Legislator Case Law & Legislation
2079/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against deceased heirs while allowing appeal against living heirs regarding inadmissible evidence.

Case Number 2079/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal proceedings against five deceased heirs while allowing the appeal against the remaining living heirs. The deceased individuals lost standing because their death terminated their capacity to be parties, rendering the lower court's judgment against them void. Conversely, the court found the lower court erred by admitting notarized witness statements that were legally inadmissible as evidence, necessitating a remand for retrial involving only the living parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35, 62, 353 §1, 286 et seq., 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; The death of a party extinguishes their capacity to be a subject of rights and obligations, rendering any judgment against them void, whereas the admission of legally inadmissible evidence constitutes a ground for cassation requiring remand.

Keywords

AI generated
capacity to sue death of party void judgment inadmissible evidence cassation grounds remand for retrial standing to sue

Cited Legislation

AI generated
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Code of Civil Procedure
Article 353 §1 no. d of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2079 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2079/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Γεωργίου Καρακώστα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ. του Π., 2) Σ. χήρας Θ. Κ., ) Ν. Κ. του Θ. και ) Α. Κ. του Θ., 3. Γ. Σ. του Χ., 4 Γ. Σ. του Θ., 5 Σ. Ρ. του Γ., 6 Χ. Ρ. του Ι., 7. Χ. Ι. του Α., 8 Χ. Σ. του Α., 9 Ε. Π. του Χ. και 10 Ε. συζ. Σ. Δ., κατοίκων .... Ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σέτκο και αναφέρθηκε στις από 20-12-2012 προτάσεις του. Όλοι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 17/23-1-2004 κύρια αίτηση, 123/25-11-2004, 36/2-6-2006 αιτήσεις και ανταιτήσεις των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας αφού εκδόθηκε η 91/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που όριζε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριωθείσες εκτάσεις.

Εκδόθηκε η απόφαση 44/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της αυτής απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 26-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του 4ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατ' άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ. ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 Κ.Πολ.Δ.) προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατ' άρθρο 353 §1 εδ.δ' Κ.Πολ.Δ.

απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και το αποβιώσαν, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 §1 Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού περατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.

Αν δε ο θάνατος έλαβε χώραν μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.

κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτήν την αναίρεση.

Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 26.2.2008 και με αρ. κατ. 5/2008 αίτηση αναιρέσεως, απευθύνεται, εκτός άλλων, και κατά του Γ. Σ. του Χ., τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ. αρ. 44/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 10.5.2007 (βλ. σε ακριβές φωτοαντίγραφο την υπ. αρ. …/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου Αγ. Τριάδας Καστοριάς) δηλαδή μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (2-3-2007) και προ της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα στις 28.2.2008, όπως προκύπτει από την κάτωθι αυτής πράξη της αρμόδιας Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αναιρέσεως τελούσε σε γνώση του επισυμβάντος ως άνω θανάτου του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. του Χ. και επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του αναιρεσίβλητου αυτού είναι έγκυρη. Πρέπει, όμως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς αυτόν, ενόσω το αναιρεσείον δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει κλήτευση των κληρονόμων του, ώστε να χωρήσει νόμιμα η συζήτησή της ως προς αυτούς.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 §1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της άσκησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2 και 3 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας, είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως, με τη μη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ. αρ. ..., ..., ..., ..., ... και ... από 10.10.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς …, που επικαλείται και προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της από 26.2.2008 αίτησης αναίρεσης κατά της 44/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (27.1.2012) καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, έκτη, έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι αντίστοιχα στους Α.

Γ., Χ. Ρ., Χ. Ι., Χ. Σ., Ε. Π. και Ε. Δ. Κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, με σχετική επισημείωση του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου στο πινάκιο, η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά, αρχικά για τη δικάσιμο της 11.1.2013 και στη συνέχεια, κατά τον ίδιο τρόπο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (4.10.2013).

Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β' και γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ.) αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ.4 εδ.

β' και γ' Κ.Πολ.Δ. πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές, διότι από το νόμο (άρθρ. 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., 241 και 575 Κ.Πολ.Δ.) δεν κηρύσσεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης πέραν της μιας φοράς (ΑΠ 1681/2011 ΑΠ 1296/2006).

Πρέπει επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ., παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ.1 και 4, 576 παρ.2 και 3, 142 παρ.1 και 4 και 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι εάν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, όταν ένας ή περισσότεροι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανισθούν, να επιδοθεί νομότυπα σ' αυτόν αντίγραφο του αναιρετηρίου με την κάτω από αυτό πράξη του Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση.

Η κλήτευση διαδίκου μπορεί να γίνει και με επίδοση της κλήσεως προς τον αντίκλητο αυτού, ο διορισμός του οποίου λαμβάνει χώρα κατ' άρθρο 142 Κ.Πολ.Δ. με δήλωση αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος και αν τη δήλωση την κάνει κάτοικος του εξωτερικού, ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.

Ο επιμελούμενος της επιδόσεως προς τον αντίκλητο του αντιδίκου του βαρύνεται, σε περίπτωση μη εμφανίσεως αυτού κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με απόδειξη του διορισμού του φερόμενου ως αντικλήτου και με την έκταση της εξουσίας αυτού, θεωρούμενης διαφορετικά, ως ανίσχυρης της γενόμενης προς αυτόν επίδοσης.

Δεν είναι δε νομότυπη η κλήτευση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου με την ιδιότητα του αντίκλητου ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, εάν ο επισπεύδων δεν αποδεικνύει το νομότυπο (άρθρ. 142 παρ. 1 και 4 Κ.Πολ.Δ.) διορισμό αυτού ως αντίκλητου δικηγόρου, δυνάμενου δηλ.

με την ιδιότητά του αυτή να παραλαμβάνει τα προς επίδοση απευθυνόμενα προς το διάδικο δικόγραφα, διαφορετικά, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο Νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.... Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 8.8.2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Δ' Πολιτικό Τμήμα αυτού και με την υπό ιδία χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος ορίστηκε δικηγόρος για την εκδίκαση αυτής αρχικά η 27.1.2012 κατά την οποία με σχετική σημείωση του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου, στο πινάκιο, η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά αρχικά για τη δικάσιμο της 11.1.2013 και στη συνέχεια, κατά τον ίδιο τρόπο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (4.10.2013).

Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχεία 2α) Σ. χα Θ. Κ. 2β) Ν. Κ. 2γ) Α. Κ. και 5 Σ. Ρ. Όπως δε προκύπτει από τις υπ.

αρ. ..., ..., ... και ... από 10.10.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς …, που προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο και επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αναιρέσεως) με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικάσιμου για την αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 27.1.2012 καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτής επιδόθηκε αντίστοιχα στον Αθανάσιο Σέτκο ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό τους, χωρίς όμως το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον να αποδεικνύει, βαρυνόμενος προς τούτο, λόγω μη εμφάνισης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, νομότυπο διορισμό κατ' άρθρο 142 §1 Κ.Πολ.Δ.

του δικηγόρου αυτού ως αντίκλητος, δυνάμενου με την ιδιότητά του αυτή να παραλαμβάνει τα απευθυνόμενα στους αναιρεσιβλήτους αυτούς προς επίδοση έγγραφα και το επιδοθέν ως άνω δικόγραφο επομένως, μη αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος ότι αυτοί παραστάθηκαν με τον εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, και η χωρήσασα κατά συνέπεια ως άνω κλήτευσή τους για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (27.1.2012) δεν είναι νομότυπη ώστε να ισχύει κατά τα προεκτεθέντα ως κλήτευσή τους για τη σημερινή μετ' αναβολή κατά τα προαναφερόμενα δικάσιμο.

Επομένως, πρέπει, όπως κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 §3 εδ.β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ.β προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013 να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της συζήτησης της υπόθεσης (ειδική ρύθμιση άρθρου 22 §4 ν.2882/2004 και γενικά Κ.Πολ.Δ. 576 §3).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος, που απομένει στον ιδιοκτήτη, να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".

Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 2 και 4 του ιδίου Κώδικα "μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.

Εάν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης γιατί το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. 2) Στην περίπτωση αυτή (μειώσεως αξίας...) ο ιδιοκτήτης της δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, γ) Αν ο ιδιοκτήτης δεν ζήτησε τον καθορισμό και την παροχή τέτοιας αποζημιώσεως κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, που οφείλεται για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό αυτής απευθείας από το Εφετείο, είτε με την αίτηση, με την οποία ζητεί τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν τμήμα, είτε με ιδιαίτερη αίτηση, η οποία πρέπει να υποβληθεί σε τέτοιο χρόνο, ώστε να είναι δυνατός ο ενιαίος καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν και για το τμήμα, που απέμεινε, με την ίδια απόφαση.

Και 4) ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως μπορεί να επιδιωχθεί και με αίτηση απ' ευθείας στο Εφετείο και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, όταν δεν έχει επιδοθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το τμήμα, που απαλλοτριώθηκε, εφόσον δεν υπήρχε αίτημα καθορισμού και για το τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, και ως εκ τούτου αυτό (αίτημα καθορισμού τιμής μονάδας για το εναπομείναν) δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης.

Δεν συντρέχει, όμως η περίπτωση αυτή, όταν στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποβλήθηκε από τον καθού η αίτηση εικαζόμενο δικαιούχο της αποζημιώσεως ανταίτηση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτού, αλλά το δικαστήριο εκείνο δεν ασχολήθηκε με την ανταίτηση αυτή και δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, οπότε θεωρείται ότι την απέρριψε σιωπηρώς.

Έτσι, στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω αίτημα αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, οπότε η αίτηση για τον οριστικό καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να υποβληθεί ενώπιον του Εφετείου, εφόσον η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν έχει επιδοθεί, εντός της εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τ' ακόλουθα: "Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς με την υπ' αρ. 91/2003 οριστική απόφασή του προσδιόρισε με σκοπητέο χρόνο την 18.7.2003 την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των επίδικων ακινήτων και τμημάτων ως εξής: ... Επίσης για το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του 218 ακινήτου, έκτασης 2.157,82 τμ.

προσδιόρισε το ποσοστό 7% επί της αξίας γης. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο και με δεδομένο ότι από την πρώτη συζήτηση που έγινε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς (29.5.2003) μέχρι τη συζήτηση αυτή (4.10.2006) πέρασε το έτος για την κύρια αίτηση κατ' άρθρο 13 §1 εδ.β ν.2985/2001, πρέπει να προσδιορισθεί η αποζημίωση τόσο γι' αυτή, όσο και για τις λοιπές κατά το θεωρούμενο και κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης αυτής (4.10.2006), όπως παρακάτω....

Ειδικότερα, για το υπ. αρ. ΑΚ 218 τμήμα των 6.692 τμ. τεμάχιο, αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και καλλιεργηθεί, ως αγροτική γη, μπορεί όμως και να πουληθεί ως τέτοια καθώς υπάρχουν γύρω από αυτό άλλες ελεύθερες εκτάσεις για να συνενωθεί μαζί τους και έτσι η ιδιαίτερη αποζημίωση είναι της τάξης του 50% επί της αξίας γης και για το δεύτερο τμήμα της 2.157,82 τμ.

έκτασης, το οποίο φέρει τα παραπάνω χαρακτηριστικά στο 80% της αξίας γης". Καθόρισε δε τις ιδιαίτερες αποζημιώσεις των εναπομεινάντων τμημάτων της απαλλοτρίωσης για το υπ. αρ. ΑΚ 218 ακίνητο ως κατωτέρω, για το τμήμα έκτασης 6.692 τμ. σε ποσοστό 50% επί της αξίας γης και του τμήματος των 2.157,82 τμ. σε 80% επί της αξίας γης.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παρά το Νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένο, διότι δεν απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 20.11.2004 αίτηση του τέταρτου (4ου) των αναιρεσιβλήτων καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του με αρ.

ΑΚ 218 ακινήτου του, λόγω της άσκησης της μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 20 παρ.2 του Ν.2882/2001 εξάμηνης προθεσμίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το μέρος που πλήττει τον καθορισμό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου, έκτασης 2.157,82 τμ., ιδιοκτησίας του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθόσον ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν ως ανωτέρω τμήμα της ιδιοκτησίας του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και από τη δημοσίευση στις 18.7.2003 της 91/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση από και προς κανένα διάδικο μέχρι και την κατάθεση της ένδικης από 20.11.2004 αίτησης, με αντικείμενο τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και για το εναπομείναν, εκτός άλλου, τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου του, εκτάσεως 2.157,82 τμ., χωρίς συνυπολογισμό του από 1,7 έως 15.9 χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών κατ' άρθρο 11 εδ.α' του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.3514/2006, παρήλθε η κατ' άρθρο 20 παρ.2 του Ν.2882/2001 εξάμηνη προθεσμία για την άσκησή της, κεφάλαιο (αίτηση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου, εκτάσεως 2.157,82 τμ.) κατά το οποίο και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εφόσον δε δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, διακρατηθεί κατά τούτο η υπόθεση (Κ.Πολ.Δ. 580 §3 εδ.1) και απορριφθεί η εν λόγω αίτηση. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος, κατά το μέρος που πλήττει τον καθορισμό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το έκτασης 6.692 τμ. εναπομείναν τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου, ιδιοκτησίας του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού, ο ως ανωτέρω αναιρεσίβλητος, κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως κατά την οποία εκδόθηκε η υπ.

αρ. 91/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που παραδεκτώς επισκοπείται, δεν ζήτησε τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης και για το εναπομείναν ως ανωτέρω τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου του, έκτασης 6.692 τμ. ώστε η ένδικη από 20.11.2004 αίτηση οριστικού καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν ως ανωτέρω τμήμα του ακινήτου του, να πρέπει να υποβληθεί, εντός της κατ' άρθρο 20 παρ.2 του Ν.2882/2001 εξάμηνης προθεσμίας.

Επειδή στο άρθρο 29 του πρόσφατου Νόμου 2882 της 2/6-2-2001 (Κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτου (Α' 17) ορίζεται ότι: "1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του και εφεξής. 2. Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού.

Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα, νια τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος". Εξάλλου ορίζεται από το εδ.

β' της παρ. 9 του άρθρου 19 του ίδιου παραπάνω νόμου ότι το "δικαστήριο (κατά τη διαδικασία προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως) λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν του όρους του νόμου. Δεν λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις". Εξάλλου σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 20 του ίδιου πάνω νόμου "οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 7 έως και 9 του προηγούμενου άρθρου 19 εφαρμόζονται αναλόγως" (και στον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ένορκη βεβαίωση ληφθείσα υπό το κράτος ισχύος του Ν. 2882/2001 δηλαδή μετά την 6-2-2001 προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε δίκη οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου, η οποία διεξάγεται πάλι υπό το κράτος ισχύος του ίδιου παραπάνω νόμου.

Η παραπάνω ειδική νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται και προς τη γενικότερη δικονομική αρχή που εκφράζεται στο άρθρο 12 ΕισΝ ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το κύρος των διαδικαστικών πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις που αποτελούν ίδια αποδεικτικά μέσα, κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτές επιχειρούνται.

Δηλαδή από τις άνω νομοθετικές ρυθμίσεις εισάγεται ρητός αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως ως τοιαύτης επειδή θεωρείται απρόσφορο αποδεικτικό μέσο τόσο στο πρωτοδικείο κατά τον προσωρινό προσδιορισμό όσο και στο Εφετείο κατά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Και ναι μεν ορίζεται στο α' εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 19 του Ν.2882/2001 ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου".

Όμως η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε παραδεκτά αποδεικτικά μέσα και δεν καταλαμβάνει και τις ένορκες βεβαιώσεις που κατά την ειδική ρύθμιση του νόμου είναι μη επιτρεπόμενο και συνεπώς απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο στην πιο πάνω δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου. Εξάλλου από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των επίδικων ακινήτων και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών, λαμβάνοντας υπόψη παρά το νόμο τις υπ' αριθμ.

…και …/13.1.2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καστοριάς των νόμιμα κλητευθέντων μαρτύρων 1 Ε. χας Π. Μ. και 2 Δ. Μ. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, οι ένορκες ως ανωτέρω βεβαιώσεις εσφαλμένα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επίδικων ακινήτων καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών, καθόσον αποτελούσαν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο μη δυνάμενο να εκτιμηθεί ούτε ως δικαστικό τεκμήριο και πρέπει επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η από 26.2.2008 και με αρ. κατ. 5/2008 αίτηση αναιρέσεως της 44/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά παραδοχή του πρώτου λόγου κατά ένα μέρος και του τρίτου λόγου αυτής (παρελκούσης εντεύθεν της έρευνας του δεύτερου λόγου αυτής με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) ως προς τους πρώτο, τέταρτο, έκτη, έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατη των αναιρεσιβλήτων Α. Γ., Γ. Σ., Χ. Ρ., Χ. Ι., Χ. Σ., Ε. Π. και Ε. συζ. Σ. Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν σε βάρος του εν λόγω αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26.2.2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 44/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς του αναιρεσίβλητους Σ. χα Θ. Κ., Ν. Κ. του Θ., Α. Κ. του Θ., Γ. Σ. του Χ. και Σ. Ρ. του Γ. (υπ' αρ. 2α, 2β, 2γ, 3 & 5 αντίστοιχα).

Διατάσσει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Αναιρεί την υπ. αρ. 44/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Διακρατεί την υπόθεση κατά την αίτηση του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα του με αριθμό 218 ακινήτου επιφανείας 2.157,82 τμ.

Απορρίπτει την εν λόγω αίτηση.

Παραπέμπει, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτούς, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους εν λόγω αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ