Legislator Case Law & Legislation
2079/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract terms, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 2079/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against the General Hospital of Attica regarding their employment contract terms. The appellants argued that specific benefits were contractually agreed upon, while the hospital contended they were not part of the individual agreement. The court ruled that the lower court had properly considered all evidence, including witness testimony and prior judgments, and thus the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 361 A.K.; Art. 176, 183 K.Pol.D.: The principle of freedom of contract allows parties to agree on terms, but the principle of favoring employees applies across all sources regulating the labor relationship; an appeal is inadmissible if the lower court certifies it considered all relevant evidence.

Keywords

AI generated
freedom of contract labor law favoring employees evidence assessment appeal dismissal individual contract judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 361 A.K.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2079 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2079/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ... και 2) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής - ΚΑΤ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Σημαντήρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4468/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επίσης από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζόμενων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Και τούτο ισχύει γιατί οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, πλην όμως επιτρέπουν με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 "περί του Εθνικού Συστήματος Υγείας", νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.10.1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.

και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν.π.δ.δ., μετατρέπονται μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του ίδιου αυτού νόμου σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του νομοθετικού διατάγματος.

Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχωνεύσεως τους σε ν.π.δ.δ. γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγηση τους. Το προσωπικό πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ., ύστερα από αίτηση του εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.

Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετετράπη, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται απ' αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.

Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το αρθ. 132 του ν. 2071/1992 επαναλήφθηκε στο αρθ. 48 παρ. 3 του ίδιου αυτού νόμου 2071/1992. Με το π.δ. 304/5-8-1983 (ΦΕΚ Α' 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983, ενώ με την Α3β/οικ. 21121/11-12-1986 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 19/15-1-1987)εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (αρθ. 131 ν. 2071/1992) και μετονομάστηκε, φέροντας έκτοτε την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αττικής-ΚΑΤ".

Κατά το άρθρο 2 του άνω π.δ., το προσωπικό, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του δ/τος αυτού στο αναιρεσίβλητο, εξακολουθεί να υπηρετεί σ' αυτό με την ίδια σχέση εργασίας και μετά την κατά το προηγούμενο άρθρο υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. δ. 2592/53, μέχρι την κατάρτιση του νέου οργανισμού του, που με τις διατάξεις του θα καθοριστεί η υπηρεσιακή του κατάσταση, κατά δε το άρθρο 17 παρ.3 του πιο πάνω νέου οργανισμού, όσοι από το προσωπικό του Νοσοκομείου δεν συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλουν αίτηση για ένταξη εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις, που συνιστώνται με απόφαση του Δ.Σ, του Νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ.1 του Π.δ. 410/1998 οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις, που καταρτίζονται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του.

Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος, στο οποίο αφορά, και ίσχυσε από 1-7-1988, ορίστηκε (άρθρο 3 παρ.1 και 2 αυτής), ότι επεκτείνονται στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.

δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων, τα οποία ανήκουν στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια με βάση τα τυπικά προσόντα πρόσληψης τους, ενώ με το άρθρο 9 της ως άνω συλλογικής σύμβασης εργασίας ορίστηκε, ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται.

Από όλες τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται, ότι όσοι από το προσωπικό (πλην ιατρών) του αναιρεσίβλητου, μετά τη μετατροπή του σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και την κατάρτιση του νέου οργανισμού του, δεν έχουν ενταχθεί σε αντίστοιχες μόνιμες θέσεις, που συστήθηκαν με τον οργανισμό αυτόν, εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις με την ίδια εργασιακή σχέση και μισθοδοτούνται με τους ευνοϊκότερους όρους των ατομικών τους συμβάσεων ή των εκάστοτε ισχυουσών οικείων κλαδικών ΣΣΣΕ ή Δ.Α.

στις οποίες εκείνες παραπέμπουν και όχι με τους δυσμενέστερους όρους των διατάξεων, που αφορούν το προσωπικό του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ή των εκάστοτε ισχυουσών ΣΣΕΕ της ΠΟΕΔΗΝ (ΟΛ.ΑΠ 26/2006 και 26/2007). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με την από 26-5-2005 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο στις 30-12-1971 η πρώτη και στις 4-6-1973 η δεύτερη, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι των οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών του και συμφώνησαν να αμείβονται με τις ΣΣΕ και ΔΑ, που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών βιομηχανικών-βιοτεχνικών κλπ επιχειρήσεων όλης της χώρας.

Ότι μετά τη μετατροπή του αναιρεσίβλητου σε ν.π.δ.δ. και την έκδοση του νέου οργανισμού του δεν εντάχθηκαν σε μόνιμες θέσεις και γι' αυτό ίσχυε η συμφωνία τους να αμείβονται με τις ανωτέρω ΣΣΕ και Δ.Α. και ότι παρά ταύτα το αναιρεσίβλητο, κατά τη χρονική περίοδο 1-1-2004 έως 31-12-2004, δεν εφάρμοσε για τη μισθοδοσία τους την από 27-7-2004 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ως άνω λογιστών και βοηθών λογιστών, που περιέχουν ευνοϊκότερους όρους για τις αποδοχές τους.

Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή διαφορές αποδοχών, τις οποίες δικαιούνται με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας, αλλά και την παραπάνω συλλογική σύμβαση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς τα επιδόματα πολυετιών και τριετιών προς 25% και 30% αντίστοιχα, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάστηκαν επί του βασικού μισθού των εναγουσών, ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτά δεν περιέχονται στην από 26-7-2004 ΣΣΕ, με βάση την οποία υπολογίζονται οι αποδοχές τους, αφού στη ΣΣΕ αυτή ο βασικός τους μισθός προσδιορίζεται με βάση τα έτη προϋπηρεσίας τους και συνεπώς έχει ενσωματωμένα τα επιδόματα αυτά, τα οποία δεν δύνανται να υπολογισθούν εκ νέου με βάση τα ως άνω ποσοστά επί του ήδη αναπροσαρμοσθέντος με βάση την προϋπηρεσία μισθού.

Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι τα επιδόματα αυτά τα δικαιούνται ως ευνοϊκότερες αποδοχές, αφού τα εισέπρατταν επί σειρά ετών από το εναγόμενο-εκκαλούν, δεν αποδείχθηκε αφού και οι ίδιες στις αποδοχές που επικαλούνται ότι εισέπρατταν από το εναγόμενο δεν τα αναφέρουν. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες δεν δικαιούνται τα ως άνω επιδόματα και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως προς τα αντίστοιχα αιτήματα της.

Με την κρίση του αυτή δηλαδή ότι οι αναιρεσείουσες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα, δυνάμει της συλλογικής και της ατομικής σύμβασης εργασίας, επιδόματα τριετιών και πολυετιών, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι 1) περιέχονται στην από 26-7-2004 ΣΣΕ, με βάση την οποία υπολογίζονται οι αποδοχές τους και 2)ελάμβαναν αυτά οι αναιρεσείουσες από το αναιρεσίβλητο με βάση ειδική συμφωνία καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, επιπλέον μάλιστα των αποδοχών που δικαιούνταν με την συλλογική σύμβαση εργασίας, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, παραπάνω διατάξεις της Σ.Σ.Ε από 26-07-2004, του άρθρου 361 ΑΚ και του άρθρου 7 παρ.2 Ν.1876/1990 από τις οποίες διέπονται οι προκείμενες σχέσεις εργασίας και συνεπώς δεν παρέλειψε να εφαρμόσει την αρχή της εύνοιας.

Γι' αυτό, ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειουσών, που αναφέρεται στην επιδίκαση των παραπάνω επιδομάτων, αφού τα περιστατικά που δέχθηκε είναι ικανά να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει στο διατακτικό της και συνεπώς είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο από το άρθρο 559 με αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε στην ουσία του τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, ότι τις αιτούμενες αποδοχές δικαιούνται με βάση ειδική συμφωνία.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτός και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσία, όταν βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και τα επίμαχα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των στο Εφετείο, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητου και απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των ότι τα επιδόματα τριετιών και πολυετίας έχουν καταστεί όρος της ατομικής συμβάσεως εργασίας, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, τις υπ' αριθ. 8713/2004,1706/2006,3109/2006 και 2703/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες επιδικάσθηκαν απαιτήσεις τους σε βάρος του εναγομένου, των ετών 2000,2001,2002 και 2003, στις οποίες, όπως ισχυρίζονται, περιλαμβάνονται και τα παραπάνω επιδόματα.

Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι τα παραπάνω επιδόματα δεν ελάμβαναν οι αναιρεσείουσες και συνεπώς δεν αποτελούσαν ευνοϊκό όρο της ατομικής συμβάσεως. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται στην απόφαση του, την κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.

Από την άνω γενική διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, αν και δεν αναφέρεται ειδικά σ' αυτά, έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα. Επομένως δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείουσες είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και ο εκ της άνω διάταξης δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτηση των 1)... και 2)..., για αναίρεση της 4468/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ