Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and unreviewable factual assessment in defamation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the newspaper 'To Vima' and its representatives against a lower court ruling in a defamation suit. The appellants argued the trial court erred by failing to consider specific arguments regarding the meaning of the word 'agents' and the justification for the publication. The court rejected these claims as vague and held that the lower court's evaluation of factual circumstances regarding intent and negligence was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: An appeal ground is inadmissible if it is vague or attacks only the unreviewable factual assessment of the trial court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2079 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2079/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2).... , εκδότη και διευθυντή της καθημερινής πολιτικής εφημερίδας "ΤΟ ΒΗΜΑ" και 3).... δημοσιογράφου, συντάκτη της ίδιας εφημερίδας, ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1919/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3708/2003 μη οριστική, 5990/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικώς δεκτή η αίτηση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1919/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κάνοντας εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που είχε ως βάση την προσβολή της προσωπικότητάς του με δημοσίευμα στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ", υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, αφενός να καταβάλουν στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αφετέρου να δημοσιεύσουν στην εν λόγω εφημερίδα περίληψη της αποφάσεως.
Επίσης καταδίκασε τους εναγομένους σε χρηματική ποινή εκατόν σαράντα επτά ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως εκτελέσεως της τελευταίας αυτής διατάξεως. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 3-6-2002 εφέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ζήτησαν με την έφεση αυτή να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, ζητήθηκε με την έφεση η συνολική εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δηλαδή τόσο κατά τη διάταξη για τη χρηματική ικανοποίηση, όσο και για τις λοιπές ως άνω διατάξεις της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά τη διάταξή της για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και, ακολούθως, επιδίκασε για το λόγο αυτό ως χρηματική ικανοποίηση μικρότερο ποσό.
Τέλος δέχτηκε ότι δεν πρέπει να θιγούν οι διατάξεις της εκκαλουμένης περί δημοσιεύσεως στην εφημερίδα περιλήψεως της αποφάσεως και καταδίκης των εναγομένων σε χρηματική ποινή για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους με την εν λόγω διάταξη. Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους λόγους εφέσεως κατά το μέρος που περιείχαν παράπονο σχετικά με τις διατάξεις της πρωτόδικης αποφάσεως περί δημοσιεύσεως στην ανωτέρω εφημερίδα περιλήψεως της αποφάσεως και απειλής χρηματικής ποινής για την περίπτωση καθυστερήσεως, της δημοσιεύσεως αυτής και τους απέρριψε.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθορυ 559 αριθ.8 πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των λόγων της εφέσεως κατά το μέρος που περιείχαν το προαναφερόμενο παράπονο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται με σαφήνεια, εκτός από άλλα στοιχεία, για τα οποία ήδη δεν πρόκειται, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, να αναφέρεται δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.ΑΠ 1/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, 10 της ΕΣΔΑ και 367 ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρεται στο λόγο αυτόν ότι η απόφαση του Εφετείου, προκειμένου να απορρίψει την καταλυτική ένσταση των αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 367 ΠΚ, προέβη στις ακόλουθες παραδοχές: "Ακόμη ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καλοπίστου (δικαιολογημένου) δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, που αίρει τον άδικο χαρακτήρα των επίδικων δημοσιευμάτων, ο οποίος συνιστά καταλυτική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο, διότι αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων είχαν γνώση του ψευδούς περιεχομένου των επίδικων δημοσιευμάτων, που κατευθύνονταν ευθέως στην προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος. Ακόμη ο τρόπος δημοσιοποίησης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος και δεν αποτελούσε το επιβεβλημένο μέτρο στη συγκεκριμένη περίπτωση για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψης του τρίτου εναγομένου για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.
Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν στο δημοσίευμα της 21-6-1999 την ακριβή σημασία της αγγλικής λέξης "agents" στην ελληνική, στα δε υπόλοιπα να δημοσιοποιήσουν τις ειδήσεις ότι για την υπόθεση έχει επιληφθεί η Δικαιοσύνη, ότι διεξάγεται προκαταρκτική εξέταση από του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, καθώς και να καλύψουν εν γένει δημοσιογραφικά την υπόθεση τηρώντας ωστόσο τις συναλλακτικές τους υποχρεώσεις ως εγγενών ορίων της ελευθεροτυπίας από το άρθρο 14 του Συντάγματος, το άρθρο 10 εδ. 2 της Σύμβασης της Ρώμης και τα άρθρα 281, 330 εδ.2 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες δικαιολογούν, προκειμένου περί προσώπων του δημόσιου βίου, την άσκηση οξείας κριτικής του τύπου, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση...".
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι, με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση υπήγαγε τα περιστατικά που έκανε δεκτά στις προαναφερόμενες διατάξεις κατά τρόπο εσφαλμένο. Διότι το Εφετείο ασχολήθηκε αποκλειστικά και μόνο με τους περιορισμούς του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας, ήτοι τις υποχρεώσεις των αναιρεσειόντων ως εγγενών οριών της ελευθεροτυπίας και όχι με το θετικό περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού και τις εγγυήσεις προστασίας του, και ειδικότερα μ' αυτό καθεαυτό το δικαίωμα του τύπου να δημοσιεύσει ειδήσεις και σχόλια για ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος και με την υποχρέωση των προσώπων που ασκούν έργα δημόσιου χαρακτήρα να υφίστανται οξεία κριτική.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές, αναφερόμενες γενικώς σε αρχές υπερνομοθετικού χαρακτήρα σχετικές με την ελευθεροτυπία, χωρίς να συνδέονται με τη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 367 Πκ που εφάρμοσε, σύμφωνα με το αναιρετήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση για να απορρίψει την προδιαληφθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς τους κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, δεχόμενη ότι συνέτρεχε η εξαίρεση της συκοφαντικής δυσφημίσεως, δεν περιέχουν σαφή προσδιορισμό συγκεκριμένου σφάλματος.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού, από την επίφαση της παραβάσεως των επιμάχων διατάξεων, πλήττει αποκλειστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθεαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.10 εδ.α΄ ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ότι η πρόθεση του δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσείοντος να προσβάλουν με τα επίδικα δημοσιεύματα την τιμή και την υπόληψη του αντιδίκου τους προκύπτει από την διαστρέβλωση της αγγλικής λέξεως "agents" χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί , όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση, αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα των επιδίκων δημοσιευμάτων, (άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ), δεχόμενο ότι ο δεύτερος και ο τρίτος από αυτούς, εκδότης διευθυντής και συντάκτης του δημοσιεύματος αντιστοίχως, είχαν γνώση του ψευδούς περιεχομένου των δημοσιευμάτων αυτών, δεχόμενο δηλαδή ότι υπήρξε συκοφαντική δυσφήμηση που, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ, αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ που προβλέπει την άρση του άδικου.
Σε άλλο δε σημείο της αποφάσεώς του δέχεται ότι η παραποίηση της εκθέσεως έγινε σκόπιμα. Και ναι μεν προστίθεται, στη συνέχεια, ότι η (σκόπιμη) παραποίηση της ειδήσεως έγινε "κατά παράβαση της συναλλακτικής υποχρεώσεως του δεύτερου εναγομένου... για την τήρηση της καλής πίστης ως προς την ακρίβεια της είδησης καθώς και της επίδειξης της απαιτουμένης επιμέλειας" η προσθήκη όμως αυτή, με την αναφορά στην "απαιτούμενη επιμέλεια" που πράγματι παραπέμπει στην έννοια της αμέλειας, δεν δημιουργεί ενόψει της σαφήνειας και της κατηγορηματικότητας των λοιπών ως άνω παραδοχών, αντιφατικότητα από την οποία να προκύπτει τέτοια ασάφεια ώστε να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19, υποστηρίζεται η αντίθετη εκδοχή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2004 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΑΕ" 2) .... και 3) ..... για την αναίρεση της 5990/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ