207/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated207/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το χαρακτηρισμό της σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής της εργασίας και δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός που προσδίδουν τα μέρη στη μεταξύ τους σχέση, αφού, κατ` άρθρο 173 ΑΚ, αναζητείται η αληθινή βούλησή τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιούν οι συμβαλλόμενοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 207 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 207/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1349/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ......, προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος που παρέχει την εργασία του με μισθό (ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτήρα της άνω συμβάσεως) υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει στον τελευταίο δεσμευτικές οδηγίες ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας.
Για το χαρακτηρισμό της σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής της εργασίας και δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός που προσδίδουν τα μέρη στη μεταξύ τους σχέση, αφού, κατ` άρθρο 173 ΑΚ, αναζητείται η αληθινή βούλησή τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιούν οι συμβαλλόμενοι.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 641 ΑΚ στη μίσθωση αγροτικού κτήματος το μίσθωμα μπορεί να συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των καρπών (επίμορτη αγροληψία), που προσδιορίζεται από την επιτόπια συνήθεια, αν δεν έχει οριστεί κάτι άλλο. Ενώ, κατά το άρθρο 810 ΑΚ με τη σύμβαση χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.
Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία, οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ,, ήτοι ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος το έτος 1987 μετοίκησε με τη σύζυγο του Α από τα ...... στην περιοχή της ......, όπου ανέλαβε επιστάτης στα κτήματα αρχικώς κάποιου Β στα ...... και κατόπιν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989 έως 1993 στα κτήματα του Γ στο ...... .
Λόγω ασθένειας της συζύγου του, ο αναιρεσίβλητος αναζητούσε άλλη εργασία με λιγότερο φόρτο εργασίας για να μπορεί να έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τη φροντίδα της και ο τότε εργοδότης του τον συνέστησε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης οικοπεδικής εκτάσεως 15-20 στρεμμάτων που βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή του ......
και εντός αυτής υπάρχει εξοχική κατοικία και συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων. Έτσι, στις 29-7-1993 καταρτίστηκε μεταξύ τους προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως φύλακας του περιγραφόμενου ως άνω χώρου και ως εργάτης γενικών καθηκόντων, ήτοι να προσέχει και να ταϊζει τα δέκα σκυλιά του, να ποτίζει τους κήπους, που ευρίσκονται πέριξ του συγκροτήματος και της εξοχικής κατοικίας, όπως και τα λοιπά δέντρα, μεταξύ των οποίων και ελαιόδεντρα, από τα οποία ο αναιρεσίβλητος συνέλεγε καρπούς που στη συνέχεια μετέφερε σε ελαιοτριβείο και παρήγαγε λάδι για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, καθώς και να καλλιεργεί, επίσης για λογαριασμό του εργοδότη του, κηπευτικά.
Εργάστηκε έτσι σε καθημερινή βάση έως την 29-7-1996 και τα Σαββατοκύριακα, αργίες, εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα με συμφωνημένο μισθό 150.000 δρχ. για τον ίδιο και 50.000 δρχ. για τη σύζυγο του, με την οποία διέμενε εκεί μόνιμα σε οικίσκο που του είχε παραχωρήσει ο αναιρεσείων πλησίον της εξοχικής κατοικίας χωρίς μίσθωμα ή άλλο αντάλλαγμα, προκειμένου η τελευταία να καθαρίζει τους ξενώνες.
Όμως παρόλο που ο ενάγων εργάστηκε κατά τα συμφωνηθέντα, ο αναιρεσείων τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές και χορηγίες που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας. Στις συνεχείς δε οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων απαντούσε ότι έχει οικονομικές δυσκολίες και θα τον εξοφλήσει συντόμως.
Του οφείλει έτσι τις δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 1996, επιδόματα και αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες επιδόματα άδειας και δώρα εορτών ... . Εξάλλου, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 1662/21-24-6-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμαλιάδος, που έχει καταστεί αμετάκλητη κηρύχθηκε ένοχος για το ποσό των οφειλομένων στον αναιρεσείοντα δεδουλευμένων αποδοχών ...
και αθώος για το ότι κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα που εργάστηκε σ' αυτόν ως φύλακας ο αναιρεσίβλητος με πρόθεση δεν του κατέβαλε εμπροθέσμως αποζημίωση για τις άδειες των ετών 1994, 1995 και 1996. Αποδείχτηκε δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε το ανωτέρω χρονικό διάστημα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως φύλακας και ως εργάτης γενικών καθηκόντων έναντι μισθού, και όχι ότι οι διάδικοι είχαν συνάψει μεταξύ τους μικτή σύμβαση που είχε στοιχεία τόσο από χρησιδάνειο όσο και από επίμορτη αγροληψία, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων του είχε παραχωρήσει ένα παράπηγμα που βρίσκεται έξω από τον κυρίως χώρο του εξοχικού του, προκειμένου να διαμένει μαζί με την πάσχουσα τότε από σοβαρό νόσημα σύζυγο του, χωρίς να του παραδώσει κλειδιά της δικής του οικίας και ότι παράλληλα του επέτρεπε να διατηρεί στον ευρύτερο αγροτικό χώρο του ακινήτου, δικά του κουνέλια και κότες που ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος εκμεταλλεύονταν και να μαζεύει τις ελιές για λογαριασμό του.
Την δε εποπτεία της οικίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν την ασκούσε ο τέως πενθερός του Δ, ο οποίος επισκεπτόταν μεν το ακίνητο, αλλά όχι τακτικά, αφού δεν ήταν κάτοικος ...... ... . Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή, έκρινε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ τους μικτή σύμβαση χρησιδανείου και επίμορτης αγροληψίας, στη συνέχεια δε επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο:
το συνολικό ποσό των 7.823,65 ευρώ, που αντιστοιχεί α) στις δεδουλευμένες αποδοχές με βάση τον συμφωνηθέντα μισθό των 150.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 27-7-1996, β) σε αποζημίωση για τις μη ληφθείσες άδειες του κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996, γ) σε προσαύξηση 100% για μη χορήγηση των κανονικών αδειών εντός των ετών 1994, 1995 και 1996, δ) στο επίδομα αδείας των ετών 1994, 1995 και 1996 και ε) στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ίδιων ετών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 648 επ. 641 και 810 του ΑΚ, καθώς και το άρθρο 6 του ν. 756/1943, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, αυτή ήταν αρκούντως ορισμένη, κατά τα ως άνω δε ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ορθά έκρινε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως εκ του είδους της και των συνθηκών παροχής της εργασίας, φέρει το χαρακτήρα απλής σχέσεως εργασίας και ως εκ τούτου ορθώς επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα οι διαφορές των αποδοχών του με βάση τον συμφωνηθέντα μισθό, καθώς και τα επιδόματα εορτών και άδειας και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, καθώς και ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την ένσταση του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος δέχθηκε τα εξής: "απορρίπτεται έτσι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής η οποία επαναφέρεται και στην παρούσα δίκη με τις προτάσεις του εναγομένου, για το λόγο ότι δεν είχε επιδώσει την 21/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία είχε απορριφθεί η προγενέστερη αγωγή του ως αόριστη, ώστε αυτή να καταστεί τελεσίδικη, αλλά ανέμενε να περάσουν τρία έτη για να γίνει τελεσίδικη και επανήλθε στο τέλος του εξαμήνου (263 παρ. 2 ΑΚ) μετά την τελεσιδικία, με την ένδικη αγωγή, δημιουργώντας του την εντύπωση, λόγω του χρονικού διαστήματος που παρήλθε, ότι δεν θα ασκηθεί έφεση και η απόφαση θα καταστεί αμετάκλητη, για το λόγο ότι η από μακρού αδράνεια ασκήσεως της αγωγής δεν συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος αυτής".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη και όχι κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκη βεβαίωση και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και την 1662/21-24-6-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας.
Εφόσον όμως, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με το λόγο αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα το εκ της συνεκτίμησης αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου.
Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση των διατάξεων των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου για όλα τα ζητήματα που εξέτασε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στους πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο.
Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μεταξύ άλλων και τα ποσά των 440,16, 458,50 και 476,84 ευρώ για προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης των κανονικών αδειών εντός των ετών 1994, 1995, και 1996, χωρίς όμως να αναφέρει, αν ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τις παραπάνω άδειες και ο αναιρεσείων αρνήθηκε να τις χορηγήσει σ' αυτόν.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την προσαύξηση 100% της οφειλόμενης άδειας για τα έτη 1994, 1995 και 1996 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1349/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ