207/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated207/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απατούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Full text
Απόφαση 207 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο .., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελισάβετ Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Της αναιρεσιβλήτου: 1.Μ. Μ. του Π. κατοίκου ... και 2. Ε. χήρας Π. Μ., το γένος Π. Ι. κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8968/2001 προδικαστική, 1896/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 6967/2007 μη οριστική και 4357/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 31-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../2-2-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με ορισμό δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 11-2-2013, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με επισημείωση στο οικείο πινάκιο, η οποία επείχε θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων. Αφού δε η διαδικασία αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 4357/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 17-10-2006 έφεση και τους από 22-5-2007 πρόσθετους λόγους εφέσεως, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της 1896/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως, η από 7-1-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας, με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να την αποζημιώσουν λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής τους, που συνίστατο στη μεταβίβαση ενός διαμερίσματος, το οποίο είχε αναλάβει με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο να της μεταβιβάσει ο δικαιοπάροχος τούτων και η μεταβίβαση του οποίου κατέστη τελικά αδύνατη λόγω μεταβιβάσεώς του από τους αναιρεσίβλητους σε τρίτο πρόσωπο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 8/2001, 1/1997, 62/1990, ΑΠ 2101/1984, 88/1980). Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Ολ. Α.Π. 17/1995). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απατούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής τους, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. …/10-81978 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Πετρόπουλου ο Π.
Μ., πατέρας του πρώτου εναγομένου και σύζυγος της δεύτερης, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην ενάγουσα το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 11 διαμερίσματος, εμβαδού 492,25 τ.μ., που βρίσκεται στην …, στον τρίτο όροφο της επί της λεωφόρου …αρ… πολυκατοικίας, αντί τιμήματος 4.200.000 δρχ.
Με το ανωτέρω συμβόλαιο ορίσθηκε ως χρόνος υπογραφής του οριστικού συμβολαίου η 10η Απριλίου 1979. Κατά την ημέρα της υπογραφής του προσυμφώνου, η ενάγουσα κατέβαλε στον πωλητή, έναντι του τιμήματος, ποσόν 1.100.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου.
Το οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να υπογραφεί, εφόσον εν τω μεταξύ και μέχρι της 10ης Φεβρουαρίου 1979 δεν θα είχε μεταβιβαστεί από τον ίδιο πωλητή στην ενάγουσα, στην εταιρεία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", στον Χ. Β., Δ. Β. ή σε κάποιο από τους παραπάνω το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 13 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. …/9-4-1979 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου παρατάθηκε η προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μέχρι την 30η Ιανουαρίου 1980 και παράλληλα βεβαιώθηκε η καταβολή από την ενάγουσα στον πωλητή ποσού 2.100.000 δρχ. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. …/29-1-1980 πράξη του αυτού συμβολαιογράφου παρατάθηκε και πάλι η προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου έως 31-12-1980 και βεβαιώθηκε η καταβολή από την ενάγουσα στον πωλητή ποσού 1.00.000 δρχ. (οπότε εξοφλήθηκε το τίμημα) και τέλος με τις υπ' αριθμ.
…/22-12-1980, …/29-6-1981 και …/16-12-1981 πράξεις του ιδίου συμβολαιογράφου παρατάθηκε η προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου αντίστοιχα έως την 30η Ιουνίου 1981, την 31η Δεκεμβρίου 1981 και τέλος έως την 31η Δεκεμβρίου 1982. Ωστόσο στις 16 Νοεμβρίου 1982 απεβίωσε ο πωλητής Π. Μ., χωρίς στο διάστημα αυτό να έχει υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον γυιό του Μ.
Μ. και τη σύζυγό του Ε. Μ. (εναγόμενοι). Στις 31-12-1982 η ενάγουσα προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κωνσταντίνου Πετρόπουλου, προς σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, όπως είχε συμφωνηθεί, ο οποίος συνέταξε την υπ' αριθμ. …/31-12-1982 πράξη περί μη εμφανίσεως του πωλητή (ήδη κληρονόμων του). Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, κατά το ποσοστό 3/4 ο πρώτος και 1/4 η δεύτερη.
Ακολούθως στις 20-5-1983 συντάθχηκε η υπ' αριθμ…./1983 έκθεση απογραφής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευάγγελου Γιώνα, στην οποία ως ενεργητικό της κληρονομίας αναφέρεται το επίδικο διαμέρισμα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, η αξία του οποίου προσδιορίζεται σε 9.674.125 δρχ. και ως παθητικό είκοσι τέσσερις απαιτήσεις διαφόρων δανειστών, συνολικού ποσού 23.130.096 δρχ., για τις οποίες είχαν εγγραφεί υποθήκες και κατασχέσεις.
Με την υπ' αριθμ. 3695/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας και διορίστηκε ως εκκαθαρίστρια η εναγομένη. Η τελευταία δημοσίευσε περίληψη της ανωτέρω απόφασης στο υπ' αριθμ. …/21-4-1988 φύλλο της εφημερίδας "Εθνος", με πρόσκληση προς τους δανειστές της κληρονομίας του Π.
Μ. να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Ακολούθως συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../6-9-1988 έκθεση απογραφής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κοτρότσου, στην οποία ως ενεργητικό αναφέρεται το εν λόγω διαμέρισμα και ως παθητικό είκοσι πέντε απαιτήσεις διαφόρων δανειστών, ύψους 24.570.096 δρχ. Το έτος 1997 οι εναγόμενοι, με το υπ' αριθμ. .../23-12-1997 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κοτρότσου ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΝΤΩΡ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" το εν λόγω διαμέρισμα, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, αντί τιμήματος 84.480.000 δρχ.
Η οριστική μεταβίβαση έγινε με το υπ' αριθμ. .../20-10-1998 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι αγνοούσαν ότι ο δικαιοπάροχός του είχε αναλάβει με προσύμφωνο την υποχρέωση μεταβίβασης του διαμερίσματος στην ενάγουσα. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν προέκυψε ότι γνώριζαν ή είχαν πληροφορηθεί με οποιοδήποτε τρόπο τη συμφωνία αυτή ή την κατάρτιση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου.
Άλλωστε, ούτε η ενάγουσα όχλησε όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε τους εναγομένους για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, παρ' όλο που γνώριζε την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του Π. Μ.. Μετά από αυτά δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι αγνοούσε την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του Π. Μ.. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτή αδιαφόρησε και μάλιστα, παρ' όλο που είχε το δικαίωμα, με βάση το προσύμφωνο, να προβεί σε αυτοσύμβαση, σε περίπτωση που δεν προσερχόταν ο πωλητής τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, δεν έκανε καμία ενέργεια για αυτό, όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν, ούτε ανήγγειλε την αξίωσή της, για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, παρ' όλο που δημοσιεύθηκε σχετική ανακοίνωση στον τύπο, αναφορικά με τους δανειστές της κληρονομίας του Π.
Μ., γεγονός που η ενάγουσα γνώριζε, όπως συνάγεται από τις προτάσεις της, αφού υποστηρίζει ότι ανέμενε την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, χωρίς όμως να αιτιολογεί, γιατί δεν γνωστοποίησε το δικαίωμά της στους εναγομένους. Ως αιτιολογία της παράληψής της να προβεί σε αυτοσύμβαση, προβάλλει η ενάγουσα τον ισχυρισμό ότι το διαμέρισμα ήταν βεβαρημένο, ωστόσο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή έστω έκανε νύξη στους εναγομένους για τα βάρη αυτά, που, κατά τους ισχυρισμούς της, την εμπόδιζαν να προβεί σε αυτοσύμβαση.
Έτσι οι εναγόμενοι, αφού προέβησαν στις ενδεδειγμένες ενέργειες, μετά την αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, εδραίωσαν την πεποίθησή τους ότι δεν υπήρχε άλλη αξίωση εκ μέρους τρίτων, και έτσι ανέλαβαν με το .../23-12-1997 προσύμφωνο την υποχρέωση έναντι της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΝΤΩΡ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα, αφού εξαλείψουν μέχρι 31-10-1999 τα εμπράγματα βάρη, εξοφλώντας όλες τις αντίστοιχες απαιτήσεις, που προερχόντουσαν από την κληρονομία, προδήλως με χρήματα από τη δική τους περιουσία.
Πράγματι, αφού εξόφλησαν τα χρέη του δικαιοπαρόχου τους προς το Δημόσιο, πέτυχαν την άρση της κατάσχεσης και στη συνέχεια κατάρτισαν στις 20-10-1998 το οριστικό συμβόλαιο με την αγοράστρια εταιρεία, στην οποία και μεταβίβασαν το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή. Στο εν λόγω συμβόλαιο ορίζεται ότι οι πωλητές υποχρεούνται να ενεργήσουν τα δέοντα και να προβούν στην εξάλειψη των βαρών με έξοδά τους έως 31-10-1999, σε περίπτωση δε μη εξάλειψής τους, η αγοράστρια εταιρεία θα παρακρατήσει το οφειλόμενο τίμημα, που απαιτείται για την εξόφληση των σχετικών υποχρεώσεων τους προς τρίτους, μη αποκλειομένου και περαιτέρω δικαιώματος αποζημιώσεώς της.
Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά, κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο, έως 30-12-2001, σε χρόνο δηλ. μετά την άσκηση της αγωγής. Το γεγονός ότι η ενάγουσα άσκησε την από 10-9-1997 αγωγή κατά του εναγομένου, που του επιδόθηκε στις 12-2-1998, μετά δηλ. την υπογραφή του προσυμφώνου με την παραπάνω αγοράστρια εταιρεία, με αίτημα να καταδικαστεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου περί μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος σε αυτή (ενάγουσα), από την οποία παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή της, δεν αναιρεί τα παραπάνω, με βάση όσα αναφέρθηκαν και με το δεδομένο ότι ήδη είχε καταρτισθεί το προσύμφωνο για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εταιρεία "ΚΑΝΤΩΡ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", στην οποία μάλιστα ο εναγόμενος είχε μεταβιβάσει προηγουμένως το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό που του ανήκε με το υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου".
Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας να της πληρώσουν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) ως αποζημίωση την αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ως άνω διαμερίσματος, που μεταβίβασαν αυτοί σε τρίτον και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, ανερχόταν σε 186.000.000 δρχ., αλλιώς το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ύψους 84.480.000 δρχ., που φέρεται ότι εισέπραξαν οι ίδιοι από την πώληση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού (κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας), υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δημιουργεί δυσμενείς συνέπειες για τους εναγομένους, και κατόπιν αυτού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο αφενός μεν εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, παρά το ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφετέρου δε διέλαβε αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το ότι η αγοράστρια εταιρεία δεν επιδίωξε να καταρτίσει το οριστικό συμβόλαιο επί μακρό χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της ασκήσεως της αγωγής και πλησιάζει τον χρόνο παραγραφής της αξιώσεως, καθώς και η άγνοια των αναιρεσίβλητων ότι ο δικαιοπάροχός τους είχε αναλάβει με προσύμφωνο την υποχρέωση μεταβιβάσεως του επίδικου διαμερίσματος στην αναιρεσείουσα, δεν είναι στοιχεία αρκετά για να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε στις σχέσεις των διαδίκων κατάσταση τέτοια, ώστε η ανατροπή της να καθιστά προφανώς καταχρηστική της άσκηση από την αναιρεσείουσα του εν λόγω δικαιώματός της, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Πλέον συγκεκριμένα, η μακρόχρονη αυτή αδράνεια της αναιρεσείουσας δεν συνοδεύθηκε από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά της και μεταβάλλοντας εκ των υστέρων τη στάση της επιχείρησε ανατροπή της καταστάσεως που ήδη είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση ως τέτοιες περιστάσεις από πλευράς αναιρεσείουσας αναφέρει:
α)ότι καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν όχλησε τους αναιρεσίβλητους για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους, παρόλο που γνώριζε την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του πωλητή, β)ότι δεν κατάρτισε το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, όπως είχε δικαίωμα από το προσύμφωνο, γ)ότι δεν ανήγγειλε την αξίωσή της για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, παρόλο που δημοσιεύθηκε σχετική ανακοίνωση στον τύπο, αναφορικά με τους δανειστές της κληρονομίας του Π.
Μ., αν και γνώριζε ότι ήταν σε εξέλιξη η σχετική διαδικασία για την εκκαθάριση της κληρονομίας του. Οι παραλείψεις αυτές ουσιαστικά συνεπικουρούν και ενισχύουν την κατάσταση της αδράνειας από πλευράς αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν ωστόσο τη συμπεριφορά εκείνη που θα δημιουργούσε στους αναιρεσίβλητους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτή το σχετικό δικαίωμά της.
Αντιθέτως, το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι εκμεταλλεύονταν καθ' όλο αυτό το μακρόχρονο διάστημα το επίδικο διαμέρισμα και το μεταβίβασαν σε τρίτο, και συγκεκριμένα στην εταιρεία "ΚΑΝΤΩΡ Α.Ε.", στις 20-10-1998, δηλαδή αρκετούς μήνες αφότου η αναιρεσείουσα είχε κοινοποιήσει σ' αυτούς την από 10-9-1997 ανάλογη αγωγή της, οπότε και είχαν ενημερωθεί για τις αξιώσεις της, και σε συνδυασμό κυρίως και πρωτίστως προς το γεγονός το ότι η αναιρεσείουσα είχε εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα για το διαμέρισμα τμηματικά από την υπογραφή του προσυμφώνου το 1978 έως το 1980, είναι στοιχεία που αναιρούν την κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματός της για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Εξάλλου, το Εφετείο περιέχει και ανεπαρκή αιτιολογία, που δεν καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της πεποιθήσεως των αναιρεσίβλητων ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση τρίτου στην κληρονομία του Π. Μ., παρά το γεγονός ότι μετά την υπογραφή μεν του προσυμφώνου πωλήσεως του εν λόγω διαμερίσματος στην εταιρεία "ΚΑΝΤΩΡ Α.Ε.", αλλά πάντως πριν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, κοινοποιήθηκε σ' αυτούς αγωγή εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που έθετε ζήτημα υπογραφής οριστικού συμβολαίου πωλήσεως του ακινήτου αυτού προς την ίδια, εις εκτέλεση του προσυμφώνου του έτους 1978.
Ειδικότερα, η αιτιολογία ότι δεν αναιρείται η κρίση του δικαστηρίου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας από την άσκηση της αγωγής αυτής με το πρόσθετο επιχείρημα ότι ήδη "είχε καταρτισθεί προσύμφωνο για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην εταιρεία "ΚΑΝΤΩΡ Α.Ε.", στην οποία μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος είχε μεταβιβάσει προηγουμένως το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό που του ανήκε στο αυτό ακίνητο", παρουσιάζεται ελλιπής σε σχέση με την κρίση της για καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων από το προσύμφωνο πωλήσεως που είχε καταρτίσει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων με την αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι η τελευταία είχε εξοφλήσει σ' αυτόν το σύνολο του τιμήματος.
Κατόπιν τούτου πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσεως. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4357/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ