Legislator Case Law & Legislation
207/2008 AI generated

207/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 207/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

207/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενεστέρας όμοιας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 207 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 207/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1......, και 2. ......... ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του υιού τους ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα.

Του αναιρεσίβλητου:..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3369/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, ως τοιούτου νοουμένου μόνον αυτοτελούς ισχυρισμού που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, που συνίσταται στο ότι αυτή αναφέρει στο διατακτικό της ότι "

Απορρίπτει την έφεση" χωρίς να διαλαμβάνει αν επικυρώνει την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. II. Η κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, αφήνεται στην κυριαρχική και γ' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι δεν διατάχθηκε αναστολή της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω εκκρεμούς δίκης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών περί του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου επί της περιουσίας της ........., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

III. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ.

είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματός του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλ.

σχετ. Ολ ΑΠ 12/2000). Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ) μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενεστέρας όμοιας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1832 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), προσθέτονται δε και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, γ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και δ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρανομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του.

Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (Ολ ΑΠ 1404/1984). Με βάση τα παραπάνω έπεται ότι μεταξύ των στοιχείων της βάσεως της αγωγής περί κλήρου του νομίμου μεριδούχου, σε περίπτωση που ο ενάγων επικαλείται την ύπαρξη παροχών από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. 2 του ΑΚ, είναι και η αξία των κληρονομιαίων πραγμάτων κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της αναφερόμενης στην αγωγή αποτίμησης της κληρονομιάς και η επίκληση διαφορετικής από την καθοριζόμενη με την αγωγή αξίας της κληρονομιάς συνιστά άρνηση αυτής.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη περί κλήρου αγωγή, ως νομίμου μεριδούχου, του αναιρεσίβλητου και προσδιορίστηκε η νόμιμη μοίρα αυτού με βάση την αναφερόμενη στην αγωγή αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, στην οποία προστέθηκαν και οι επικαλούμενες με την αγωγή εν ζωή του τελευταίου γενόμενες προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα παροχές με την κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεως τους αξία.

Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η αξία της κληρονομιάς ανερχόταν συνολικά σε 124.500 ευρώ, όπως με την έφεση τους υποστήριξαν οι αναιρεσείοντες, και όχι σε 141.452,58 ευρώ, με βάση την οποία προσδιορίστηκε η νόμιμη μοίρα του αναιρεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της αγωγής τοιούτος και ως εκ τούτου δεν συνιστά πράγμα υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως.

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 566 τταρ.1, 577, παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών: δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στηνπροσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας, με βάση την οποίαυπολογίστηκε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρει κανένα από τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2006 αίτηση αναιρέσεως της 3369/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ