο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης και 3) η δεύτερη, από 1-12-2011, αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν 1) την από 25-6-2014 έφεση, 2) τον από 30-10-2014, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετο λόγο έφεσης και 3) τον από 6-5-2015, με τις προτάσεις, νέο πρόσθετο λόγο, επί των οποίων εκδόθηκε η, ήδη πληττόμενη, εφετειακή απόφαση. Με την εν λόγω απόφαση, έγιναν δεκτά, ως κατ’ ουσίαν βάσιμα, η έφεση και ο πρόσθετος, με τις προτάσεις, λόγος αυτής (ενώ απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο άλλος πρόσθετος, με το ιδιαίτερο δικόγραφο, λόγος), εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, εκτός από τη διάταξή της, με την οποία η πρώτη αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και το Εφετείο, κρατώντας και δικάζοντας κατ’ ουσίαν τις δύο αγωγές, τις δέχθηκε, κατά ένα μέρος.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αφενός μεν, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, για οφειλόμενα μισθώματα, το συνολικό ποσό των 63.240,17 ευρώ στις πρώτη, δεύτερη και πέμπτη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας καθεμιάς στο μίσθιο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφετέρου δε, α) αναπροσάρμοσε, κατά την κύρια βάση της (δεύτερης) αγωγής (άρθρ. 388 ΑΚ), το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 8.413,89 ευρώ (8.565,34 ευρώ μαζί με το χαρτόσημο) στο ποσό των 6.731,11 ευρώ (6.852,27 ευρώ μαζί με το χαρτόσημο) για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής αυτής και εφεξής, ενώ προσδιόρισε, περαιτέρω, τη νόμιμη αναπροσαρμογή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995 και β) υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους (όλους) να καταβάλουν στους αναιρεσείοντες τα αναγραφόμενα ποσά, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του καθενός των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη μίσθωση, από τις διαφορές των μισθωμάτων.

Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ασκήθηκε, όπως προεκτέθηκε, η ένδικη αίτηση αναίρεσης με τους διαλαμβανόμενους παρακάτω λόγους, από τους οποίους οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος αφορούν την πρώτη αγωγή, ενώ οι τρίτος, τέταρτος και έκτος τη δεύτερη αγωγή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες και δεν έχει θιγεί από το ν. 4335/2015, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις στον Άρειο Πάγο, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναιρέσεως πρέπει, υποχρεωτικά, με ποινή το απαράδεκτο, να προβληθεί με τις έγγραφες προτάσεις, οι οποίες να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ενώ, μέσα στην προθεσμία αυτή, πρέπει, κατ’ άρθρ. 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να αποκρουστεί η αναίρεση (ΑΠ 2322/2009, ΑΠ 1179/2007).

Εξάλλου, μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών ή των πολλών συμμισθωτών υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη για αναπροσαρμογή του μισθώματος, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση ή, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις (άρθρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι η αγωγή αναπροσαρμογής πρέπει να ασκηθεί από όλους τους συνεκμισθωτές ή εναντίον όλων των συμμισθωτών ή και τα δύο, όταν υπάρχει πλειονότητα προσώπων και από τις δύο πλευρές (ΑΠ 661/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις από 30-11-2016 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τις οποίες, όπως από την επ’ αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσαν την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, δηλαδή την 1-12-2016, προβάλλουν ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης, ως προς τους τρίτη και τέταρτο από αυτούς, ισχυριζόμενοι ότι η αναίρεση εσφαλμένα στρέφεται και εναντίον τους, επειδή αυτοί δεν νομιμοποιούνται παθητικά στη δίκη, καθόσον α) οι ίδιοι έχουν παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής τους, όπως έγινε δεκτό και με τις δύο πιο πάνω αποφάσεις και β) οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες δεν τους αφορούν και, συνακόλουθα, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να ασκήσουν κατ’ αυτών την κρινόμενη αναίρεσή τους.

Η ένσταση αυτή των αναιρεσιβλήτων, υποβαλλόμενη με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν την προηγούμενη της συζήτησης ημέρα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Ανεξάρτητα, πάντως, από αυτά, αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή για την αναπροσαρμογή του μισθώματος, μεταξύ των περισσότερων μισθωτών υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας και, συνεπώς, δεν δημιουργείται απαράδεκτο από το γεγονός ότι οι τρίτη και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων έχουν παραιτηθεί από το δικόγραφο της δικής τους πρώτης αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναίρεση αφορά, όπως προαναφέρθηκε, και τη δεύτερη αγωγή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του (αντίθετη) έφεση ή αντέφεση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης - άρθρ. 520 παρ. 2 - και αντέφεσης - άρθρ. 523) δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Παρέπεται ότι το Εφετείο, αν μετ’ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δικάζοντας την αγωγή, επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου που δεν επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 2185/2013, ΑΠ 842/2010, ΑΠ 132/2004).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, όπως έχει παρατεθεί στην πρώτη σκέψη της παρούσας, επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση τόκοι, που ζητούνταν μεν με την πρώτη αγωγή ("...από την επίδοση της αγωγής"), πλέον όμως εκείνων που είχαν επιδικαστεί από το Πρωτοδικείο, δηλαδή "...από την επίδοση της παρούσας απόφασης", χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης.

Από την εκτίμηση, όμως, του δικογράφου της έφεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων της, προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η (πρώτη) αγωγή των εκμισθωτών -αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, και ως προς το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ’ αυτής τόκων, στην οποία (επιδίκαση τόκων) επεκτείνονται με την έφεση κ.λπ.

τα παράπονα των εκκαλούντων-εναγομένων της πρώτης αγωγής (βλ., ιδίως, σελίδες 2, 11, 31, 32, 33 και 34 της έφεσης, 10 του από 30-10-2014 πρόσθετου λόγου, όπου ζητείται η απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων "καθ’ ολοκληρία" ή "σε όλη την έκταση του αιτητικού της"). Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση κ.λπ. των αναιρεσειόντων - εναγομένων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους, και το τελευταίο, με την κρίση του για τους τόκους, δεν υπέπεσε στις προσαπτόμενες, από τους αριθμούς 9 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, δηλαδή δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και δεν παραβίασε το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την πρωτόδικη απόφαση, ούτε, εν πάση περιπτώσει, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίστοιχοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, αν και η υπόθεση δεν είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή τους κ.λπ., κατά το κεφάλαιο για τους τόκους, ωστόσο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, επιδικάστηκαν τόκοι που δεν ζητήθηκαν με έφεση ή αντέφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης, απορριπτικής κατά τούτο, απόφασης και παραβιάστηκε, συνάμα, το δεδικασμένο που απορρέει απ’ αυτήν.

Επισημαίνεται, πάντως, ότι για να θεμελιωθεί ο λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για την ύπαρξη ή όχι του δεδικασμένου και, άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό της ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2/2016, ΑΠ 1704/2012, ΑΠ 319/2012).

Κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι:

α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.

Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.

Έτσι γενικής φύσεως περιστατικά και, ιδίως, τυχαία, που συμβαίνουν, όμως, συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κ.λπ. ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν (ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 998/2014).

Απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσεως και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβαλλόμενων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης που πρόκειται να εκτελεστεί στο μέλλον (ΑΠ 1592/2014).

Περαιτέρω, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται η διαφορά, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής.

Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, εξαιτίας ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με την αύξηση του μισθώματος, αλλά, επίσης, και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που προκύπτει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί.

Εξάλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής με τη διάταξη του άρθρου 388 ή του 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορη πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.

Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/2014).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τη δεύτερη αγωγή - των ήδη αναιρεσειόντων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: "...όπως εκτέθηκε ανωτέρω, οι εκκαλούντες λειτουργούν στο μίσθιο ακίνητο μαιευτική και γυναικολογική κλινική, όντας οι ίδιοι ιατροί μαιευτήρες - γυναικολόγοι.

Η λειτουργία και εκμετάλλευση της κλινικής αυτής γίνεται ήδη από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία συμμετέχουν ως ομόρρυθμα και ισότιμα μέλη (από την άποψη της συμμετοχής στα κέρδη και στη ζημίες) οι εκκαλούντες... Οι προοπτικές ανάπτυξης της εταιρείας αυτής στις αρχές του έτους 2008 ήταν ευοίωνες, δεδομένου μάλιστα ότι η κλινική αυτή είναι η μοναδική στην πόλη της Άρτας και στη γύρω περιοχή που παρέχει τέτοιες ιατρικές υπηρεσίες.

Απασχολείται δε στην κλινική αυτή το νόμιμο νοσοκομειακό προσωπικό, που αποτελείται από δύο μαίες, τέσσερις νοσηλεύτριες, μία νοσοκόμα, δύο διοικητικούς υπαλλήλους και μία υπάλληλο γενικών καθηκόντων, ενώ προσφέρουν τις ιατρικές τους υπηρεσίες και οι εκκαλούντες. Απασχολούνται δηλαδή στην κλινική συνολικά δεκατρία άτομα.

Oι ίδιες ευοίωνες προοπτικές υπήρχαν και κατά τη σύνταξη του ανωτέρω από 20-11-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο αποχώρησε από τη μίσθωση ο εκ των αρχικών μισθωτών Π. Κ. και υπεισήλθαν σε αυτήν ως συμμισθωτές οι δεύτερος και τρίτος των εκκαλούντων και στο οποίο συμφωνητικό περιελήφθησαν οι ειδικότερες συμφωνίες που αναφέρονται παραπάνω για το ύψος του μισθώματος και για τη σταδιακή αναπροσαρμογή του κατ’ έτος μετά τις 13-1-2011.

Ωστόσο, από τις αρχές του έτους 2010 άρχισαν να εμφανίζονται στη χώρα γεγονότα που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ήταν δυνατό να διαγνωστούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα, η προσφυγή της χώρας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης προκειμένου να περιοριστεί το δημοσιονομικό της έλλειμμα και να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες και στη συνέχεια, ως συνέπεια της προσφυγής αυτής, η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας σε βάρος των πολιτών, η μεγάλη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όπως και των συντάξεων, το κλείσιμο σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων και η συνακόλουθη δραματική αύξηση της ανεργίας σε επίπεδα που πλησιάζουν ήδη το 27% του εργατικού δυναμικού της χώρας και η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, γεγονότα κοινώς γνωστά για τα οποία δεν απαιτείται απόδειξη, επέφερε αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας γενικότερα.

Οι συνέπειες αυτές είναι πλέον ορατές σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής ζωής και σε όλες τις πόλεις της χώρας. Όσον αφορά ειδικότερα την Άρτα, από τη διακοπή της λειτουργίας πολλών εμπορικών επιχειρήσεων, πολλά καταστήματα παραμένουν ελεύθερα και δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τη μίσθωσή τους..., ενώ τα μισθώματα στις λειτουργούσες εμπορικές μισθώσεις έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις...

Η δυσμενέστατη αυτή εξέλιξη της οικονομίας έχει πλήξει και τον τομέα των ιατρικών υπηρεσιών, στον οποίο δραστηριοποιούνται οι εκκαλούντες. Συγκεκριμένα, η μείωση των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων έχει αναγκάσει πολλές οικογένειες να στρέφονται πλέον όλο και περισσότερο σε κλινικές δημόσιων νοσοκομείων για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, αφού δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα των ιδιωτικών κλινικών...

Σημειωτέον ότι στην πόλη της Άρτας υπάρχει και λειτουργεί μαιευτική κλινική στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, ενώ αντίστοιχες κλινικές υπάρχουν και στα δημόσια νοσοκομεία των γύρω κοντινών πόλεων και συγκεκριμένα της Πρέβεζας, της Λευκάδας και των Ιωαννίνων. Έτσι, οι γεννήσεις στην κλινική των εκκαλούντων, ενώ το έτος 2009 ήταν 189 και το έτος 2010 ήταν 254, στη συνέχεια άρχισαν να μειώνονται, καθώς το έτος 2011 ήταν 243 και το έτος 2012 ήταν 212...

Η μείωση δε αυτή στις γεννήσεις επήλθε παρά τη μείωση των τιμών στις προσφερόμενες υπηρεσίες από την κλινική των εκκαλούντων, που σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνει και το 50%. Έτσι, ενώ τα έτη 2008, 2009 και 2010, για ένα τοκετό με καισαρική τομή το κόστος για τις νοσηλευόμενες ανερχόταν από 1.200 έως 1.800 ευρώ, ανάλογα και με τις ημέρες νοσηλείας, που έφθαναν και τις οκτώ..., τα έτη 2012 και 2013 το κόστος αυτό μειώνεται, ως αποτέλεσμα και της μείωσης των ημερών νοσηλείας (από 8 σε 4) σε 565 ευρώ και μάλιστα, παρά την επιβολή ΦΠΑ 13% από το έτος 2012 στις παρεχόμενες υπηρεσίες...

Τα ανωτέρω είχαν άμεση επίπτωση στα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης των εκκαλούντων, η οποία, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά των αντίστοιχων οικονομικών ετών, είναι η ακόλουθη: Για το οικονομικό έτος 2011 (από 1-1-2010 έως 31-12-2010), τα ακαθάριστα έσοδα ήταν 301.040,99 ευρώ και το καθαρό κέρδος 6.114,07 ευρώ. Τα επόμενα, όμως, έτη τα ακαθάριστα έσοδα μειώνονται χρόνο με το χρόνο, ενώ εμφανίζονται ζημίες.

Συγκεκριμένα: Για το οικονομικό έτος 2012, τα ακαθάριστα έσοδα ήταν 237.772,79 ευρώ και η ζημία ήταν 79.819,20 ευρώ. Για το οικονομικό έτος 2013, τα ακαθάριστα έσοδα ήταν 220.485,00 ευρώ και η ζημία ήταν 22.487 ευρώ. Για το οικονομικό έτος 2014, τα ακαθάριστα έσοδα ήταν 213.049,12 ευρώ και η ζημία ήταν 3.327,32 ευρώ... Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι κατά τα οικονομικά έτη 2013 και 2014 οι ζημίες είναι μεγαλύτερες, αν συνυπολογισθεί ότι οι εκκαλούντες από τις 13-4-2012 και μετά, όπως προαναφέρθηκε, καταβάλλουν το ήμισυ του μισθώματος και όχι ολόκληρο το μίσθωμα.

Όλα τα ανωτέρω οφείλονται στη συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα κατά τα προαναφερθέντα και η οποία σαφώς και δεν μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί και μάλιστα τόσο κατά τη σύναψη της μίσθωσης το έτος 2001, όσο και κατά την τροποποίηση αυτής το έτος 2008, οπότε οι οικονομικές συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές και στις οποίες συνθήκες τα διάδικα μέρη, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στήριξαν τότε τις συμφωνίες τους.

Έτσι, ενόψει των νέων πλέον δυσμενών δεδομένων, η υποχρέωση καταβολής μισθώματος ποσού 8.413,89 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου ποσού 151,45 ευρώ και συνολικά 8.565.34 ευρώ, παρίσταται υπέρμετρα επαχθής για τους εκκαλούντες-ενάγοντες και οδηγεί σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε οι εκκαλούντες - ενάγοντες, εκτελώντας τη σύμβαση μίσθωσης να υφίστανται ουσιώδη ζημία, που προκλήθηκε απροόπτως, οι δε εφεσίβλητοι - εναγόμενοι να ωφελούνται υπέρμετρα από την περιουσία των πρώτων.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ήδη διαμορφωθείσες συνθήκες, κρίνει ότι το καταβλητέο μίσθωμα για την επίδικη μίσθωση πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και ειδικότερα να μειωθεί κατά 20% και συγκεκριμένα στο ποσό των 6.731,11 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 1,8% (121,16 ευρώ), οπότε διαμορφώνεται στο συνολικό ποσό των 6.852,27 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της από 1-12-2011 αγωγής των εκκαλούντων - εναγόντων, η οποία έλαβε χώρα στις 16-12-2011.

Περαιτέρω, και δεδομένου ότι το καταβλητέο μίσθωμα της επίδικης μίσθωσης αναπροσαρμόζεται με την παρούσα διαπλαστική απόφαση, ο όρος της μίσθωσης περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό 5% ετησίως καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, ισχύει δε πλέον η νόμιμη αναπροσαρμογή, που ρυθμίζεται από το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1955, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος ...

Επίσης, όπως προαναφέρθηκε , η αναπροσαρμογή θα γίνει από την επίδοση της από 1-12-2011 αγωγής των εκκαλούντων - εναγόντων, που έγινε στις 16-12-2011. Δεδομένου, όμως, ότι η καταβολή του μισθώματος της μίσθωσης πρέπει να γίνεται τη 13η ημέρα κάθε μήνα, η αναπροσαρμογή με την παρούσα απόφαση αρχίζει από τις 13-1-2012...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μεταξύ των άλλων, αναπροσάρμοσε-μείωσε, τελικά, το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 8.413,89 ευρώ (και με το χαρτόσημο, 8.565,34 ευρώ) σε 6.731,11 ευρώ (και με το χαρτόσημο, 6.852,27 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής και πέρα, ενώ προσδιόρισε, περαιτέρω, τη νόμιμη αναπροσαρμογή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995.

Ήδη, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αναπροσαρμογή-μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 20% μόνο, αντί του ποσοστού 50% που ζήτησαν, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι α) ερμήνευσε εσφαλμένα την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του παραπάνω άρθρου 388 ΑΚ και β) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπήγαγε τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά στον εν λόγω κανόνα δικαίου.

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, γιατί, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικά, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους με το οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ.

β’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απαράδεκτοι, καθόσον η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την αναπροσαρμογή-μείωση του μισθώματος.

Οι επικαλούμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας με την προαναφερόμενη έννοια, αλλά επιχειρήματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος. Ούτε, άλλωστε, αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, με την έννοια αυτή, οι αντίθετες προς τις παραδοχές αυτές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι έπρεπε, τελικά, το μίσθωμα να μειωθεί κατά ποσοστό 50%.

Κατά το άρθρο 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της οφειλής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη του οφειλέτη, χωρίς διάκριση αν η πλάνη αυτή ανάγεται στα πράγματα ή το δίκαιο, για την ύπαρξη ή το περιεχόμενο ή την έκταση της οφειλής μπορούν, κατά τις περιστάσεις, να καταστήσουν συγγνωστή και δικαιολογημένη την καθυστέρηση, εφόσον η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη δεν οφείλονται σε αμέλεια του οφειλέτη.

Για την εύλογη αιτία της καθυστέρησης, η οποία αποτελεί έννοια νομική, που ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 653/2011, ΑΠ 1427/2008 - βλ., πάντως, και ΑΠ 637/1989, ΑΠ 45/1987), απαιτείται η συνδρομή περιστάσεων που να δικαιολογούν την άγνοια ή την αμφιβολία ή την πλάνη του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους κ.λπ. Μόνο όμως το γεγονός ότι ο οφειλέτης μισθωτής άσκησε αγωγή αναπροσαρμογής-μείωσης του μισθώματος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοια ανυπαίτια άγνοια ή αμφιβολία ή πλάνη του, διότι αυτός, όταν η αναπροσαρμογή συντελείται με δικαστική απόφαση, είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την αναπροσαρμογή, δεδομένου ότι η διαπλαστική έννομη συνέπεια, ως προς το ύψος του μισθώματος, δεν επέρχεται αμέσως με την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος (επίδοση της αγωγής), αλλά αναδρομικά από το χρόνο επίδοσης της αγωγής, εφόσον όμως εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρ. 287, 574, 595 ΑΚ, 71, 321, 322 ΚΠολΔ).

Η προσφυγή στο δικαστήριο για την αναπροσαρμογή του συμφωνημένου (ή συμβατικά αναπροσαρμοσμένου) μισθώματος, με το ενδεχόμενο να απορριφθεί η αγωγή εξαιτίας δικονομικών ή ουσιαστικών ελλείψεων, παρέχει απλή προσδοκία ότι τούτο θα αναπροσαρμοστεί και δεν συνιστά αμφιβολία ή πλάνη για το ακριβές ποσό του οφειλόμενου μισθώματος, όπως αυτό συμβατικά, εξαρχής, καθορίστηκε ή αναπροσαρμόστηκε με τη συμφωνία για τη σταδιακή αναπροσαρμογή (ΑΠ 1305/1980).

Η καταβολή μάλιστα μειωμένου, μονομερώς από τον μισθωτή, μισθώματος, ενώ αυτό αναμένεται να προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση, συνιστά απαγορευμένη μερική εκπλήρωση κατ’ άρθρ. 316 ΑΚ και συνεπάγεται τη μερική υπερημερία του μισθωτή, τη γένεση δικαιώματος καταγγελίας, υπέρ του εκμισθωτή, της μίσθωσης και της αξίωσης αυτού για απόδοση του μισθίου, κατ’ άρθρ. 340 επ., 597 ΑΚ και 44 π.δ. 34/1995.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ με το να δεχθεί, απορρίπτοντας τους σχετικούς αντίθετους ισχυρισμούς τους, ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι με την καθυστέρηση της καταβολής ολόκληρου του αναπροσαρμοσμένου, κατά τη συμφωνία με τους αντιδίκους τους, μισθώματος, ενώ η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε δικαιολογημένη-εύλογη αιτία από πραγματική πλάνη τους, διότι είχαν εύλογη αμφιβολία ως προς την έκταση της οφειλής τους, καθώς τα αναφερόμενα στην απόφαση έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα δικαιολογούσαν, εύλογα, τη μείωση του μισθώματος, τουλάχιστον, κατά ποσοστό 50%, όπως συνέβη για άλλες μισθώσεις με σωρεία δικαστικών αποφάσεων, αλλά και με τις μισθώσεις του Ελληνικού Δημοσίου με το νόμο 4081/2012, αλλιώς, είχαν "άγνοια και εσφαλμένη αντίληψη" για την ορθή έννοια της ΑΚ 388 και την ύπαρξη του δικαιώματός τους, αν ληφθεί υπόψη ότι είναι γιατροί και όχι νομικοί.

Τα περιστατικά, όμως, αυτά, που θεμελίωναν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και συναφείς λόγους έφεσης κ.λπ. των αναιρεσειόντων, δεν συνιστούν ανυπαίτια καθυστέρηση καταβολής του συμφωνημένου και ακριβώς ορισμένου μισθώματος και, συνεπώς, πλάνη αυτών, που δεν οφείλεται σε αμέλειά τους, για το ακριβές ποσό του οφειλόμενου μισθώματος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατά συνέπεια, ο ερευνώμενος πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσης, γι’ αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης (άρθρ. 522 του ίδιου Κώδικα) συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της απόφασης που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1436/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την πληττόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, τη (δεύτερη) αγωγή των αναιρεσειόντων, καθορίζοντας το νέο-αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα στο προαναφερόμενο ποσό, όρισε, περαιτέρω, ότι τούτο θα υπόκειται σε νόμιμες αναπροσαρμογές για το μέλλον, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 και, συγκεκριμένα, "το ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος από 5% κατ’ έτος, σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος", χωρίς, όμως, οι εκμισθωτές να έχουν υποβάλει τέτοιο αίτημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον οι μισθωτές-αναιρεσείοντες παραπονέθηκαν για την ουσιαστική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής τους, και η έφεσή τους κ.λπ. έγινε δεκτή, κατά το προσβαλλόμενο τούτο κεφάλαιο, το Εφετείο μπορούσε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (και χωρίς την ύπαρξη λόγου έφεσης) τη νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς το ζήτημα αυτό που αφορά το προσβαλλόμενο πιο πάνω κεφάλαιο και ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα δικαίου και, συγκεκριμένα, την περαιτέρω νόμιμη αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995.

Και τούτο, διότι, όπως έχει προεκτεθεί, αφού πραγματοποιήθηκε η αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα, καταλύθηκε η συμφωνία για την αναπροσαρμογή εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον, ενώ το μόνο που μπορεί να ισχύσει πλέον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που προβλέπεται στο παραπάνω άρθρο.

Έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ που του αποδίδεται.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...4-4-2016 αίτηση των Π. Χ. Γ. κ.λπ. για αναίρεση της 222/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ