Legislator Case Law & Legislation
2079/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim where lower court correctly rejected invalid forest land transfers.

Case Number 2079/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting their inheritance claim. The appellants argued the lower court ignored relevant contracts and expert reports regarding their grandfather's property rights. The court ruled the appeal was inadmissible because the lower court correctly found the land transfers invalid due to lack of forestry ministry permission and missing liability declarations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 60(1) and 280(3) of Law 86/1969; The Supreme Court holds that a transfer of ownership of forest land is absolutely void without the Forestry Minister's permission and a liability declaration, and the Second Instance Court's rejection of the appeal based on this substantive invalidity is correct.

Keywords

AI generated
inheritance claim forest land transfer absolute invalidity forestry ministry permission liability declaration appeal dismissal property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 60(1) of Law 86/1969
Article 280(3) of Law 86/1969
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2079 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2079/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Μ. του Σ. και Κ., κατοίκου ..., 2) Χ. - Χ. Μ. του Σ. και Κ., κατοίκου ..., εκάστου ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης την ….. αρχικώς ενάγουσας και στην συνέχεια εκκαλούσας μητρός τους Κ. χήρας Σ. Μ., το γένος Κ. και Ε. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μουσά που ανακάλεσε την από 20-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από τον κ. Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2008 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Κ. χήρας Σ. Μ. και των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4724/2010 μη οριστική, 46/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4349/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4349/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων κατά της 46/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και κατά της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής 4724/2010 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Με την εν λόγω 46/2018 οριστική απόφαση είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 17-10-2008 αγωγή των εναγόντων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, ακινήτου έκτασης 12.475 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "… …" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … . Σημειώνεται εδώ ότι η πρώτη των εναγόντων Κ. χήρα Σ. Μ. απεβίωσε πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και τη δίκη συνεχίζουν με την άσκηση της αναίρεσης οι υπόλοιποι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα (ΝΔ 86/1969) "Απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας, είτε δια διανομής μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε δια πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού Γεωργίας, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας.

Η άδεια του Υπουργού συνάπτεται εις την σχετικήν συμβολαιογραφικήν πράξιν, εν τη οποία γίνεται μνεία αυτής", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η μεταβίβαση αυτοτελών ιδιωτικών δασοτεμαχίων που δεν συνορεύουν μεταξύ τους, καθώς και η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης δεν συνιστά κατάτμηση".

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 του Δασικού Κώδικα, σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο, που υποχρεούται να κάνει μνεία στο συμβόλαιο, δήλωση του ΝΔ 105/1969 (και ήδη του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986), στην οποία να δηλώνεται ότι το δημόσιο ουδέποτε είχε διεκδικήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτήν και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση ή αμφισβήτηση να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου είτε με απόφαση Διοίκησης είτε με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων και ότι σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα δήλωσης στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο με απειλή ποινικής κύρωσης.

Από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι αυτές αναφέρονται σε κατατμήσεις ιδιωτικών δασών και σε μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ιδιωτικά δάση ή ιδιωτικές δασικές εκτάσεις, που συνεπάγονται την απόλυτη ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων που ορίζονται στις διατάξεις αυτές.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2016, ΑΠ 1057/2019).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 74/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Μ. του Χ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, συμφώνησε με τον πωλητή Α. Κ. να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο.

Για τη σχετική δικαιοπραξία καταρτίσθηκαν τα υπ' αριθ. …. …. συμβόλαια πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτίου Σοφιανόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένα, στον δε πωλητή Α. Κ. περιήλθε τούτο σταδιακά, κατόπιν δεκαπέντε διαδοχικών μεταβιβάσεων, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1968. Περαιτέρω, το ακίνητο αυτό (επίδικο), το οποίο περιήλθε στους ενάγοντες κατόπιν κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος στις 7.7.1992 ως άνω δικαιοπαρόχου τους, σε συνδυασμό με τις υπ' αριθ.

… πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ρουτζούνη-Κουρνέτα, νομίμως μεταγραφείσες και συγκεκριμένα κατά τα 2/8 στην πρώτη και κατά 3/8 σε καθένα των λοιπών, συνιστά εδαφική έκταση, επιφάνειας 12.475 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "… … " της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, η οποία εμφαίνεται υπό τα αλφαβητικά και αριθμητικά στοιχεία … στο από Μαΐου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Π.. Η εν λόγω εδαφική έκταση αποτελεί εδαφικό τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 27.182 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται υπό τα αλφαβητικά στοιχεία … στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 625,78 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Ζ. Γ., νότια επί πλευράς μήκους 337,73 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Κ.-Κ.

και ήδη της εταιρίας με την επωνυμία "…", ανατολικά επί πλευράς μήκους 53,51 μ. με επαρχιακή οδό … και δυτικά επί πλευράς 38,92 μ. με επαρχιακή οδό … Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο εμφανίζεται ως δάσος σε όλες ανεξαιρέτως τις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1938, 1945 μέχρι και σήμερα, καλυπτόταν και εξακολουθεί να καλύπτεται στο σύνολό του από άγρια ξυλώδη φυτά (χαλέπιος πεύκη, αείφυλλα, πλατύφυλλα κ.λ.π.) με πυκνότητα κάλυψης 0,4-0,9 που μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούσαν και αποτελούν από τη μεταξύ τους απόσταση και αλληλεπίδραση οργανική ενότητα, η οποία ηδύνατο και δύναται να προσφέρει προϊόντα από τα πιο πάνω φυτά, να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος (βλ.

το υπ' αριθ. πρωτ. … έγγραφο του Δασάρχη …, όπου επισημαίνεται ότι και σήμερα έχει την ίδια μορφή, πρόκειται δε για ψηλό δάσος χαλεπίου πεύκης), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει και ο εξετασθείς μάρτυρας από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου, Γ. Φ., δασοπόνος του Δασαρχείου … Επιπροσθέτως, το επίδικο ακίνητο συνορεύει ανατολικά (πέραν του δρόμου) με άλλες δασικές εκτάσεις και έχει κτηματογραφηθεί στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση.

Για την ευρύτερη έκταση, συνολικού εμβαδού 229.193 τ.μ., εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. … πράξη χαρακτηρισμού του …, κατά της οποίας δεν έχουν ασκηθεί αντιρρήσεις, ενώ με την υπ' αριθ. … απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, έχει κηρυχθεί αναδασωτέα ευρύτερη εδαφική έκταση εμβαδού 32.745 τ.μ., με σκοπό να διατηρηθεί ο δασικός χαρακτήρας της, ο αποκλεισμός διάθεσής της για άλλη χρήση και η αποκατάσταση της σε αυτή καταστραφείσης από 1.10.2000 έως 1.4.2001 από εκχέρσωση δασικής βλάστησης αποτελούμενης από νεαρά δένδρα χαλεπίου πεύκης και πουρνάρια, σύμφωνα με τα ειδικότερα συμπεράσματα της ενεργούσας τη σχετική αυτοψία δασοπόνου.

Ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ως δασικής, δεν αναιρείται από την υπ' αριθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος δυνάμει της 4724/2010 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πραγματογνώμονα Γ. Ψ., πολιτικού μηχανικού, καθόσον, ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αναφερόμενος στη μορφολογία της ευρύτερης έκτασης των 27.182,65 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη των 12.475 τ.μ., παρατηρεί από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1937, ότι αυτή καλύπτεται κατά τμήματα και από δασική βλάστηση (διάσπαρτους θάμνους και δένδρα πυκνά κατά μικρά σχετικά τμήματα), ότι στο μέσον αυτής εμφαίνονται δύο τμήματα με συστάδες πεύκων, ενώ άλλο μικρότερο τμήμα, εμφαίνεται δυτικά αυτής.

Στη συνέχεια δε, παρότι δέχεται ότι στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 δεν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις πέραν της συγκόμωσης της ήδη υπάρχουσας βασικής βλάστησης, που παρατηρείται στις αεροφωτογραφίες του 1938, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ευρύτερη εδαφική έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη των 12.475 τ.μ., έχει την εικόνα μερικώς δασωθέντος αγρού.

Ακολούθως, οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες τίτλοι, ήτοι οι δια των υπ' αριθ. … μεταγεγραμμένων συμβολαίων πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτίου Σοφιανόπουλου δικαιοπραξίες, είναι άκυρες, αφού δυνάμει τούτων, αφενός μεν κατατμήθηκε δασική έκταση εμβαδού … τ.μ., που αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, σε επί μέρους τμήματα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κατά παράβαση του άρθρου 60 του ν.δ. 86/1969, αφετέρου δε φέρεται ότι μεταβιβάστηκε κυριότητα επί δάσους χωρίς να επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση ότι το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι στα ανωτέρω συμβόλαια πωλήσεως, τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα κατ' επίφαση και μόνο περιγράφονται ως αγροί, ενώ στην πραγματικότητα, μόνο κάποια τμήματά τους είχε αγροτική μορφή, κατά τα λοιπά δε επρόκειτο, όπως ήδη έχει αναφερθεί, για πυκνό και ψηλό δάσος χαλεπίου πεύκης.

Συνεπώς, ούτε οι ενάγοντες, ούτε ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Σ. Μ. απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Ανεξαρτήτως όμως της ακυρότητας των ανωτέρω συμβολαίων, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Σ. Μ. και Α. Κ., καθώς και όλοι οι αναφερόμενοι στο δικόγραφο της αγωγής δικαιοπάροχοι του τελευταίου, ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ούτε με έκτακτη χρησικτησία, διότι ουδείς εξ αυτών άσκησε ποτέ επ' αυτού πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση αυτού ως δάσους.

Τούτο δε διότι, ως πράξη νομής νοείται μόνο η βάσει αδειών της Δασικής Αρχής υλοτομία ή η εκμετάλλευση αυτού ως ιδιωτικού δάσους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι όλοι οι ανωτέρω καλλιεργούσαν μόνο τις όμορες αγροτικές εκτάσεις, επί δε του επιδίκου εδαφικού τμήματος, οι μόνες πράξεις νομής που διενεργήθηκαν από τον Οκτώβριο του έτους 2000 μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2001, ήταν η αντικατάσταση παλαιάς περίφραξης με καινούργια από σενάζι, μπετόν και κάγκελα στη βόρεια πλευρά του, η ρίψη χωμάτων σε τμήμα αυτού εμβαδού 1.020 τ.μ.

και η αποκλάδωση 35 πεύκων μεγάλης ηλικίας κατά μήκος της περίφραξης σε ύψος 2,50 μέτρων, χωρίς άδεια από την αρμόδια Δασική Αρχή. Οι ενέργειες αυτές, ωστόσο, όχι μόνο δεν νοούνται ως πράξεις νομής σύμφωνα με το άρθρο 58 του ν. 86/1969, μη προσιδιάζουσες άλλωστε στη φύση του επιδίκου ως δάσους, αλλά συνιστούν απαγορευμένες επεμβάσεις σύμφωνα με τα άρθρα 45, 47 και 71 του ν. 998/1979.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, υποβλήθηκαν οι από … μηνυτήριες αναφορές των αρμοδίων δασοφυλάκων Ν. Κ. και Γ. Δ. για παράνομη κατάληψη, αλλαγή μορφής χρήσης της ευρύτερης έκτασης και παράνομη υλοτομία και επιχωμάτωση αντίστοιχα. Προς αποκατάσταση δε της καταστραφείσας δασικής βλάστησης εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ.

… απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία χαρακτηρίσθηκε η ευρύτερη έκταση εμβαδού 32.745 τ.μ. ως αναδασωτέα. Ως εκ τούτου, απορριπτέα τυγχάνει και η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία ερείδεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αφού ούτε οι ενάγοντες διενήργησαν ουδέποτε οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου, η οποία άλλωστε δεν θα ηδύνατο να διενεργηθεί εξ αιτίας της φύσης του, ως δάσους.

Περαιτέρω, η επίκληση και η προσκόμιση από πλευράς των εναγόντων των υπ' αριθ. 9300/2000 και 1761/2010 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες επικυρώθηκαν με τις υπ' αριθ. 1789/2005 και 1354/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, δεν αναιρεί τα παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αφού με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ο ιδιωτικός και όχι ο δημόσιος χαρακτήρας άλλων ακινήτων της ίδιας περιοχής, καθόσον τα ακίνητα που αφορούσαν τις δίκες αυτές εμφάνιζαν στις αεροφωτογραφίες των ετών 1938, 1945 και 1960 αγροτική μορφή και μεταγενέστερα απέκτησαν δασικό χαρακτήρα.

Τούτο είχε ως συνέπεια, αφού δεν ήταν δάση, αλλά αγροί που δασώθηκαν, για τις εκτάσεις αυτές τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 12 του ν. 3208/2003, που απαιτεί ως νόμιμη προϋπόθεση για τη μη υπαγωγή των εκτάσεων αυτών στο δασικό νόμο, να εμφανίζουν αυτές στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 ή 1960 αγροτική μορφή..., σε αντίθεση με την επίδικη έκταση, η οποία ουδέποτε είχε αγροτική μορφή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει για τους ίδιους λόγους την αγωγή των αναιρεσειόντων. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο δικαιοπάροχός τους Α.

Κ. έγινε σταδιακά κύριος της όλης αρχικής έκτασης των .. τ.μ. με 15 αγορές των ετών 1955-1968 και ότι αυτό ενέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι το επίδικο είναι ιδιωτικό και ότι ενώ, έτι περαιτέρω, οι ελλείψεις που η προσβαλλόμενη καταλογίζει στους τίτλους του δικαιοπαρόχου τους Σ. Μ. (συμβόλαια με αριθμούς … ), ήτοι ότι οι τίτλοι αυτοί δεν συνοδεύονται, α) από άδεια κατάτμησης του Υπουργού Γεωργίας κατά παράβαση του άρθρου 60 του ν.δ. 86/1969, αφού δέχθηκε ότι με τα συμβόλαια αυτά κατατμήθηκε η επίδικη δασική έκταση των … τ.μ.

και β) από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 280 παρ. 3 του ίδιου ν.δ. 86/1969 ότι το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, δηλαδή ελλείψεις που αφορούν μεταβιβάσεις κυριότητας ιδιωτικών δασών, δέχεται στη συνέχεια η προσβαλλόμενη ότι το επίδικο ακίνητο έχει κτηματογραφηθεί στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, δεχόμενη εμμέσως ότι το επίδικο είναι δημόσιο.

Ότι με τις παραδοχές αυτές δεν προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής τους σχετικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα δεν είναι σαφές αν η κύρια αυτή βάση απορρίφθηκε επειδή το δάσος είναι δημόσιο ή γιατί είναι μεν ιδιωτικό, αλλά οι εκποιητικές δικαιοπραξίες είναι άκυρες ελλείψει των ως άνω εγγράφων.

Ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου ή ιδιωτικού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα των 12.475 τ.μ.

αποτελεί ιδιωτικό δάσος. Για το λόγο αυτό άλλωστε και με την επίκληση της παράβασης των άρθρων 60 και 280 του ΝΔ 86/1969, που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφαρμόζονται επί ιδιωτικών δασών, έκρινε ότι οι πωλήσεις που έγιναν με τα δύο συμβόλαια, με τα οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων απέκτησε την κυριότητα της ευρύτερης έκτασης των … τ.μ., είναι άκυρες, καθώς, όπως δέχθηκε το Εφετείο, με τις πωλήσεις αυτές, αφενός μεν κατατμήθηκε σε επί μέρους τμήματα η επίδικη δασική έκταση εμβαδού … τ.μ.

χωρίς την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, αφετέρου δε μεταβιβάστηκε κυριότητα επί δάσους χωρίς να επισυνάπτεται στα συμβόλαια υπεύθυνη δήλωση του πωλητή ότι το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές δέχθηκε περαιτέρω ότι, εφόσον οι ανωτέρω συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, με αποτέλεσμα ούτε και οι αναιρεσείοντες, ως κληρονόμοι του, να καταστούν κύριοι αυτού, απορρίπτοντας έτσι την κύρια βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο τμήμα.

Δεν προκαλείται δε ασάφεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης από το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια ότι το επίδικο τμήμα έχει κτηματογραφηθεί στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, γεγονός, άλλωστε, που προκάλεσε και την άσκηση της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο δικαιοπάροχός τους Σ. Μ. συμφώνησε με την πωλητή Α. Κ. να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, οπότε για τη σχετική δικαιοπραξία καταρτίστηκαν το υπ' αριθμ.

… συμβόλαιο, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα έκταση εμβαδού … τ.μ. και το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα έκταση εμβαδού 1.898 τ.μ. Ότι όσον αφορά το επίδικο, αυτό περιγράφεται στην προσβαλλόμενη ως έκταση … τ.μ., η οποία αποτελεί δάσος χαλεπίου πεύκης και ότι οι ανωτέρω τίτλοι είναι άκυροι, επειδή δεν επισυνάπτεται σ' αυτούς η προβλεπόμενη στο άρθρο 60 του Δασικού Κώδικα άδεια του Υπουργού Γεωργίας.

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι με τις ανωτέρω συμβάσεις πώλησης πραγματοποιήθηκε παράνομη κατάτμηση δάσους, δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν αν η επίδικη ιδιωτική δασική έκταση των … τ.μ. πωλήθηκε εν μέρει με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο και εν μέρει με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο και επί πλέον, πόσο τμήμα του επιδίκου εμπίπτει σε κάθε ένα από τα συμβόλαια αυτά, με αποτέλεσμα να μην εξειδικεύεται η αόριστη νομική έννοια της κατάτμησης και να παραβιάζεται ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969, με βάση την οποία, δεν συνιστά κατάτμηση και επομένως δεν απαιτείται άδεια του Υπουργού Γεωργίας, η περίπτωση κατά την οποία πρόκειται να εκποιηθεί ολόκληρο το δάσος ή να μεταβιβαστεί τμήμα αυτού εξ αδιαιρέτου.

Ωστόσο, από τις ανωτέρω συνοπτικές, αλλά πλήρεις για το θέμα αυτό αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο των … τ.μ. αποτελεί τμήμα τόσο του ακίνητου το οποίο πωλήθηκε με το … συμβόλαιο, όσο και του ακινήτου το οποίο πωλήθηκε με το … συμβόλαιο, ώστε προκύπτει από τις αιτιολογίες αυτές η διαδοχική και κατά τμήματα εκποίησή του με τις δύο αυτές συμβάσεις πώλησης και συνακόλουθα και η κατάτμησή του, η οποία ήταν παράνομη, εφόσον επρόκειτο περί δάσους και εφόσον οι συμβάσεις αυτές δεν συνοδεύονταν με την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 60 του ΝΔ 86/1969.

Άλλωστε το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του περί κατάτμησης του επιδίκου τμήματος των …, δέχθηκε ουσιαστικά τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (σελ. 28-29), από την ευρύτερη έκταση των … τ.μ., την οποία απέκτησε με τα πιο πάνω πωλητήρια συμβόλαια ο δικαιοπάροχός τους Σ.

Μ., τμήμα αυτής εμβαδού … τ.μ., χαρακτήρισε το Ελληνικό Δημόσιο δια του Δασάρχη … ως δάσος με την υπ' αριθμ. … πράξη χαρακτηρισμού. Δεν ισχυρίστηκαν, δηλαδή, οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους ότι το τμήμα αυτό ο δικαιοπάροχός τους το απέκτησε με το ένα από τα δύο πωλητήρια συμβόλαια. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να εκτίθεται σ' αυτήν, πόσο τμήμα του επιδίκου περιλαμβάνεται σε κάθε ένα από τα δύο πωλητήρια συμβόλαια, δεδομένου ότι με το άρθρο 60 παρ. 1 του ΝΔ 86/1969 απαγορεύεται γενικά η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας που επέρχεται με ένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό τρόπους, δίχως να ενδιαφέρει η έκταση της κατάτμησης.

Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 60 ΝΔ 86/1969 και με πλήρεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την παράνομη κατάτμηση του επιδίκου ακινήτου των 12.475 τ.μ., καθώς αυτό αποτελεί δάσος, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες περί παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Από τη διάταξη του άρθρου 182 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη είναι οι ακόλουθες: 1) η ακυρότητα της πρώτης (άκυρης δικαιοπραξίας) και η περί της ακυρότητας αυτής άγνοια των μερών, 2) η με την άκυρη δικαιοπραξία πλήρωση των όρων της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η, κατά μετατροπή, άλλη δικαιοπραξία, εάν εκείνα (τα μέρη) γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 547/2021, ΑΠ 1227/2018, ΑΠ 161/2017).

Για να χωρήσει όμως η μετατροπή πρέπει να γίνει επίκλησή της από ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στη δικαιοπραξία και απόδειξη από το ίδιο της υποθετικής θέλησης αυτών που μετείχαν στη δικαιοπραξία (ΑΠ 714/2020, 792/2006). Στη προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι πράγματι έγινε κατάτμηση, η ακυρότητα λόγω έλλειψης της άδειας του αρμόδιου Υπουργού Γεωργίας δεν καθιστά εξ ολοκλήρου άκυρη τη μεταβίβαση, αφού αυτή παραμένει έγκυρη ως πώληση του επιδίκου εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παραβιάστηκε με τη μη εφαρμογή του, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969, η οποία επίσης παραβιάστηκε και σύμφωνα με την οποία, η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης δεν συνιστά κατάτμηση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και συγκεκριμενα οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται τα στοιχεία της κατά το άρθρο 182 ΑΚ μετατροπής των ανωτέρω συμβάσεων πώλησης και ειδικότερα την υποθετική βούληση των συμβληθέντων μερών να ισχύσει η πώληση του επιδίκου ως πώληση εξ αδιαιρέτου ποσοστών αυτού, καθώς και, αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα, ενώ επίσης δεν επικαλούνται σε ποια ακριβώς ποσοστά εξ αδιαιρέτου αναφέρονται, ώστε να ισχύσει κατά μετατροπή η πώληση αυτή ως πώληση εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές κατά τα αναφερόμενα εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω επικαλούμενης διάταξης (182 ΑΚ).

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός περί μετατροπής κατά το άρθρου 182 ΑΚ, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα με λόγο έφεσης από τους αναιρεσείοντες-τότε εκκαλούντες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 884/2017).

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1978/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969, που επιβάλλει, σε περίπτωση μεταβίβασης εμπραγμάτου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση λόγω πώλησης ή άλλης αιτίας, την υποχρέωση του πωλητή να προσκομίσει στο συμβολαιογράφο, με ποινή την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας, υπεύθυνη δήλωση του Δημοσίου ότι ουδέποτε διεκδίκησε οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης.

Ότι ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις δύο ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης έγινε παράνομη κατάτμηση δασικής έκτασης χωρίς την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, που προβλέπεται από το άρθρο 60 του ΝΔ 86/1969, η υπεύθυνη δήλωση που προβλέπεται από το άρθρο 280 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος δεν χρειαζόταν, καθώς ήταν περιττή για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στο αναιρετήριο.

Ότι επομένως, με το να προβεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σε ακύρωση των εν λόγω συμβάσεων πώλησης λόγω μη προσκομιδής της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι άκυρες οι δύο συμβάσεις πώλησης με τις οποίες μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα το επίδικο τμήμα των … τ.μ. στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, όχι μόνο επειδή δεν επισυνάφθηκε στις συμβάσεις αυτές η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 280 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969, αλλά και επειδή δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι με τις συμβάσεις αυτές κατατμήθηκε το επίδικο τμήμα, που αποτελεί δάσος και επομένως παράνομα, εφόσον δεν προηγήθηκε άδεια του Υπουργού Γεωργίας, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος.

Η επάλληλη δε αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των εναγόντων-αναιρεσειόντων επί του επιδίκου τμήματος των … τ.μ., δεν πλήττεται επιτυχώς με τον πιο πάνω δεύτερο αναιρετικό λόγο.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στο δημόσιο, δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό πρωτοκ. … έγγραφο του τότε Υπουργού Εθνικής Οικονομίας προς το Δασάρχη …., το οποίο προσκόμισαν με επίκληση ενώπιόν του προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο.

Ότι με το έγγραφο αυτό βεβαιωνόταν ότι το Δημόσιο δεν δύναται να προβάλει δικαιώματα επί της μείζονος έκτασης στη θέση "…", εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο ακίνητο και ότι συνεπώς η έκταση αυτή είναι ιδιωτική. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το επίδικο αποτελεί ιδιωτικό και όχι δημόσιο δάσος.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιωτικό δάσος, σαφώς έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφασή του, και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, και το ανωτέρω έγγραφο.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου τμήματος με παράγωγο και επικουρικά με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα συμβόλαια των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους (κληρονόμων Χ.), καίτοι αυτά φθάνουν μέχρι το έτος …, το υπ' αριθμ. …. συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, με το οποίο αντηλλάγη ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων τους με ακίνητο του …, αποτελεί δε τμήμα του το επίδικο και τέλος, την από … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Α.

Α.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, όχι επειδή δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, αλλά επειδή δέχθηκε ότι οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης, με τις οποίες μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα το επίδικο τμήμα των … τ.μ.

στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Σ. Μ., είναι άκυρες, δεδομένου ότι, δυνάμει των συμβάσεων αυτών, αφενός μεν κατατμήθηκε σε επί μέρους τμήματα δασική έκταση εμβαδού … τ.μ., που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, χωρίς την άδεια του Υπουργού Γεωργίας, αφετέρου δε μεταβιβάστηκε με τις ίδιες συμβάσεις κυριότητα επί δάσους, χωρίς να επισυνάπτεται στα συμβόλαια υπεύθυνη δήλωση ότι το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, κατά παράβαση, αντίστοιχα, των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του ΝΔ 86/1969, που προβλέπουν, σε περίπτωση παράβασής τους, την απόλυτη ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως επίσης προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, επειδή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, όπως και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών, άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο που να προσιδιάζουν στη φύση του ως ιδιωτικού δάσους, ώστε να καταστούν κύριοι αυτού με χρησικτησία και όχι επειδή δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καταλογιστούν, όμως, μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2020 αίτηση της Ζ. Μ. και του Χ.-Χ. Μ. για αναίρεση της 4349/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ