Legislator Case Law & Legislation
2078/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision regarding inheritance and evidence assessment in property dispute.

Case Number 2078/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X. B. and E. B. against the Third-instance Court of Appeal's ruling on a property inheritance dispute. The appellants argued that the lower court accepted facts without proof and ignored submitted evidence, while the appellees, including the sole heir of the deceased wife, contended the evidence was sufficient. The court rejected these claims, finding the appellate court properly weighed witness testimonies and documents, thereby upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The death of a party suspends proceedings until the heir enters the legal position, and the appellate court's assessment of evidence and witness testimony constitutes a valid exercise of judicial discretion absent clear error.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure suspension of proceedings heir succession appellate review evidence assessment property inheritance judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2078 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2078/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Δ., 2) Ε. Β. του Δ., συζύγου Δ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κονταξόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Μ. Κ., το γένος Ι. Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη, ο οποίος αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 18-2-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ανατολικής Σάμου, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/496/46ΤΠ/1993 μη οριστική, 139/496/46ΤΠ/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες και ο β' αναιρεσίβλητος, παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής [διακοπής] προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 Κ.Πολ.Δικ., η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Μ.

Κ. απεβίωσε στις 18-2-2020 (βλ. την... Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξιαρχείου Αν. Σάμου), δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης. Μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, αφού, όπως προκύπτει από το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σάμου, δεν δημοσιεύτηκε άλλη πλην της από 30-3-2019 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ.

χήρας Μ. Κ., με την οποία τον εγκαθιστά μοναδικό κληρονόμο της στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της. Οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβητούν ειδικώς τη συγγενική σχέση της θανούσης με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και την κληρονομική διαδοχή. Επομένως, νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων δήλωσε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη λόγω του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της στο όνομα του δεύτερου [αναιρεσίβλητου], ο οποίος, έτσι, συνεχίζει νόμιμα τη δίκη.

Με την κρινόμενη από 19-10-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 44/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αρχικών εναγομένων, στη θέση του πρώτου εκ των οποίων υπεισήλθαν οι δεύτερος και τρίτος αυτών και ήδη αναιρεσειόντων κατά της αριθμ. 139/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που είχε δεχθεί, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιον του διεκδικητική αγωγή των αρχικών εναγόντων Μ.

Κ., Α. Κ. και Μ. Κ. ερειδόμενη στον πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 45/2016, Α.Π. 536/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού.

Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (Α.Π. 1103/2018, Α.Π.1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή να περιλάβει καθ' υποφοράν στην αγωγή τα άνω στοιχεία, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1059/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου και τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, με την οποία οι αρχικοί ενάγοντες ζητούσαν ν' αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν τα ακίνητα κατά το ποσοστό της συγκυριότητας τους αν και οι εναγόμενοι με τις προτάσεις του, αμφισβήτησαν την κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο και των δικαιοπαρόχων τους, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επειδή ενέμοντο με καλή πίστη αυτό από του έτους 1963 μέχρι και τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Ο λόγος, όμως, αυτός της αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι ο ισχυρισμός τους περί αοριστίας της αγωγής προεβλήθη και μάλιστα με νόμιμο τρόπο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις τους, και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε βεβαίως από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων των πρωτόδικων προτάσεων και της εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης.

Περαιτέρω ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος διότι, στην ένδικη από 18-3-1993 αγωγή των αρχικών εναγόντων εκτίθεται, μετά παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσοστά σε τέσσερα επακριβώς προσδιοριζόμενα κατά θέση, είδος, έκταση και όρια ακίνητα τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα η μεν πρώτη με δωρεά και κληρονομική διαδοχή κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος και τρίτος με κληρονομική διαδοχή κατά ποσοστό 3/16 έκαστος, μεταγράφηκαν δε νομίμως τόσο η σύμβαση περί δωρεάς όσο και η αποδοχή κληρονομίας, αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, ασκώντας σ' αυτά, τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με διάνοια κυρίου τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, ήτοι προστασία από επεμβάσεις τρίτων, επίβλεψη, καρποκαλλιέργειες, παραχωρήσεις σε τρίτους μετά ή άνευ ανταλλάγματος και ότι οι εναγόμενοι κατέχουν αυτά, προσβάλλοντας έτσι και αμφισβητώντας την συγκυριότητά τους (εναγόντων) και ζητούσαν να αναγνωριστούν ότι είναι συγκύριοι σ' αυτά.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι, εκτός από την επαρκή περιγραφή των επιδίκων ακινήτων, γίνεται αναφορά του τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας επ' αυτών, τόσο κατά παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο. Ειδικότερα δε, οι ενάγοντες αναφέρουν καθ' υποφορά στο δικόγραφο της αγωγής τους τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Σ.

Γ. Χ. με έκτακτη χρησικτησία επί των επιδίκων ακινήτων, την ψιλή κυριότητα των οποίων μεταβίβασε δυνάμει του ... δωρητηρίου συμβολαίου, που νόμιμα μεταγράφηκε στην πρώτη ενάγουσα και στον Μ. Α. Κ. κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν, των οποίων την πλήρη κυριότητα απέκτησαν οι ως άνω δωρεοδόχοι μετά τον θάνατο του δωρητού και ότι τόσον αυτοί όσο και οι καθολικοί διάδοχοι του πρώτου, (άπαντες οι ενάγοντες) συνέχισαν ν' ασκούν τις προαναφερόμενες επί των επιδίκων πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ' αυτά επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρουμένου του χρόνου της νομής τους και του χρόνου της νομής των προμνησθέντων δικαιοπαρόχων τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα τόσο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν όσο και με παράγωγο τρόπο.

Επομένως, περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία από το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το παραδεκτό της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη ως άνω κτήση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων και ως εκ τούτου το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή (και αναλόγως η αίτηση) κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζονται:

α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 52/2019), β) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 11/2017), γ) Η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π 1282/2010), δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένως διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 589/2005) και δ) εάν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 52/2019).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 874/2019, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).

Περαιτέρω, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας, ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει;

κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση.

των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ. 309/2017, ΑΠ 43/2017). Από. την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμ.1 εδ. β' (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάσθηκαν και οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2164/2014, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 1061/2013).

Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990). Τέλος, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου και το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση αυτών προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ και παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509, 1033, 1041 και 1045 Α.Κ και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την πραγματική βούληση του δωρεοδόχου περί ανακλήσεως της δωρεάς του "...

αφού προέβη σε όλες τις νόμιμες δικαστικές ενέργειες εναντίον των δωρεοδόχων και στη συνέχεια φοβούμενος την μεγάλη του ηλικία, εν έτει 1984 προέβη σε σύνταξη της......δημόσιας συμβολαιογραφικής διαθήκης ενώπιον .... με την οποία κατέστησε αποκλειστική κληρονόμο του σε όλη του την περιουσία, στα επίδικα ακίνητα στις δικαστικές απαιτήσεις εναντίον της οικογένειας Κ.

και Β. την ανιψιά του....". Ειδικότερα, στο αναιρετήριο, αφού εκτίθεται μία υποτυπώδης διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης και ένα ιστορικό αυτής κατά την άποψη και την εκτίμηση των αναιρεσειόντων, δεν παρατίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, προκειμένου να στηρίξουν οι αναιρεσείοντες τη φερομένη ως λανθασμένη κρίση του Εφετείου, παρά μόνο εκθέτουν κατά την εκτίμηση τους μεμονωμένες και διαμορφωμένες παραδοχές.

Ούτε επίσης παραθέτουν ποια είναι τα διδάγματα αυτά τα οποία παρέβη το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους. Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται κατά τα προεκτεθέντα, ένεκα των οποίων (ελλείψεων) δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της ευθείας παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, λόγω της αοριστίας τους, είναι απαράδεκτοι.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι τα κατά πιστή αντιγραφή στον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι "Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά η όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για την μόρφωση της κρίσεως του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρο τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά ούτε ως προς την εκτίμησή του αν τα περιστατικά αυτά, εν όψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων, αλλ' ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ως αποδειχθέντα πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 AK, περαιτέρω δε και για έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμφιλοχωρούν ασάφειες ή αντιφάσεις ή ανεπάρκειες", δεν στοιχειοθετούν λόγο αναίρεσης ορισμένο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι δεν παρατίθεται σε κανένα τμήμα της αιτήσεως αναιρέσεως η ελλάσων πρόταση, οι πραγματικές δηλαδή παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε προσδιορίζονται οι επικαλούμενες ασάφειες, ανεπάρκειες και αντιφάσεις αυτής.

Περαιτέρω δε, με το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή τους, συνιστούν την κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτών εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτούς πορίσματος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.

Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1021/2020, ΑΠ 251/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 305/2016).

Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείτε ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ και των αντιστοίχων διατάξεων του προϊσχύοντος δικαίου περί κτήσεως κυριότητος επί ακινήτου, συνάγεται, ότι ο περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ισχυρισμός του εναγομένου κατά της αγωγής περί διεκδικήσεως ακινήτου, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής, όταν τα, υπ' αυτού προς θεμελίωση της κυριότητός του προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά, αφ' ενός μεν, αληθή υποτιθέμενα, προσπορίζουν σε αυτόν την κυριότητα αυτήν, αφ' ετέρου δε είναι χρονικώς μεταγενέστερα εκείνων που προβάλλονται από τον ενάγοντα δια της αγωγής και κατά παραδεκτή συμπλήρωσή της διά των προτάσεων της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως, κατ' ελάχιστο δε όριο υπό του νόμου απαιτουμένων προς θεμελίωση, κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, της κυριότητος αυτού ή των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου.

Και τούτο διότι, είναι μεν δυνατόν ο ενάγων δια των ανωτέρω, κατ' ελάχιστον όριο υπό του νόμου απαιτουμένων γεγονότων, να απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, είναι όμως ενδεχόμενο, μεταγενεστέρως, να απέκτησε την κυριότητα αυτήν ο εναγόμενος, με βάση τα υπ' αυτού προταθέντα γεγονότα, οπότε καταλύθηκε η προϋπάρξασα κυριότητα εκείνου.

Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο ενάγων και ο εναγόμενος επικαλούνται ως τίτλο κυριότητος την χρησικτησία, εάν ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος συμπίπτει ή προηγείται του χρόνου χρησικτησίας που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση, εάν όμως ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος προς θεμελίωση της ιδικής του κυριότητος, είναι μεταγενέστερος του χρόνου χρησικτησίας του ενάγοντος, πρόκειται περί καταλυτικής ενστάσεως. (Α.Π. 1179/2012).

Τέλος, η αιτία για την οποία ο εναγόμενος, στην διεκδικητική αγωγή νέμεται ή κατέχει το πράγμα δεν αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλά ενδεχομένως να στηρίξει ένσταση κατ' αυτής (άρθρο 1095 ΑΚ), αν ο εναγόμενος επικαλεστεί και αποδείξει, ότι έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί του πράγματος, που του παρέχει εξουσία νομής ή κατοχής (Α.Π. 53/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σχετικά με την επιβολή του βάρους απόδειξης και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη (διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου) αγωγή των αναιρεσιβλήτων, παρά το ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην αγωγή ως προς την κτήση κυριότητάς τους στα επίδικα και ειδικότερα ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτών με έκτακτη χρησικτησία λόγω ύπαρξης συμβάσεως μεταξύ αυτών (εναγομένων) και του άμεσου δικαιοπαρόχου τους αρχικά επίμορτης αγροληψίας από το 1963 μέχρι το 1972 και στην συνέχεια σύμβασης χρησιδανείου από το 1973 μέχρι την έγερση της αγωγής και ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγόντων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν αγωγικούς ισχυρισμούς της ως άνω διεκδικητικής αγωγής η αιτία για την οποία οι εναγόμενοι νέμονταν ή κατείχαν τα επίδικα ούτε ενστάσεις αυτών, όπως ισχυρίζονται με τον πιο πάνω λόγο οι αναιρεσείοντες και επομένως οι ενάγοντες δεν είχαν το βάρος αποδείξεως της αιτίας που οι εναγόμενοι νέμονταν και κατείχαν τα επίδικα.

Τέλος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 11 γ' Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ήτοι:

α. τις βεβαιώσεις του γεωργικού συνεταιρισμού και του Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Βουρλιωτών Σάμου, β. το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. ... έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, γ. την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Σάμου, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί αδιάλλειπτης νομής επί των επιδίκων με διάνοια κυρίων για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας από το 1963.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν ρητή μνεία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στην έκθεση εξέτασης του Εισηγητή Δικαστή, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 126/496/46/ΤΟ/1993 προδικαστικής περί αποδείξεων απόφασης και δια μαρτύρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και όλων χωρίς εξαίρεση των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του συλλογισμού συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω και δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη ούτε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ των αριθ. 10 και 11γ' πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 19-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 23-10-2018 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).

Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ