2078/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3103/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2078/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 28/2005 ). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2078 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2078/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ν.Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδριακόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3103/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη ( Ολ.
ΑΠ 28/2005 ). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και φέρεται ως σύμβαση έργου, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: α) ανατέθηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το έργο της εισπράξεως των προς την αναιρεσείουσα εταιρεία οφειλόμενων από τους ασφαλισμένους της ασφαλίστρων.
Για την είσπραξη δε αυτή θα εκδίδονταν διπλότυπες ή τριπλότυπες αποδείξεις της αναιρεσείουσας. β) Τις εισπράξεις των ασφαλίστρων θα ενεργούσε ο αναιρεσίβλητος από πελάτες περιοχής της ..... που θα καθόριζε η αναιρεσείουσα, η οποία και επεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να μεταβάλλει ελεύθερα, κατά τη βούλησή της και σύμφωνα με τις ανάγκες της, τα όρια της περιοχής αυτής.
γ) Ο αναιρεσίβλητος θα απέδιδε καθημερινά λογαριασμό καθώς και τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας στο αρμόδιο για το σκοπό αυτό όργανο της αναιρεσείουσας, απειλουμένης και ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστερήσεως. δ) Ορίστηκε επιπλέον ότι ο εργολάβος υποχρεούται να εκτελεί το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα επιβαρυνόμενος προσωπικά με κάθε δαπάνη στην οποία θα υποβάλλεται για την ορθή και γρήγορη εκτέλεση της μεταφοράς και παραδόσεως των εισπράξεων.
ε) Η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, καθοριζόμενο σε ποσοστό (2% και 3% ) επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, στην αμοιβή δε αυτή θα γίνονταν από την εργοδότρια αναιρεσείουσα οι νόμιμες κρατήσεις που αυτή είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στο δημόσιο, τους ασφαλιστικούς φορείς κ.ά.
Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την είσπραξη των ασφαλίστρων πελατών της αναιρεσείουσας στην περιοχή της ......., υπαγόμενος σε ένα γραφείο εκτός του χώρου των λοιπών γραφείων της αναιρεσείουσας. Παράλληλα, όμως, εργαζόταν και στα γραφεία της τελευταίας. Συγκεκριμένα, εμφανιζόταν κάθε πρωϊ στα γραφεία της χωρίς να τηρεί ορισμένο ωράριο και κατέθετε τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει την προηγουμένη.
Η καθημερινή παρουσία του ήταν απαραίτητη, αφού οι πελάτες, που έπρεπε να επισκεφθεί, προκαθορίζονταν καθημερινά από τα γραφεία της αναιρεσείουσας βάσει συγκεκριμένων διευθύνσεων, αλλά και εξαιτίας του όγκου της για κάθε ημέρα εισπρακτέας ύλης, που ήταν συγκεκριμένη και έπρεπε να εισπραχθεί μέσα σε ορισμένο χρόνο.
Ακόμη, στα γραφεία της αναιρεσείουσας, ενημέρωνε και διόρθωνε τα στοιχεία των πελατών, έκανε ταξινόμηση φακέλων, ερχόταν σε επαφή με τους πελάτες στους οποίους παρέδιδε τα συμβόλαια, παρελάμβανε και διαβίβαζε τις αιτήσεις αυτών και βοηθούσε τη γραμματεία παίρνοντας σχετικές εντολές από τον εκάστοτε προϊστάμενο.
στον οποίο και λογοδοτούσε. Γενικά δε καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα προσέφερε τόσο εξωτερικές όσο και εσωτερικές εργασίες στα γραφεία εκείνης, εξυπηρετώντας όχι μόνο τις εισπρακτικές ανάγκες της, Πολλές φορές παρέμενε στα γραφεία της αναιρεσείουσας μέχρι αργά το βράδυ προκειμένου να διεκπεραιώσει τις εργασίες που του ανέθεταν, η δε μισθοδοσία του δεν γινόταν μόνο με ποσοστά αλλά και με μηνιαίο μισθό, και πληρωνόταν κάθε δεκαπενθήμερο μαζί με τους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσείουσας, σε αντίθεση με τους άλλους εισπράκτορες οι οποίοι πληρώνονταν τα ποσοστά επί των εισπράξεων αμέσως από το ταμείο της εταιρείας.
Ο αναιρεσίβλητος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και του εγένοντο οι σχετικές με τις αποδοχές του κρατήσεις, ενώ οι λοιποί εισπράκτορες στο ΤΕΒΕ. Αυτός, δεν ελάμβανε άδειες και επιδόματα εορτών και εξέδιδε για τις αποδοχές που ελάμβανε δελτία παροχής υπηρεσιών. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν υπό τη νομική και προσωπική εξάρτηση των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ασκούσαν έλεγχο κι εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και εν μέρει τον χρόνο παροχής της εργασίας του και ότι αυτός ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές των εν λόγω οργάνων και ακολούθως έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση, αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία και υποκρυπτόταν κάτω από την καταρτισθείσα ως άνω εγγράφως σύμβαση έργου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε και υπηρεσίες που βρίσκονταν εκτός των υποχρεώσεών του ως εισπράκτορα ασφαλίστρων, περιγράφει μόνο υπηρεσίες αναγόμενες στα εν λόγω καθήκοντά του, ενώ δεν προσδιορίζει τις πέραν αυτών, στις οποίες και κυρίως στήριξε την κρίση του ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, για περαιτέρω έρευνα από άλλους δικαστές (άρθρ,580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3103/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ