Legislator Case Law & Legislation
207/2011 AI generated

207/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 207/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 207 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2011

Legislator headnote

AI generated

207/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 207 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2011

Keywords

AI generated
rights of landowner compensation for landowner breach of mandate rights of property owner dismissal under coercion lack of standing of owner

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 207 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα (κωλυoμένου του Αντιπροέδρου) Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Ρ. του Ν., 2. Α. χας Χ. Ρ., το γένος Π. Τ., 3. Ε. Ρ. του Χ. και 4. Ν. Ρ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Καλογήρου.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-3-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Μ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1536/1986 (πράξη), 6867/1989 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5198/1991 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1530/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 3785/1996, 9412/1999 αποφάσεις και την 2257/2007 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2007 αίτησή τους και με τους από 30-7-2008 προσθέτους λόγους.

Εκδόθηκε η από 1817/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της από 15-6-2007 αιτήσεως αναιρέσεως σε άλλη δικάσιμο. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες-αναιρεσείοντες με την από 12-1-2009 κλήση τους και με τους από 1-8-2008 και 10-12-2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ν. Μπιχάκης ανέγνωσε α) την από 11-9-2008 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αιμιλίας Λίτινα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) τις από 14-9-2009 και 12-1- 2010 εισηγήσεις του με τις οποίες εισηγήθηκε α) την απόρριψη των ως αρχικών λόγων (προσθέτου και 2ου λόγου αναίρεσης) και β) την απόρριψη των από 10-12-2009 νέων προσθέτων λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνον δια δικογράφου, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την συζήτηση της αιτήσεως, επιδίδεται δε στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 § 3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως, ως και την σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει, ότι, ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από το Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, κατά το άρθρο 568 § 2, όχι δε και η μεταγενέστερη μετ' αναβολήν εξ αυτής ή ματαίωση προσδιορισθείσα (ΟΛ. ΑΠ 143/84, 654/84). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες έχουν ασκήσει την από 15-6-2007 αίτηση για αναίρεση, καθώς και τους από 30-7-2008 πρόσθετους λόγους της 2257/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Δικάσιμος της αίτησης αναιρέσεως ορίσθηκε η 24-9-2008, οπότε και συζητήθηκε η αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, το δικόγραφο των οποίων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 6-8-2008, τριάντα δηλαδή τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης δηλαδή εμπρόθεσμα. Ακολούθως εκδόθηκε η 1817/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σε άλλη δικάσιμο, οριζόμενη με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων για να συνταχθεί από τον Εισηγητή, Αρεοπαγίτη συμπληρωματική έκθεση περί του παραδεκτού και βάσιμου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης περί των οποίων δεν γίνεται μνεία στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ήδη, με την από 12-1-2009 κλήση των αναιρεσειόντων ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη (της 20-1-2010). Οι αναιρεσείοντες επίσης με το από 10-12-2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 14-12-2009 ασκούν νέους προσθέτους λόγους αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κινητών και ακίνητων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον ε4άν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι, για το λόγο αυτό, αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, η οποία εφαρμόστηκε και, εξ αιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ.ΑΠ 30/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώρισε αρχικά μεν τον ενάγοντα Α. Τ., στη συνέχεια δε τον αναιρεσίβλητο, υπεισελθόντα στη θέση του λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του ως κύριο του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως στις σκέψεις και τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης ουδόλως αναφέρεται εάν ο αναιρεσίβλητος τήρησε τις προϋποθέσεις των άρθρων 369, 1192, 1193, 1195 και 1198 ΑΚ, αφού αυτός μόνον μετά τη σύνταξη και μεταγραφή της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας του Α. Τ. ή μετά την έκδοση και μεταγραφή του οικείου κληρονομητηρίου, στο οποίο περιγράφεται λεπτομερώς το επίδικο ακίνητο καθίσταται αποκλειστικός κύριός του. Έτσι, η μη αναφορά στις σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης της αναγκαίας κατά νόμο συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας του θανόντα αρχικού ενάγοντα από τον αναιρεσίβλητο ή της τυχόν εκδόσεως κληρονομητηρίου και της μεταγραφής αυτών στερεί την αναιρεσιβαλλόμενη από τη νόμιμη βάση της σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο ζήτημα περί του εάν έγινε κύριος κατά νόμιμο τρόπο του επιδίκου ακινήτου ο αναιρεσίβλητος. Έτσι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το .../1972 συμβόλαιο του Συμ/φου Ελευσίνας Μελετίου Αδάμ, που νόμιμα μεταγράφηκε ο αρχικός ενάγων Α. Τ. του Μελετίου, αγόρασε από τον Κ. Ι. Λ. ένα οικόπεδο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... και εντός του σχεδίου της πόλεως αυτής, έκτασης 504 τμ, οριζόμενο - κατά τον τίτλο - ανατολικά με πρώην Ι. Κ. Λ. και νυν Μ. Τ. (πατέρα του ενάγοντος) και κατά τις λοιπές πλευρές με Ν. Γ. Ρ. (πατέρα των αρχικών εναγομένων), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των πλευρικών του διαστάσεων και αναφορά σε σχεδιάγραμμα. Το οικόπεδο αυτό, με την ίδια έκταση, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Κ. Ι. Λ., το αγόρασε από τον Γ. Π. Ρ. (παππού των εναγομένων), δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου .../ 1939 συμβολαίου του Συμ/φου Ελευσίνας Αθανασίου Αδάμ, σύμφωνα με το οποίο το οικόπεδο συνορεύει - χωρίς και εδώ να καθορίζονται οι πλευρικές διαστάσεις και να υπάρχει σχεδιάγραμμα - βόρεια, νότια και δυτικά με υπόλοιπη έκταση πωλητή (Γ. Π. Ρ.), ανατολικά δε με Ι. Λ., στην πραγματικότητα με Ε. συζ. Ι. Λ.. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι "ο αρχικός ενάγων, δυνάμει του ανωτέρω νομίμου τίτλου του (.../1972 συμβολαίου), νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητά του, από το 1972 μέχρι Αύγουστο του 1984, που από τότε οι εναγόμενοι το κατέχουν, αναγνωρισθέντες προσωρινοί συννομείς αυτού με την 92/1984 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, η έφεση κατά της οποίας απορρίφθηκε με την 3833/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συγκεκριμένα, ο ενάγων συνεχώς και αδιάλειπτα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ενεργούσε επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, όπως είχε φυτέψει περί τις δέκα αμυγδαλιές, εκ των οποίων η μία σώζεται, και εκεί το χειμώνα, ως κτηνοτρόφος, τοποθετούσε ταΐστρες για τα αρνιά του ποιμνίου του, και γενικά το επόπτευε και επέβλεπε. Κατόπιν όλων αυτών, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου παραγώγως (με σύμβαση) και πρωτοτύπως (με τακτική χρησικτησία)". Στη συνέχεια, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αρχικού ενάγοντα Α. Τ., εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε αυτόν - αρχικό ενάγοντα - κύριο του επιδίκου ακινήτου, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να αποδώσουν το ακίνητο αυτό στον ήδη συνεχίζοντα τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα Α. Τ., αναιρεσίβλητο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης και ως προς τις δύο πλημμέλειες είναι απορ-ριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αναγνώρισε κύριο του επιδίκου ακινήτου τον αρχικό ενάγοντα και ήδη αποβιώσαντα κατά τη διάρκεια της δίκης Α. Τ. και όχι τον καθολικό του διάδοχο αναιρεσίβλητο. Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, δεν καθιερώνεται όταν οι επιταγές για αναβολή της συζητήσεως ή αναστολής της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμου που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν με άλλα μέσα, ήτοι με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται και η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες των §§ 1 και 2 του άρθρου 606 του Ν. 2961/2001 με τις οποίες επιτάσσεται η αναστολή της προόδου της δίκης μέχρις ότου προσκομιστεί πιστοποιητικό φόρου κληρονομίας σε δίκη που αφορά κληρονομιαίο ακίνητο (Ολ.ΑΠ 1331/1985). Μετά από αυτά ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω του ότι ο κληρονόμος του αρχικού ενάγοντα Α. Τ., αναιρεσίβλητος, που συνέχισε τη δίκη, δεν προσκόμισε πιστοποιητικό του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας για το επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο, μέρος πρώτο, λόγους της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των που πρότειναν τις προτάσεις των κατά τη συζήτηση της έφεσης και ειδικότερα ότι α) "ο πραγματογνώμονας Χ. Δ. κατά παραβίαση του διατακτικού της αποφάσεως 9412/99 του Εφετείου Αθηνών ουδόλως συνέταξεν νέο τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να απεικονίσει την πραγματικήν κατάσταση του επιδίκου κατά τον χρόνον συντάξεως της πραγματογνωμοσύνης του δηλαδή κατά το έτος 2005 αλλά έλαβε το σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ι. Α. του έτους 1989, το οποίον αφού το αντέγραψε ως είχε, άλλαξε απλώς τη σφραγίδα Α. και έβαλε αντ' αυτού τη δική του, μηδόλως απεικονείσας επ' αυτού τις ανεγερθείσαις μετά το έτος 1989 κατοικίες στις ιδιοκτησίες Χ. Σ., Δ. Δ. - Ζ. και λοιπών" και β) "ο Ν. Ρ., πατέρας του πρώτου από αυτούς και παππούς της γ' και δ' από αυτούς κληρονόμησε εκ διαθήκης από τον πατέρα του Γ. μια έκταση 500 στρεμμάτων στη θέση ... . Ότι τμήμα της έκτασης αυτής εμβαδού 504 τ.μ. πούλησε ο παππούς Ν. στον Κ. Λ. το 1939 το οποίο εν συνεχεία ο αγοραστής πούλησε στον Α. Μ. Τ.. Ότι το 1970 τμήμα του ακινήτου αυτού (των 500 στρεμμάτων) μπήκε στο σχέδιο πόλεως. Ότι με το υπ' αριθμ. .../71 συμβόλαιο του συμ/φου Μ. Αδάμ νόμιμα μεταγεγραμμένο ο Ν. Ρ. πούλησε από το κτήμα αυτό (τότε καταμέτρηση 497.680 τ.μ.) τα 487.010 τμ και παρεκράτησε 10.640 τμ στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου που έχουν μπει στο σχέδιο πόλεως. Ότι το τμήμα αυτό του οικοπέδου (των 10640 τμ) το άφησε ο Ν. Ρ. που πέθανε την 11-7-1981 με την υπ' αριθμ. .../70 διαθήκη του ενώπιον του συμ/φου Μ. Αδάμ στην χήρα του Ε. που πέθανε την 11-7-83 και η οποία με την υπ' αριθμόν ... δημόσια διαθήκη της άφησε αυτό το ακίνητο στον πρώτο από αυτούς και στον Χ. Ρ.. Δηλαδή από την α' συζήτηση της αγωγής αποκρούοντες ταύτην ισχυρίσθηκαν ειδικά ότι μέρος της όλης εκτάσεως των 497,680 στρεμμάτων είχε ενταχθεί από το 1970 στο σχέδιο πόλεως της ... και μάλιστα και ότι ήταν και είναι εντός σχεδίου η έκτασις των 10.640 τ.μ.". Ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, γιατί η ως άνω πλημμέλεια που περιέχεται στο μέρος αυτό, αναφερόμενη σε αποδεικτικά μέσα, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, γιατί ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, πους στηρίζεται σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας.

Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με αιτιολογία ελλειπεστάτη, αόριστη και αντιφατική δέχθηκε ότι "το όλον ακίνητο των 497.680 τμ βρίσκεται εκτός σχεδίου σε αντίθεση με το επίδικο που είναι εντός σχεδίου". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1, 290, 291, 292 του Κ.Πολ.Δ., 1710, 1711 επ., 1813 και επ. και 1846 ΑΚ προκύπτει, ότι τη δίκη που διακόπηκε βίαια, από το θάνατο κάποιου διαδίκου, επαναλαμβάνει εκούσια ο κληρονόμος του, η συμμετοχή του οποίου στη δίκη συνιστά σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας και δεν απαιτείται για το έγκυρο της δήλωσης επανάληψης, προηγούμενη μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, ούτε υποβολή δηλώσεως φόρου κληρονομίας, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται το δικαίωμα του αποβιώσαντος ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει τη δίκη για το ίδιο αντικείμενο υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου. Με τους ερευνώμενους πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως και μοναδικό πρόσθετο λόγο του από 30-7-2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δήλωση συνεχίσεως της δίκης από τον αναιρεσίβλητο, που κληρονόμησε τον αρχικό ενάγοντα με διαθήκη, αφού ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα Α. Τ., ούτε κληρονομητήριο και πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών του ιδίου περί δημοσιεύσεως ή μη διαθήκης, περί μη αποποιήσεως από μέρους του της κληρονομίας του θανόντα και περί μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη δεν είναι αναγκαίο στη δήλωση επαναλήψεως της βίαια διακοπείσας δίκης λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου να αναφέρονται στη δήλωση αυτά τα ως άνω στοιχεία. Ακόμα δε στον πρώτο, μέρος τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι ενώ αυτοί με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αρνήθηκαν ότι μόνος κληρονόμος του αρχικού ενάγοντα Α. Τ. είναι ο αναιρεσίβλητος που συνέχισε τη δίκη χωρίς να προσκομίσει ο ίδιος πιστοποιητικά με τα οποία να αποδεικνύει ότι αυτός είναι μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του Α. Τ. δηλ. πιστοποιητικό περί των εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα και πιστοποιητικά του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών α) περίληψη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης του αρχικού ενάγοντος, β) πιστοποιητικό περί μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως μόνου κληρονόμου του Α. Τ. και γ) πιστοποιητικό ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε αποποιηθεί την κληρονομία του Α. Τ., το Εφετείο αναγνώρισε ως μόνον εκ διαθήκης κληρονόμο του αρχικού ενάγοντα Α. Τ. τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να αναφέρει στις σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι προσκομίσθηκαν τα ανωτέρω πιστοποιητικά τα αποδεικνύοντα την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου ως μόνου κληρονόμου του Α. Τ. και έτσι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1957 και 1958 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού στις σκέψεις και τις αιτιολογίες της δεν αναφέρει το Εφετείο ότι προσκομίστηκαν τα ως άνω πιστοποιητικά. Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου ως κληρονόμου του αρχικού ενάγοντα Α. Τ., αλλά αντίθετα αυτοί συνομολόγησαν, όπως προκύπτει από την περικοπή των προτάσεων (1η σελίδα στοίχοι 11 και 12) όπως αναφέρεται "η αρχική αγωγή την οποία άσκησε ο Α. Τ. και ο οποίος κληρονομήθηκε από τον καλούντα". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι, ο αναιρεσίβλητος νόμιμα συνεχίζει στη θέση του θανόντα αρχικού ενάγοντα ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2007 αίτηση και τους από 30-7-2008 και από 10-12-2009 προσθέτους λόγους του Π. Ρ. κ.ά. για αναίρεση της 2257/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ