Legislator Case Law & Legislation
2079/2017 AI generated

2079/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2079/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2079/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγομένων (άρθρ. 178 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Keywords

AI generated
offences against public transport traffic violation disruption of railway traffic driving while unfit to drive road safety concerns freight carrier liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2079 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2079/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος - ενάγοντος: E. Z. (Έ. Ζ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη.

Των καθ’ ων η κλήση - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων - εναγομένων: 1) Ι. Π. του Η., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδροβιτσανέα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδροβιτσανέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή του ήδη καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-1-2006 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ..., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 2589/2006 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διέτασσε όσα αναφέρονται σε αυτή. Ακολούθως ο ενάγων επανέφερε με την από 27-10-2005 κλήση του την ως άνω αγωγή, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 12-5-2006 αγωγή προσώπων (συγγενών ενάγοντος), μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 12-5-2006 αγωγή του .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6026/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6639/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη καλών με την από 17-1-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 410/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 6044/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη καλών με την από 29-5-2014 αίτησή του. Με την 1105/2015 απόφασή του το Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε την 6044/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της και την παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση κατ’ ουσία στο ίδιο τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 11-1-2016 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του καλούντος επανέφερε: τον περιορισμό α) των υπ’ αριθμ. 5α, 5β και 5γ αιτημάτων της αγωγής του από έντοκα καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, β) του υπ’ αριθμ.

… αιτήματος της αγωγής του κατά ποσοστό εκ 50% από έντοκο καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, του υπολοίπου ποσοστού εκ 50% εκ του αιτήματος αυτού παραμένοντος εντόκου καταψηφιστικού και γ) του υπ’ αριθμ. … αιτήματος της αγωγής του κατά ποσοστό εκ 50% από έντοκο καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, του υπολοίπου ποσοστού εκ 50% εκ του αιτήματος αυτού παραμένοντος εντόκου, την άρνησή του εν σχέσει προς όλες ανεξαιρέτως τις, ως αόριστες, νόμω και ουσία αβάσιμες και συνεπώς απορριπτέες, ενστάσεις, που προέβαλαν οι αντίδικοι και δη α) την άρνηση της περί περιορισμού της ασφαλιστικής κάλυψης ένστασης των αντιδίκων, β) την άρνηση της περί αοριστίας ένστασης των αντιδίκων ως προς το κονδύλιο εκ του άρθρου 931 ΑΚ, γ) την άρνηση της περί συνυπαιτιότητος και περί συντρέχοντος πταίσματος ενστάσεως των αντιδίκων και δ) την άρνηση της σύμμετρης ικανοποίησης (προσθήκη αντίκρουση, σχ.

Γ2 σελ. 9). Τέλος αρνήθηκε τις ενστάσεις της αντιδίκου ασφαλιστικής εταιρίας περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης της και περί συμμέτρου ικανοποιήσεώς του, αφού αφορούν σε ζητήματα ευρισκόμενα εκτός των ορίων που διαγράφει η αναιρετική, επιπλέον δε προέβαλε τον ισχυρισμό ενείδει αντένστασης, ότι αμφότερες οι ενστάσεις αυτές καλύπτονται από δεδικασμένο, έχουν κριθεί και απορριφθεί τελεσίδικα και έτσι πρέπει να απορριφθούν.

Ο πληρεξούσιος των καθ’ ων η κλήση προέβαλε ενστάσεις -προβαλλόμενες μόνο από την ασφαλιστική εταιρεία: 1. Ένσταση περιορισμού της ασφαλιστικής της ευθύνης για σωματικές βλάβες τρίτων, μέχρι του εναπομείναντος ποσού της ασφαλιστικής της κάλυψης των 275.886,73 ευρώ, ποσόν δηλ. το οποίο έμεινε μετά από καταβολές αποζημίωσης που η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλλε στον καλούντα - αναιρεσείοντα E. Z., σε εκτέλεση καταψηφιστικών διατάξεων και προσωρινά εκτελεστών διατάξεων αποφάσεων που εκδόθησαν επί της αρχικής ένδικης αγωγής ευρισκομένης στο στάδιο αυτό της δίκης, αφού το αρχικό ποσόν της ασφαλιστικής της ευθύνης για το παρόν ατύχημα, ανήρχετο στα 500.000 ευρώ και ο αντίδικος καλών - αναιρεσείων, έχει λάβει από την εταιρεία έως σήμερα το συνολικό ποσόν των 224.133,27 ευρώ (για ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΝΤΑ ΜΙΛΑΜΕ), άρα 500.000 - 224.133,27 = 275.866,73 ευρώ, όπως αναλυτικώτερα περιγράφεται λεπτομερώς στις προτάσεις της και 1α.

την σχετική με την πιο πάνω ένστασή της "ΠΕΡΙ ΣΥΜΜΕΤΡΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ", πλειόνων ζημιωθέντων στο ίδιο αυτό ένδικο τροχαίο ατύχημα, μέσα στα πλαίσια του εναπομείναντος ποσού των 275.866,73 ευρώ, ως αναλυτικώτερα στις προτάσεις της. Προβαλλόμενες κατά του καλούντος - αναιρεσείοντος (επαναφορά αυτών και των εν γένει ισχυρισμών ως και πρωτοδίκως) και από τους δύο καλούμενους - αναιρεσιβλήτους (όπως με κάθε λεπτομέρεια αναφέρονται στις προτάσεις τους):

α) Ένσταση συνυπαιτιότητος ενάγοντος - καλούντος - αναιρεσείοντος σε ποσοστό 90% για κακή οδηγική συμπεριφορά, β) ένσταση συνυπαιτιότητος σε ποσοστό 50%, όσον αφορά το ύψος των σωματικών του βλαβών διότι καίτοι οδηγών μοτοσυκλέτα δεν φορούσε προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, γ) ένσταση συμψηφισμού ποσού 13.306,64 ευρώ ως στις προτάσεις και δ) ένσταση αοριστίας του αξιουμένου με την ένδικη αγωγή του αντίδικου αγωγικού κονδυλίου αποζημίωσης αυτού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, ως στις προτάσεις.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.01.2016 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 29.05.2014 αίτηση αναίρεσης της 6044/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση της 1105/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών και τον τρόπο υπολογισμού τους.

Με τις 6026/2007 οριστική και 2589/2006 εν μέρει οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγιναν εν μέρει δεκτές κατ’ ουσία: α) η από 30-9-2005 αγωγή του παθόντος Έ. Ζ. και ήδη αναιρεσείοντος, β) από 12-5-2006 αγωγή των γονέων και του αδελφού του παθόντος αναιρεσείοντος αντιστοίχως, περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για την θετική και αποθετική ζημία, αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν συνεπεία του αναφερομένου αυτοκινητικού ατυχήματος και γ) η από 12-5-2006 αγωγή του ..., λόγω υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα του ενάγοντος ασφαλισμένου του και ήδη αναιρεσείοντος.

Μετά την άσκηση των από 14-7-2008 και 23-7-2008 αντίθετων εφέσεων των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, αντιστοίχως, κατά των ανωτέρω αποφάσεων εκδόθηκε η 6639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά την παραδοχή αμφοτέρων των εφέσεων, εξαφάνισε τις 6026/2007 οριστική και 2589/2006 εν μέρει οριστική αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια αφού απέρριψε την από 12-5-2006 αγωγή των ως άνω συγγενών του παθόντος ως μη νόμιμη, δέχθηκε εν μέρει την από 30-9-2005 αγωγή του παθόντος και την από 12-5-2006 αγωγή του ....

Ακολούθως κατά της 6639/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17-1-2011 αίτηση αναίρεσης με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η 6639/2009 απόφαση προκειμένου να γίνει δεκτή η από 23-7-2008 έφεσή του και ακολούθως να γίνει δεκτή στο σύνολο της η από 30-9-2005 (και με αριθμό κατάθ. ...2005) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 410/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε στο σύνολό της την 6639/2009 απόφαση του Εφετείου.

Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 6044/2013 απόφασή του, δικάζοντας ως Δικαστήριο παραπομπής την ένδικη υπόθεση, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την 410/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, συνεκδίκασε τις από 23-7-2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) και 14-7-2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) αντίθετες εφέσεις και αφού τις δέχθηκε κατ’ ουσία εξαφάνισε τις 6026/2007 οριστική και 2589/2006 μη οριστική πρωτόδικες αποφάσεις, κατά το μέρος, που αφορούσαν τους διαδίκους της κατ’ έφεση δίκης, δηλαδή τον αναιρεσείοντα Έ.

Ζ. και τους αναιρεσίβλητους Ι. Π. και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...." και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 30-9-2005 (και με αριθμό κατάθ. ...2005) αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατά της τελευταίας 6044/2013 απόφασης του Εφετείου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 29-5-2014 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1105/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεχόμενη τους από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο, ως προς το τμήμα με στοιχείο Β1 και τέταρτο λόγους αναίρεσης και τον έβδομο από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκ των οποίων ο έβδομος από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφορά την μη λήψη από το Εφετείο της από 20-12-2012 ένορκης κατάθεσης του Λ.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία, όπως διαλαμβάνεται και στην 1105/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης μόνον ως προς το αγωγικό αίτημα των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος, χωρίς να συνδέεται αιτιωδώς με άλλα αγωγικά αιτήματα, ανήρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών για το μέχρι την 31-3-2017 χρονικό διάστημα και τον τρόπο υπολογισμού τους.

Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, η υπόθεση κρατήθηκε στο παρόν Δικαστήριο και παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση κατ’ ουσία στο ίδιο Τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση. Κατόπιν αυτών μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την 1105/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, αφορούν την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος του από 17-5-2004 έως 31-3-2017 χρονικού διαστήματος και τον τρόπο υπολογισμού τους πρέπει να ερευνηθούν οι από 23-7-2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) και από 14-7-2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) εφέσεις του αναιρεσείοντος Έ.

Ζ. και της Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "....", αντιστοίχως.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (πλην του προαναφερομένου εγγράφου του προσκομιζομένου από τον ενάγοντα - εκκαλούντα), μεταξύ των οποίων οι υπ’ αριθμ. ...-5-2010, .../22-10-2012, ...22-10-2012 αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ και η με αριθμό πρωτ. ...-8-2014 βεβαίωση της Διεύθυνσης Παροχών του ΙΚΑ και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395 ΚΠολΔ), της 67550/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ...27.3.2006 και ...26.1.2007, ...20.12.2012, που δόθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων όπως προκύπτει από τις υπ’ αρ. ...22.3. 2006, ... /22.3.2006, ... /23.1.2007, ...23.1.2007, ... /17.12.2012 και ... /17.12.2012 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.

Γ. καθώς και από την υπ’ ...2006 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευροχειρουργού Δ. Α. που διενεργήθηκε μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 2589/2006 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 17-5-2004 και περί ώρα 07.45’ ο ενάγων E. Z. (Έ. Ζ.), οδηγώντας το υπ’ αρ. κυκλοφ. ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο της κυριότητος και κατοχής του, εκινείτο στην οδό ... λίγο πριν τη διασταύρωσή της με την οδό ... με κατεύθυνση προς παραλία, στην περιοχή της ...). Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, πλάτους κάθε ρεύματος 7,70 μ. τα οποία χωρίζονται από διαχωριστική νησίδα που διακόπτεται στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ..., η οποία είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαχωριστικό μεταξύ των δύο ρευμάτων και έχει συνολικό πλάτος 8,40 μ.

Στο σημείο της διασταύρωσης της οδού ... με την οδό ... δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία. Κατ’ εκείνη την ώρα η κίνηση των οχημάτων ήταν κανονική, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, και η ορατότητα δεν περιοριζόταν αφού ήταν ημέρα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Π., οδηγώντας το υπ’ αρ.

κυκλ. ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο κυριότητός του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της ιδίας οδού ... στο αντίθετο ρεύμα, με κατεύθυνση προς .... Λίγο πριν την διασταύρωση της οδού ... με την οδό ..., ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου, προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση και να στρίψει αριστερά, εισερχόμενος στην οδό ..., δεν ήλεγξε την οδό και δεν ανέμενε την διέλευση του ενάγοντος, παραχωρώντας σ’ αυτόν προτεραιότητα, αφού εκινείτο ευθεία στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης και δεξιά ως προς την δική του πορεία και είχε υποχρέωση να αναμένει την διέλευση του (ενάγοντος), αλλά συνέχισε χωρίς να σταματήσει καθόλου στην διασταύρωση και εισήλθε καθέτως στο αντίθετο ρεύμα, παρεμβαλλόμενος αιφνιδίως στην πορεία του μοτοποδηλάτου.

Ο ενάγων οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, αιφνιδιάστηκε από την ξαφνική κάθετη είσοδο του λεωφορείου στο ρεύμα πορείας του, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου του, να ανατραπεί το μοτοποδήλατο αριστερά, να συρθεί στο οδόστρωμα σε απόσταση 1,40 μ.

και στη συνέχεια να προσκρούσει στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του λεωφορείου, το οποίο συνέχιζε την πορεία του με ταχύτητα 38 χιλ. περίπου την ώρα, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο ταχογράφο του. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι αυτός είχε ανάψει τον φωτεινό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), πριν στρίψει αριστερά, και αληθής υποτιθέμενος, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη, αφού αυτός δεν είχε δικαίωμα να συνεχίσει την πορεία του, παραβιάζοντας την προτεραιότητα των άλλων οχημάτων, όπως εν προκειμένω του μοτοποδηλάτου, εφόσον κατά την διάταξη του άρθρ. 23 § 4 του Κ.Ο.Κ., αυτός είχε υποχρέωση να μην αλλάξει κατεύθυνση πριν βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια.

Αποτέλεσμα της παράνομης, εντελώς αιφνίδιας και απρόσμενης αυτής ενέργειας του οδηγού του λεωφορείου, πρώτου εναγομένου, ήταν να παρεμβληθεί το τελευταίο με όλο του το μήκος, περίπου 12 μέτρων, στην κανονική ευθεία πορεία του ενάγοντος και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν, αποφράσσοντας έτσι το συνολικό πλάτος 7,70 μ.

του ρεύματος της οδού ..., στο οποίο εκινείτο το μοτοποδήλατο και αποκλείοντας την κίνηση αυτού, με συνέπεια την εν λόγω σύγκρουση των δύο οχημάτων και τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος. Η αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου - οδηγού του ζημιογόνου λεωφορείου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος κρίθηκε αμετακλήτως με την προσβαλλόμενη 6044/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 2-10-2013, χωρίς η παραδοχή αυτή ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων να προσβληθεί με σχετικό λόγο αναίρεσης.

Επομένως η ένσταση συνυπαιτιότητας του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου, οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα δίκυκλου μοτοποδηλάτου, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που προβάλλεται από τους εκκαλούντες - εναγομένους με τον πρώτο λόγο της από 14.7.2008 έφεσής τους και προτείνεται εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις τους, θα πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και η έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά τα αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενα κρίθηκαν αμετακλήτως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε από το ατύχημα και διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ...", όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θλάση πνευμόνων. Ειδικότερα είχε υποστεί πολλαπλές κρανίο εγκεφαλικές κακώσεις, κάταγμα δεξιού μετωπιαίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάσεις πνευμόνων δεξιά και κάταγμα 5ης πλευράς δεξιά.

Λόγω της βαρειάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και των θλάσεων πνευμόνων, νοσηλεύθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας από 17-5-2004 έως 5-8-2004. Παρέμενε σε καταστολή και σε αναπνευστήρα για μεγάλο χρονικό διάστημα και αντιμετωπίστηκε συντηρητικά. Επανήλθε στην νευρολογική κλινική στις 5-8-2004 για αποθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή.

Εκεί νοσηλεύτηκε μέχρι την 17-8-2004 και εξήλθε με βελτίωση και με οδηγίες για εντατική φυσιοθεραπεία, κινησιοθεραπεία και κινητοποίηση. Κατά την έξοδό του είχε εμφανίσει μετατραυματική εγκεφαλοπάθεια ενώ συστήθηκε η παρακολούθηση από ιατρό νευρολόγο για καθορισμό της αντιεπιληπτικής αγωγής. Σύμφωνα με την υπ’ ...25-10-2006 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευροχειρουργού Δ.

Α., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αρ. 2589/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση πνευμόνων. Εξαιτίας της εγκεφαλικής κάκωσης, υπέστη διαταραχή των ανωτέρω νοητικών λειτουργιών, διαταραχή του συναισθήματος, κρίσεις επιληψίας και δυσκολία στη βάδιση λόγω κατακλίσεων και στις δύο πτέρνες, συνεπεία της μακράς νοσηλείας του σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

Έχει νεκρωμένη εγκεφαλική περιοχή στο δεξιό κροταφικό λοβό. Η περιοχή αυτή αποτελεί πιθανή εστία επιληπτικών κρίσεων και ο ενάγων έχει αυξημένο στατιστικό κίνδυνο σε σχέση με το μέσο υγιή πληθυσμό, να εμφανίσει κρίσεις επιληψίας και γι αυτό του χορηγείται αντιεπιληπτική αγωγή. Επίσης παρουσιάζει ευερεθιστικότητα, επιθετικότητα αλλά και μελαγχολία και λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή.

Οι διαταραχές του συναισθήματος είναι επίσης απότοκες της εγκεφαλικής του βλάβης. Εξαιτίας των προαναφερθέντων, είναι πλήρως και μονίμως ανίκανος για την εργασία του εργάτη οικοδομών, αλλά και για κάθε άλλη εργασία. Δεν είναι δυνατόν να ανέλθει σε σκαλωσιές, να εργάζεται εκτεθειμένος σε δύσκολες καιρικές συνθήκες (κρύο, ζέστη) ή να έχει καλή ισορροπία.

Η βάδισή του είναι επισφαλής και προσπαθεί να μεταφέρει το φορτίο του σώματός του στα δάκτυλα των ποδιών και όχι στις πτέρνες. Είναι σε θέση να ενδυθεί μόνος του, αλλά δεν είναι σε θέση να παρασκευάσει το φαγητό του ή να εκτελέσει άλλες οικιακές εργασίες λόγω της ψυχικής και πνευματικής του αναπηρίας. Ο πραγματογνώμονας καταλήγει ότι ο ενάγων εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας της τάξης του 80%.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο σοβαρότερος τραυματισμός του ενάγοντος ήταν αυτός της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, ο οποίος επέφερε και τις σημαντικές συνέπειες της διαταραχής των ανωτέρω νοητικών λειτουργιών των κρίσεων επιληψίας και εν τέλει της αναπηρίας του κατά το ποσοστό του 80%. Από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος κατά τον χρόνο του ατυχήματος και η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε στη επέλευση της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με τις μετέπειτα εξ αυτής δυσμενείς συνέπειες.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την πρόσκρουση στο λεωφορείο φορώντας το κράνος συνετρίβησαν οι δεσμοί αυτού, με αποτέλεσμα να φύγει από τη θέση του, δεν αποδείχθηκε, εφόσον οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν προκύπτει ότι αφορούν πράγματι στο κράνος του ενάγοντος, ενώ όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυς Σ.

Μ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "...Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν φορούσε κράνος. Με το μπαμ που ακούσαμε βγήκα έξω και το κράνος ήταν στα πόδια του... δεμένο στα πόδια του ήταν το κράνος... βγαίνοντας το είδα...". Εξάλλου αν ο ενάγων φορούσε όπως ισχυρίζεται προστατευτικό κράνος, δεν θα είχε υποστεί τον σοβαρότατο, όπως προαναφέρθηκε, τραυματισμό στο κεφάλι.

Ενόψει αυτών, επομένως, η περί συνυπαιτιότητος ένσταση των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία η έκταση των ζημιών του ενάγοντος, οφείλεται και στο γεγονός ότι αυτός δεν φορούσε κράνος, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο ενάγων με την ως άνω παράλειψή του (άρθρ. 12 § 6 Ν. 2696/1999) συνέβαλε κατά ποσοστό 30% στην έκταση των άνω σωματικών βλαβών που υπέστη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα.

Ο ενάγων από την έλευσή του στην Ελλάδα εργάζεται συνεχώς ως οικοδόμος, ενώ από 17-3-2003 είχε προσληφθεί από την κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργαζόμενος ως οικοδόμος έως και τον χρόνο του ατυχήματος και ειδικότερα ως ενταγμένος στο τμήμα άμεσης επέμβασης και συντήρησης της ως άνω κατασκευαστικής εταιρίας, παρείχε δε την εργασία του και τα Σάββατα ενώ συχνά απασχολείτο πέραν του τακτικού ωραρίου.

Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος εκ της εργασίας του, δηλαδή τακτικές αποδοχές και υπερωρίες, ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 1.436,83 ευρώ. Το ποσό αυτό ελάμβανε ο ενάγων μηνιαίως απ’ ευθείας εκ μέρους του εργοδότου του, ενώ ποσό 937,76 ευρώ μηνιαίως, κατέβαλε ο εργοδότης του ενάγοντα ως εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ και στον ειδικό λογαριασμό δώρου εργατοτεχνιτών οικοδόμων (ΕΛΔΕΟ).

Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί επίσης εισόδημα για τον υπολογισμό της εκ της αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντα (Α.Π. 889/2000 Ελ.Δ. 42.387). Ως εκ τούτου, οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα, ανήρχοντο κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος στο συνολικό ποσό των 2.374,59 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις μισθοδοσίας της ως άνω εργοδότριας εταιρίας.

Εξαιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρότατου τραυματισμού του, ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία, όπως διαπιστώνεται και στην προσκομιζόμενη έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία, ο ενάγων έχει ποσοστό αναπηρίας 80% και κρίνεται ανίκανος για την εργασία του εργάτη οικοδομών και για οποιαδήποτε άλλη εργασία.

Αν δεν είχε τραυματισθεί ο ενάγων, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται στην ανωτέρω εταιρία από την ημέρα του ατυχήματος στις 17-5-2004 μέχρι την 31.3.2017. Από τον χρόνο του ατυχήματος την 17-5-2004 και μέχρι την 17-5-2008 κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε το ίδιο ανωτέρω μηνιαίο εισόδημα των 2.374,59 ευρώ, το οποίο πραγματοποιούσε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος.

Αύξηση των μηνιαίων αποδοχών του κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν θα επήρχετο, γιατί οι αυξημένες αποδοχές του ενάγοντα λόγω των σημαντικών υπερωριών που πραγματοποιούσε, οφείλοντο στην απασχόλησή του σε έργο των ... "..." (βλ. προσκομιζόμενες μισθολογικές καταστάσεις).

Αντίθετα από 17-5-2008 έως 31-3-2017 επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ειδικότερα της μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εξ αιτίας της οποίας συρρικνώθηκαν μισθοί και ημερομίσθια όλων των εργαζομένων, ενώ ο κλάδος της οικοδομικής απασχόλησης έχει υποστεί μεγάλο πλήγμα, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να απασχολείται με τις οικοδομικές εργασίες, αλλά το εισόδημά που θα πραγματοποιούσε δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές, απασχολούμενος κατά μέσον όρο 20 ημέρες μηνιαίως.

Κατόπιν αυτών κρίνεται ότι η αποθετική ζημία - διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 17.5.2004 μέχρι 17.5.2008 στο ποσό των 2.374,59 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 113.980,32 ευρώ (ήτοι: 2.374,59 ευρώ χ 48 μήνες) και για το χρονικό διάστημα από 17.5.2008 μέχρι 31.3.2017 ανέρχεται σε 1.500,00 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 160.050 ευρώ (ήτοι: 1.500,00 ευρώ χ 106 μήνες + 14 ημέρες χ 75 ευρώ) και συνολικά για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 274.030,32 ευρώ (ήτοι: 113.980,32 ευρώ + 160.050 ευρώ).

Ο ασφαλιστικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης του ενάγοντα το ..., από τον χρόνο του ατυχήματος και μέχρι την 31.3.2017 με διαδοχικές αποφάσεις του Διευθυντή, τον έκρινε ανάπηρο με ποσοστό αναπηρίας 80% και του χορήγησε α) επιδότηση ποσού 17.823,34 ευρώ από 17.5.2004 μέχρι 6.5.2006, β) κύρια σύνταξη ύψους 26.096,27 ευρώ από 7.5.2006 μέχρι 31.3.2010, γ) επικουρική σύνταξη ύψους 8.345,68 ευρώ από 7.5.2006 μέχρι 31.3.2010, όπως προκύπτει από τις υπ’ .../21.4.08 απόφαση του Διευθυντή ...

Υποκ/τος ... και υπ’ αρ. ...2009 βεβαίωση του ..., δ) κύρια σύνταξη ύψους 44.090,03 ευρώ από 1.4.2010 μέχρι 31.3.2017 και ε) επικουρική σύνταξη ύψους 14.267,70 ευρώ από 1.4.2010 μέχρι 31.3.2017, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../2012 και ...2012 αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ και συνολικά 110.623,02 ευρώ (ήτοι: 17.823,34 + 26.096,27 + 8.345,68 + 44.090,03 + 14.267,70). Από το συνολικό ποσό των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος, που ανέρχεται κατά τα προεκτεθέντα, σε 274.030,32 ευρώ, πρέπει ν’ αφαιρεθεί το ποσό των 110.623,02 ευρώ, που κατέβαλε το ...

προς τον ασφαλισμένο της - ενάγοντα, λόγω αυτόματης υποκατάστασης ως προς αυτό το ποσό του ΙΚΑ από την ημέρα του ατυχήματος (άρθρα 10 παρ. 5 του Ν.Δ. 4104/1960, 18 του Ν. 4476/1965 και 18 του Ν. 1654/1986), το οποίο και μόνο δικαιούται να αξιώσει το ..., ως νέος φορέας της εν λόγω αξιώσεως από τους υπόχρεους τρίτους - αναιρεσίβλητους, καθόσον, η εκ της ΑΚ 300 ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος ενάγοντος (ΑΚ 300) στην έκταση της ζημίας του, διότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, αντιτάσσεται από τους υπόχρεους αναιρεσίβλητους τόσο κατά της αξιώσεως του παθόντος ενάγοντος στο μέτρο, που διατηρείται υπέρ αυτού αγωγή αποζημιώσεως αν συνυπολογισθούν και οι παροχές του ...

όσο και κατά του τελευταίου στο μέτρο, που αυτό αναζητεί από τους υπόχρεους αναιρεσίβλητους αποζημίωση ισούμενη με το ποσό των παροχών στον παθόντα ενάγοντα -ασφαλισμένο του. Από την απομένουσα δε, κατά τα ανωτέρω, διαφορά των 163.407,3 ευρώ (ήτοι: 274.030,32 ευρώ - 110.623,02 ευρώ) πρέπει στη συνέχεια, να αφαιρεθεί το αναλογούν στο 30% ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του (300 ΑΚ), λόγω της παράλειψής του να φορά προστατευτικό κράνος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ώστε το ποσό 114.385,11 ευρώ (ήτοι: 163.407,3 - 30% 49.022,19 ευρώ = 114.385,11 ευρώ), να αντιστοιχεί στο σύνολο των διαφυγόντων κερδών, που οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα.

Επομένως η συνολική αποθετική ζημία - διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος κατά το από 17.5.2004 έως 31.3.2017 επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 114.385,11 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβάλουν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον εφάπαξ, καθότι έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο, με το νόμιμο τόκο όμως, των μεν προγενεστέρων της αγωγής δόσεων από την επίδοση της αγωγής, των δε λοιπών από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, δηλαδή από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που η κάθε δόση αφορά.

Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εφόσον ο ενάγων είναι ασφαλισμένος στο ... και ήδη λαμβάνει από τον ασφαλιστικό του φορέα κύρια και επικουρική σύνταξη, ανεξάρτητα της κατάστασης της υγείας του και της ανικανότητάς του να εργασθεί, δεν δύναται να κριθεί το ύψος της ζημίας του, λόγω απώλειας αποδοχών, γιατί δεν είναι γνωστό το ποσό που θα καταβληθεί σ’ αυτόν από το ...

για κύρια και επικουρική σύνταξη κατά το μεταγενέστερο της 31.3.2017 χρονικό διάστημα, και κατόπιν αυτών, το εν λόγω αίτημα για το μετά την 31.03.2017 χρονικό διάστημα πρέπει ν’ απορριφθεί, ως προώρως ασκούμενο.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ως προς την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος -αναιρεσείοντος δέχθηκε: α) με τις οριστικές διατάξεις της 2589/2006 εν μέρει οριστικής αποφάσεώς του ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το από 17.5.2004 έως 17.4.2006 χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 1.749,75 ευρώ και στη συνέχεια προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη για το διάστημα αυτό στο τελικό ποσό των 21.570,03 ευρώ μετά από αφαίρεση των 16.948,91 ευρώ, που είχε λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα, το ΙΚΑ, και του αναλογούντος στο ποσοστό 30% της συνυπαιτιότητάς του, ποσού των 9.244,30 ευρώ, διότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και β) με την 6026/2007 οριστική απόφαση δέχεται επί λέξει ότι "...επίσης ο ενάγων, που εργαζόταν ως εργάτης οικοδομών στην εταιρία "...

ΑΕ" θα απολέσει στο μέλλον, λόγω της μονίμου και γενικής ανικανότητας για εργασία, το ποσό των 100.000 ευρώ καθόσον αδυνατεί τελείως να εργαστεί...", χωρίς, ωστόσο, να αφαιρέσει από το ποσό των 100.000 ευρώ το αναλογούν στο ποσοστό συνυπαιτιότητάς του 30%, έσφαλαν στην ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων περί διαφυγόντων κερδών (άρθρα 297, 298 ΑΚ) και στην εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα ποσά και τον τρόπο υπολογισμού των διαφυγόντων κερδών όπως παραδεκτώς παραπονούνται ο ενάγων - εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 23.7.2008 (και αριθμό κατάθ. ...2008) έφεσής του και οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) με τον τέταρτο λόγο της από 14-7-2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008 )έφεσής τους (και συγκεκριμένα κατά της σχετικής διάταξης της 6026/2007 οριστικής εκκαλούμενης απόφασης), οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ’ ουσία.

Αντίθετα, η ένσταση συμψηφισμού ποσού 13.306,64 ευρώ, που προτάθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη 2589/2006 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επαναφέρθηκε με τις από 3.3.2009 έγγραφες προτάσεις (σελ. 8 αυτών) από τους εφεσίβλητους και αφορά επιδότηση, την οποία ο ενάγων έλαβε από το ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα από 17.5.2004 έως 30.9.2005 και θα πρέπει ν’ απορριφθεί από τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη για το ίδιο χρονικό διάστημα, θα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσία, διότι από την με αριθμό πρωτ. ...11.3.2009 βεβαίωση του Τμήματος Παροχών του ΙΚΑ προκύπτει, ότι η επιδότηση, που ο ενάγων έλαβε κατά το διάστημα αυτό ανέρχεται στο ποσό των 17.823,34 ευρώ και κατ’ αποτέλεσμα εμπεριέχεται στο ποσό αυτό, το οποίο όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αφαιρείται από το συνολικό ποσό των επιδικαζόμενων στον ενάγοντα διαφυγόντων κερδών.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι από 14.7.2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) και 23.7.2008 (και με αριθμό κατάθ. ...2008) εφέσεις να γίνουν δεκτές και να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες 6026/2007 και 2589/2006 οριστική και εν μέρει οριστική, αντιστοίχως, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος, που αφορά την από 30.9.2005 (και με αριθμό κατάθ. ...2005) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και στα διαγραφόμενα από την 1105/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου όρια δηλαδή της αγωγικής αξίωσης των διαφυγόντων κερδών του από 17.5.2004 έως 31.3.2017 χρονικού διαστήματος.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 535 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να επιδικασθούν στον ενάγοντα τα εξής ποσά: α) 114.385,11 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη από 17.5.2004 έως 31.3.2017, β) αποζημίωση λόγω πλασματικής δαπάνης για απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμου κατά το χρόνο νοσηλείας του στο νοσοκομείο, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 588,00 ευρώ, και το ποσό των χρηματικών δόσεων, λόγω πλασματικής δαπάνης απασχόλησης οικιακής βοηθού, από 17.8.2004 μέχρι 30.9.2005 που ήδη έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, το οποίο ανέρχεται σε 5.642,00 ευρώ (13 μήνες χ 420,00 ευρώ = 5.460,00 + 13 ημέρες χ 14,00 ευρώ =182,00 ευρώ).

Για το διάστημα από 1.10.2005 έως 17.8.2014 πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα χρηματικές δόσεις 420 € μηνιαίως για την ως άνω αιτία. Τα παραπάνω β’ και γ’ ποσά επιδικάσθηκαν αμετακλήτως από την προσβαλλόμενη και δεν προσβλήθηκαν με σχετικό λόγο αναίρεσης. Επίσης στον ενάγοντα πρέπει να επιδικασθούν τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα ποσά, που επίσης επιδικάσθηκαν αμετακλήτως από την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν προσβλήθηκαν με σχετικό λόγο αναίρεσης και τα οποία θα πρέπει να ενσωματωθούν στην παρούσα για λόγους, που αφορούν το ενιαίο της εκτέλεσης αν, όμως, έχουν καταβληθεί από τους εναγομένους θα πρέπει να συνυπολογισθούν κατά την εκτέλεση της παρούσας, χωρίς, ωστόσο, με την ενσωμάτωση αυτή να επιδικάζεται στον ενάγοντα μείζον του αιτηθέντος και συγκεκριμένα:

α) 336 ευρώ για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, β) 50.000,00 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, γ) 70.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δ) 1.600,00 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ολικής καταστροφής του δίκυκλου μοτοποδηλάτου και συνολικά 242.551,11 ευρώ.

Ενόψει δε του περιορισμού των ως άνω αγωγικών αιτημάτων σε εν μέρει αναγνωριστικά (βλ. τα υπ’ αρ. 2589/28.3. 2006 πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και ειδικότερα όλων των ως άνω αιτημάτων πλην του αιτήματος της ηθικής βλάβης στο συνολικό ποσό των 59.012,87 καταψηφιστικά, και του αιτήματος για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης σε 60.000,00 ευρώ καταψηφιστικά, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αποζημίωση για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό τω 59.012,87 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 60.000 ευρώ και συνολικά 119.012,87 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα 123.538,2 (ήτοι: 242.551,11 - 119.012,87) ευρώ.

Επίσης πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα χρηματικές δόσεις 420 ευρώ μηνιαίως ως πλασματική δαπάνη απασχόλησης οικιακής βοηθού από 1-10-2005 έως 17-8-2014. Όλα τα ανωτέρω ποσά καταψηφιστικά και αναγνωριστικά πρέπει να καταβάλουν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον και με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην α) του ποσού των 114.385,11 ευρώ που αφορά χρηματικές δόσεις λόγω απώλειας αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 17-5-2004 μέχρι 31-3-2017, που πρέπει να καταβληθούν με τον νόμιμο τόκο για μεν τις προγενέστερες της αγωγής δόσεις από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, για δε τις μεταγενέστερες από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, δηλαδή από την πρώτη κάθε μήνα που η κάθε δόση αφορά και β) των χρηματικών δόσεων 420 ευρώ μηνιαίως για δαπάνη οικιακής βοηθού που πρέπει ομοίως να καταβληθούν με το νόμιμο τόκο για μεν τις δόσεις πριν από την άσκηση της αγωγής, από της επίδοσης της αγωγής, για δε τις μεταγενέστερες από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης στην πρώτη μέρα κάθε μήνα.

Επίσης λαμβανομένων υπόψη των επιδικαζομένων ποσών, δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη περί περιορισμού της ευθύνης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αφού το ασφαλιζόμενο ποσό (480.000 ευρώ), υπερκαλύπτει τα ανωτέρω επιδικαζόμενα, απορριπτομένης της ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά και της αντένστασης του ενάγοντος για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την ένσταση περιορισμού της ευθύνης για σωματικές βλάβες της δεύτερη εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας μέχρι του ποσού των 480.000 ευρώ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση της τελευταίας με την αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενη αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη αυτών.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγομένων (άρθρ. 178 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων 1) την από 23-7-2008 (αρ. καταθ. ...2008) έφεση του E. Z. (Έ. Ζ.) κατά του I. Π. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και 2) την από 14-7-2008 (αρ. καταθ. ...2008) έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και του I. Π. κατά του E. Z. (Έ. Ζ.).

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν αυτές.

Εξαφανίζει τις υπ’ αρ. 6026/2007 οριστική και 2589/2006 εν μέρει οριστική (ως προς τις οριστικές της διατάξεις) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορούν τους ως άνω διαδίκους

Κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ’ ουσίαν.

Δέχεται εν μέρει την από 30-9-2005 (αρ. κατ. δικογρ. ... 2005) αγωγή του E. Z. (Έ. Ζ.) κατά του I. Π. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των εκατόν δέκα εννέα χιλιάδων, δώδεκα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (119.012,87).

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των εκατόν είκοσι τριών πεντακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και δύο λεπτών (123.538,2) καθώς καθώς και χρηματικές δόσεις τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 17-8-2014. Όλα τα ανωτέρω ποσά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην του επί μέρους ποσού των 114.385,11 ευρώ, που αφορά χρηματικές δόσεις όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, καθώς και των χρηματικών δόσεων 420 ευρώ μηνιαίως (που επίσης αναφέρονται στο σκεπτικό), που πρέπει να καταβληθούν νόμιμοι τόκοι, για μεν τις δόσεις πριν από την άσκηση της αγωγής από την επίδοση της αγωγής, για δε τις μεταγενέστερες από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης στην πρώτη ημέρα εκάστου μηνός που η κάθε δόση αφορά. Και

Καταδικάζει τους εναγομένους στην μερική δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ