Legislator Case Law & Legislation
2078/2009 AI generated

Appeal dismissed because claimant improperly changed legal basis of compensation claim for the first time on appeal.

Case Number 2078/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a bank employee seeking additional pension compensation. The claimant initially requested compensation under Article 8, Section 2 of Law 3198/1955 but switched to Section 1 for the first time during the appeal. The court ruled that this change constituted an inadmissible alteration of the lawsuit's basis, which was not permitted even for the appellant's defense.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 526 of the Code of Civil Procedure: A change of the basis of the lawsuit is inadmissible if introduced for the first time on appeal, regardless of whether it benefits the appellant.

Keywords

AI generated
inadmissible alteration of claim change of legal basis on appeal pension compensation entitlement Article 526 Code of Civil Procedure Article 559 Code of Civil Procedure labor law compensation bank employee pension

Cited Legislation

AI generated
Art. 5 of Law 435/1975
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 526 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2078 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδοσ αποχωρούν από την υπηρεσία τους με τη συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας τους, οπότε λαμβάνουν και πλήρη σύνταξη. Στην περίπτωση αυτή δικαιούνται και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β΄ του ν. 3198/1958. Εφόσον με την αγωγή ο αναιρεσείων ζήτησε την παραπάνω αποζημίωση, απαραδέκτως, ζήτησε, για πρώτη φορά κατ΄ έφεση, την επιδίκαση εκείνης του άρθρου 8 εδ. α του ίδιου νόμου, απορρίπτονται οι λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ.

Αριθμός 2078/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1897/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9055/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 του ν. 435/1975: "1. Το δεύτερο εδάφ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", το προστεθέν δια της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. δ. 3789/1957", αντικαθίσταται ως ακολούθως: "Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρουντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις δια την περίπτωση απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.... 2.Προκειμένου περί μισθωτών ησφαλισμένων εις έτερον, πλην του ΙΚΑ, Οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως, ως προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν της παρ. 1 του παρόντος, νοούνται αϊ δια τους ησφαλισμένους εις ΙΚΑ, προβλεπόμεναι τοιαύται".

Από την άνω διάταξη της παρ. 1 σαφώς προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την με μειωμένη (40% ή 50%) αποζημίωση οικειοθελή από την εργασία του αποχώρηση του μισθωτού ή μονομερή απομάκρυνση αυτού από τον εργοδότη του, αν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, είναι να έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος σε οιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης και όχι μειωμένης τοιαύτης.

Επομένως, εάν ο μισθωτός αποχωρήσει πριν τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης του δεν έχει αξίωση για τέτοια αποζημίωση. Η επόμενη δε διάταξη της παρ. 2 έχει την έννοια ότι η ρύθμιση που εισάγει εφαρμόζεται μόνο αν οι προϋποθέσεις παροχής πλήρους σύνταξης γήρατος από τον άλλο ασφαλιστικό οργανισμό είναι δυσμενέστερες, ιδίως ως προς το καθοριζόμενο για τους ασφαλισμένους του οργανισμού αυτού μισθωτούς όριο ηλικίας, από αυτές που ισχύουν για το ΙΚΑ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 εδάφ. α' του ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2112 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκατάθεσε ι του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του ν. 2112 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του β.δ.

της 16/18-7-1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος". Κατά τη διάταξη αυτή, τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση δικαιούνται, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση αορίστου χρόνου που αποχωρούν από την υπηρεσία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους.

Εξάλλου σύμβαση εργασίας συναπτόμενη με την προσχώρηση του εργαζόμενου σε κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι κατ' αρχήν ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, οπότε, αν η αίρεση αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου.

Πρόκειται εδώ για περίπτωση διαφορετική από εκείνη που ρυθμίζει, κατά τα ανωτέρω, το εδάφ. β' του αυτού άρθρου 8 του ν. 3198/1995, αφού άλλοι είναι οι όροι εφαρμογής του εδ. β', μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης του υπαλλήλου λόγω γήρατος. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται να συντρέχει στην περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του εδαφ.

α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 περ. α' του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με την υπ' αριθμ. Β2/ 44/3/935/1984 απόφαση του Υπουργού Κοιν. Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 396Β/15-6-1984) "Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε τόσα τριακοστά πέμπτα, όσα τα συντάξιμα χρόνια από το 1ο μέχρι και 35ο συμπεριλαμβανόμενο (1/35 για κάθε χρόνο μέχρι και του 35ου) και μέχρι συμπληρώσεως κατά ανώτατο όριο 35/35 των 80% των συντάξιμων αποδοχών, πέρα από το οποίο δεν δίνεται καμία αύξηση των παραπάνω ποσοστών".

Κατά δε το άρθρο 33 του εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της ανωτέρω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη μεταξύ Διοίκησης της εναγομένης και του Συλλόγου υπαλλήλων αυτής, έχει δε κανονιστική ισχύ, όπως το ανωτέρω άρθρο τροποποιήθηκε με την από 3-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε.

και ισχύει από 7-6-2002,"Η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: 1)Με το θάνατο του υπαλλήλου, 2) Με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας. 3) Με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο. 4)Λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του παρόντος Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης. 5)Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μήνα.

Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σ ε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του..." .

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων και του Κανονισμού Εργασίας της Ε.Τ.Ε. προκύπτει σαφώς ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας αυτής δικαιούνται πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας, αφού για κάθε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, από τον 1ο μέχρι τον 35° συμπεριλαμβανόμενο, υπολογίζεται 1/35 μέχρι τη συμπλήρωση 35/35 του 80% των συντάξιμων αποδοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος-ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 8-11-1947, προσλήφθηκε από την εκκαλούσα-εναγομένη στις 23-10--1970 και έκτοτε εργάστηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έφερε δε από 1-1-1987 τον βαθμό του Τμηματάρχη Β'.

Στις 3-6-2003 και ενώ υπηρετούσε στο Υποκατάστημα ..., υπέβαλε στη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας το με ίδια ημερομηνία έγγραφο του με το οποίο γνωστοποιούσε σ' αυτήν ότι από 4-9-2003 καταγγέλλει τη μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και θα παύσει έκτοτε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αποχωρώντας έτσι οικειοθελώς από την πιο άνω ημερομηνία από την εργασία του.

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 2608/1-11-2003 απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου Συντάξεων προσωπικού της εναγομένης προκύπτει ότι ο ενάγων κατά την αποχώρηση του από την εργασία του στις 4-9-2003 είχε συμπληρώσει συντάξιμη υπηρεσία 32 ετών, 4 μηνών και 15 ημερών και ηλικία 55 ετών 9 μηνών και 26 ημερών.

Επομένως αυτός δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ούτε και έλαβε πλήρη σύνταξη, αφού δεν είχε συμπληρώσει 35 συντάξιμα έτη. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το στοιχείο του "συντελεστή συντάξιμων ετών" που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση απονομής σύνταξης στον ενάγοντα ο οποίος (συντελεστής) στην περίπτωση αυτού(ενάγοντος) ανέρχεται σε ποσοστό 73,14%, αντί του 80% (35/35) των συντάξιμων αποδοχών με το οποίο θα απεικονιζόταν η πλήρης σύνταξη.

Εξάλλου, το ποσοστό 100% που αναγράφεται στην ίδια ως άνω απόφαση ως "ποσοστό σύνταξης" εμφανίζει το συνολικά εισπραττόμενο από τον ενάγοντα ποσό της σύνταξης που δικαιούται ως κύριος δικαιούχος αυτής (ήτοι 100% του 73,14% των συντάξιμων αποδοχών του), σε αντιδιαστολή με το ποσό που θα εισέπραττε τυχόν άλλος δικαιούχος-δικαιοδόχος αυτού μετά θάνατον (όπως η χήρα σύζυγος), το οποίο και θα ήταν μειωμένο σε σχέση με το όλο, όπως αυτό υπολογίζεται βάσει του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων και όχι ότι σ' αυτόν (ενάγοντα) χορηγήθηκε πλήρης σύνταξη.

Συνεπώς ο ενάγων κατά τον χρόνο που αποχώρησε από την εργασία του δεν είχε θεμελιώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης για να δικαιούται, κατ' άρθρο 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, το 40% της αποζημίωσης που όφειλε η εργοδότρια του αν απροειδοποίητα του είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ο προβαλλόμενος από αυτόν (ενάγοντα) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμός ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούται την αιτούμενη μειωμένη αποζημίωση σύμφωνα με το εδάφ.

α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, καθόσον αποχώρησε από την υπηρεσία του, με τη συγκατάθεση της εναγομένης, έχοντας συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (αρθρ. 526 ΚΠολΔ.), η οποία δεν επιτρέπεται ούτε και προς υπεράσπιση του ενάγοντος κατά της έφεσης του εναγόμενου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι ο ενάγων έλαβε πλήρη σύνταξη από την εργασία του και συνεπώς δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 1897/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσειόντος, πρώην υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας και με την οποία (αγωγή) ζητεί να του καταβληθεί η αποζημίωση, η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 β' του Ν. 3198|1955.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά το νόμο εφήρμοσε και ειδικότερα τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις σχετικές με την αποζημίωση των αποχωρούντων από την εργασία υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε, όπως αντίθετα υποστηρίζει ο αναίρεσε ίων, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναιρέσεως του, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρο 559 περ. 1 Κ.

Πολ. Δικ. και ο οποίος, συνεπώς, είναι απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του αναίρεσε ιόντος, το οποίο παραδεκτά ελέγχει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τη\ προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ.

β' του ν. 3198/1955 αποζημίωση, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής. Ενώπιον του δευτεροβάθμιοι Δικαστηρίου ο αναιρεσείων μετέβαλε τη βάση της αγωγής του και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την αποζημίωση που προαναφέρθηκε, με βάση τι διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α' του ν.3198/1955, επικαλούμενος ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες όμως δεν είχε επικαλεστεί με την αγωγή του και οι οποίες, όταν προαναφέρθηκαν, είναι διαφορετικές από αυτές του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 3 ΚΠολΔ, και απέρριψε την αγωγή, στο σύνολο της, με την ειδικότερη αιτιολογία, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μεταβολή της βάσης και του αιτήματος της αγωγής, ότι "ο προβαλλόμενος από αυτόν (ενάγοντα) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμός, ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούται την αιτούμενη μειωμένη αποζημίωση σύμφωνο με το εδάφ.

α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, καθόσον αποχώρησε από την υπηρεσία του, με τη συγκατάθεση της εναγομένης, έχοντας συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, (άρθρο 526 ΚΠολΔ), η οποία δεν επιτρέπεται ούτε και προς υπεράσπιση του ενάγοντος κατά της έφεσης του εναγομένου".

Όπως προαναφέρθηκε, στο δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής και στην παραπάνω διάταξη και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, λόγω της αοριστίας της αγωγής, κατά τη βάση αυτή, να την ερευνήσει. Επομένως η, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά τη βάση της αυτή δεχθέν ότι προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της, είναι αβάσιμη και συνεπώς είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 9055/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια(1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ