Supreme Court dismisses appeal on forgery conviction due to inadmissible procedural grounds and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants convicted of forgery and misuse of forged documents. The appellants argued that the trial court erred by relying on an unverified declaration regarding their professional status and failed to cite the specific article of the Penal Code in its judgment. The court rejected these claims, finding the arguments legally inadmissible or unsupported by the record, and upheld the original convictions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(3) of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(a) and (c) of the Code of Criminal Procedure; Article 518(1) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on a declaration not read by the court or a failure to cite the penal article is inadmissible if the conviction does not rely on such identity and the article was cited despite a clerical error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2077 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2077/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:1) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά και 2) Φ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Γαλετζά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.203/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7190/4-7-2018 κοινή, αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 7190/2018 και από 4.7.2018 δήλωση - αίτηση των 1. Δ. Κ. και 2. Φ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, (το οποίο, κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε τους ήδη αναιρεσείοντες ενόχους: τον πρώτο τούτων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας και τη δεύτερη για χρήση πλαστού και επέβαλε σε έκαστο ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 15.6.2018).
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί για την βασιμότητα των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α, β' του ΠΚ "'Οποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε την παράγραφο 2 του αυτού ως άνω άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σωρευτικώς μικτό.
Οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται δεν μπορούν να εναλλαγούν μεταξύ τους. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται είτε η κατάρτιση εγγράφου από την αρχή και η εμφάνιση αυτού πως καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, που συντελείται με την αλλοίωση του περιεχομένου αυτού, που συντελείται με την απόσβεση ή διαγραφή ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων.
Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος του υπαιτίου, που συνίσταται στην γνώση και τη θέληση να συντελεστούν τα στοιχεία που απαρτίζουν την πράξη και πρόσθετα απαιτείται σκοπός του δράστη να παραπλανήσει άλλον με την χρησιμοποίηση αυτού (του καταρτισθέντος ή νοθευθέντος εγγράφου).
Έννομες συνέπειες είναι αυτές που συντελούν στην παραγωγή, διατήρηση, απόσβεση ή μεταβολή δικαιωμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Η χρησιμοποίηση του εγγράφου από τον καταρτίσαντα ή νοθεύσαντα αυτό αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Η χρήση του εγγράφου συνιστά αυτοτελές έγκλημα στην περίπτωση που η χρησιμοποίηση του εγγράφου γίνεται από τρίτο (εκτός του καταρτίσαντα ή νοθεύσαντα το έγγραφο).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, |έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει κάποιο γεγονός ή κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή έγγραφο είναι και η ιδιόγραφη διαθήκη, που έχει γραφεί και υπογραφεί από το διαθέτη (άρθρο 1721 ΑΚ). Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αρ. 203/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν : ο μεν πρώτος για πλαστογραφία και η δεύτερη για χρήση πλαστού, σε φυλάκιση επτά μηνών έκαστος με τριετή αναστολή, με την παρακάτω, κατά πιστή αντιγραφή αιτιολογία: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του κατηγορητηρίου και των εγγράφων που νομότυπα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Π. Κ. του Δ. και Γ., πατέρας του πρώτου κατηγορούμενου και σύζυγος της δεύτερης κατηγορούμενης, κάτοικος ..., απεβίωσε στις 20.5.2011 στην Αθήνα. Στις 15.3.2012 η δεύτερη κατηγορουμένη εμφάνισε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας την από 4.4.2009 ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος και ζήτησε να δημοσιευθεί, όπερ και έγινε με το υπ' αρ. 49/15-3-2012 Πρακτικό του παραπάνω Δικαστηρίου.
Η διαθήκη αυτή, όμως, όπως αποδεικνύεται από την από 15.10.2015 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Α. Κ. - Σ., ειδικής δικαστικής γραφολόγου, δεν έχει συνταχθεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το θανόντα, αλλά εξ ολοκλήρου από τον πρώτο κατηγορούμενο. Αυτό ομολογείται και από τους κατηγορούμενους, δηλαδή ότι η επίμαχη διαθήκη συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον πρώτο εξ αυτών, πλην όμως ισχυρίζονται ότι τούτο συνέβη κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του φερόμενου διαθέτη, ο οποίος δεν ήταν σε θέση - λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας - να τη συντάξει και να την υπογράψει ο ίδιος.
Για να αποδείξουν δε αυτόν τον ισχυρισμό τους επικαλούνται α) την από 20.9.2016 ιατρική γνωμάτευση του παθολόγου - αιμοτολόγου Θ. Κ., σύμφωνα με την οποία ο θανών Π. Κ. έπασχε μεταξύ άλλων και από "διαβητική νευρίτιδα με τρόμο χειρών και αστάθεια στη βάδιση καθώς επίσης έπασχε και από αγχώδη νεύρωση. Επίσης παρουσίαζε οστεοαρθρίτιδα με χρόνιο πόνο" και β) την από 18.7.2016 αγωγή της δεύτερης κατηγορουμένης κατά του πρώτου κατηγορούμενου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επίμαχης από 4.4.2009 ιδιόγραφης διαθήκης ιστορώντας σε αυτή (αγωγή) ότι ο εναγόμενος γιος της (πρώτος κατηγορούμενος) έγραψε τη διαθήκη καθ' υπαγόρευση του Π.
Κ. και την υπέγραψε κατ' εντολή του. Όσον αφορά στην ιατρική γνωμάτευση, δεν προκύπτει από αυτή ότι ο θανών αδυνατούσε απολύτως να χρησιμοποιήσει τα χέρια του και ειδικότερα να γράψει ένα σύντομο κείμενο ή έστω να υπογράψει, καθώς επίσης δεν προκύπτει και ο χρόνος που εμφανίστηκαν τα συμπτώματα του τρόμου των χειρών δεδομένου ότι στη γνωμάτευση εκτίθεται περιληπτικά το ιατρικό ιστορικό του θανόντος για ευρύ χρονικό διάστημα και ειδικότερα από το έτος 2004 έως το θάνατό του.
Εξάλλου, ο εκλιπών, ο οποίος ήταν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, είχε επαρκές μορφωτικό επίπεδο ώστε να φροντίσει να πληροφορηθεί για τις δυνατότητές του περί σύνταξης δημόσιας ή μυστικής διαθήκης ή κατάθεσης ιδιόγραφης σε συμβολαιογράφο για φύλαξη. Το ίδιο ισχύει και για τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος είναι οικονομολόγος (βλ.
την από 25.11.2016 δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μ. Σ. εντός της δικογραφίας). Περαιτέρω, η προαναφερόμενη αγωγή της δεύτερης κατηγορουμένης ασκήθηκε τέσσερα έτη μετά τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης και τρεις μήνες αφότου κλήθηκαν οι κατηγορούμενοι να παράσχουν εξηγήσεις για την δικαζόμενη πράξη ενώπιον του Πταισματοδίκη Κορίνθου.
Επιπλέον, στην αγωγή της αυτή ισχυρίζεται ότι ο εκλιπών σύζυγός της θέλοντας να την εξασφαλίσει ζήτησε από τον γιο τους (εκεί εναγόμενο και εν προκειμένω πρώτο κατηγορούμενο) να συντάξει καθ' υπαγόρευση τη διαθήκη του και ότι η ίδια βρήκε τη διαθήκη αυτή μήνες μετά το θάνατο του συζύγου της. Είναι απορίας άξιον πώς η ίδια δεν είχε γνώση της σύνταξης της διαθήκης κατά τον τρόπο που ιστορείται στην αγωγή και πώς ο γιος της, ακόμα και αν αυτή δεν το είχε πληροφορηθεί κατά το χρόνο που συντάχθηκε (δεδομένου ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της συντάχθηκε προς εξασφάλιση της ίδιας), δεν την ενημέρωσε αμέσως μετά το θάνατο του οικείου τους.
Επισημαίνεται ότι από πουθενά δεν προέκυψε ότι οι σχέσεις των δύο κατηγορούμενων δεν ήταν αγαστές, ούτε ισχυρίστηκαν οι ίδιοι κάτι τέτοιο, που πιθανώς θα μπορούσε να δικαιολογήσει τυχόν άγνοια της δεύτερης κατηγορουμένης. Αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι η σχέση τους ήταν και παραμένει αρμονική, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι καθ' όλη την ποινική διαδικασία που οδήγησε στην προκείμενη δίκη έχουν κοινό συνήγορο υπεράσπισης, και επομένως εκτιμάται ότι αποκλείεται να μη γνώριζε εξαρχής την ύπαρξη διαθήκης η δεύτερη κατηγορουμένη, ώστε να την εμφανίσει αμέσως μετά το θάνατο για δημοσίευση.
Συνεπώς, εκ των ανωτέρω ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί σύνταξης της διαθήκης στις 4.4.2009 και όχι μετά θάνατον του Π. Κ. δεν κρίνεται πειστικός. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι αποδείχθηκε πως ακόμα και αν απεβίωνε αδιάθετος ο Π. Κ. οι κληρονόμοι θα ήταν οι ίδιοι, με την κατάρτιση και χρήση (εμφάνιση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας προς δημοσίευση) της άνω - όπως αποδείχθηκε - πλαστής διαθήκης υπήρξαν έννομες συνέπειες με σκοπό την παραπλάνηση τρίτων συνιστάμενες στο γεγονός ότι η κληρονομική μερίδα του καθενός εξ αυτών θα ήταν διαφορετική και ειδικότερα δε θα κληρονομούσαν κατά 50% τον κληρονομούμενο, όπως αναφέρεται στην επίμαχη διαθήκη, αλλά κατά 3/4 και 1/4 σύμφωνα με τους όρους της εξ αδιαθέτου διαδοχής (άρθρα 1813 και 1820 ΑΚ). Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως και πρωτοδίκως, καθώς αποδείχθησαν πλήρως τα εκτιθέμενα στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά".
Ακολούθως το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1° κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ για την πράξη της πλαστογραφίας και ειδικότερα του ότι στην Άμφισσα, σε αδιευκρίνιστο επακριβώς χρονικό σημείο, αλλά πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις 22/9/2011 έως και τις 14/3/2012, ενεργώντας με πρόθεση, κατήρτισε απαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, με πρόθεση κατήρτισε τη με ημερομηνία 4 Απριλίου 2009 ιδιόγραφη διαθήκη, φερόμενη ως συνταχθείσα και υπογεγραμμένη από το μετέπειτα αποβιώσαντα Π. Κ. του Δ., η οποία ωστόσο ήταν πλαστή, καθώς στην πραγματικότητα ο τελευταίος ουδέποτε συνέταξε, χρονολόγησε και υπέγραψε αυτή. Με τον τρόπο αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και, συγκεκριμένα, ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια, συντάχθηκε δε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον Π. Κ. του Δ..
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 2η κατηγορούμενη ΕΝΟΧΗ για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και ειδικότερα του ότι: στην Άμφισσα, στις 15/3/2012, εν γνώσει της χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειας. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προσκόμισε ενώπιον της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας τη με ημερομηνία 4 Απριλίου 2009 ιδιόγραφη διαθήκη, φερόμενη ως συνταχθείσα και υπογεγραμμένη από το μετέπειτα αποβιώσαντα Π. Κ. του Δ., προκειμένου να επιτύχει τη δημοσίευσή της, η διαθήκη ωστόσο αυτή ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή, καθώς στην πραγματικότητα ο τελευταίος ουδέποτε συνέταξε, χρονολόγησε και υπέγραψε αυτή. Με τον τρόπο αυτό, η δεύτερη κατηγορούμενη, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και, συγκεκριμένα, ότι η προσκομισθείσα ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια, κατέστησε προσιτό το εν γνώσει του πλαστό έγγραφο στη μέλλουσα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, έδωσε δε σε αυτήν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο καταδικάστηκε ο πρώτος αναιρεσείων και της χρήσης πλαστού για το οποίο καταδικάστηκε η δεύτερη τούτων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α', 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 εδ α' και 2 του ΠΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αιτιολογημένα καταδίκασε τον μεν πρώτο κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα για πλαστογραφία, αφού αναφέρει το έγγραφο και το περιεχόμενό του (διαθήκη του πατέρα του) που αυτός (αναιρεσείων) κατήρτισε (βλ.
έκθεση γραφολόγου), την περαιτέρω παραχώρηση αυτής στη μητέρα του και δευτέρα κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία φρόντισε για τη δημοσίευσή της από το δικαστήριο, την πρόθεσή του με αυτή την κατάρτιση να παραπλανήσει άλλους για την τύχη της περιουσίας του διαθέτη και τη δευτέρα των κατηγορουμένων, μητέρα του πρώτου τούτων, για χρήση πλαστού, αφού αναφέρει το παραπάνω πλαστό έγγραφο (διαθήκη του συζύγου της) που αυτή χρησιμοποίησε προσκομίζοντάς το στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας για δημοσίευση, την παραπλάνηση του δικαστηρίου που τη δημοσίευσε και την πρόθεσή της να παραπλανήσει το δικαστήριο αυτό για την τύχη της περιουσίας του διαθέτη συζύγου της.
Όλες οι λοιπές εκτενείς αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους παραπονούνται για απόλυτη ακυρότητα επειδή το Δικαστήριο για την καταδίκη τους έλαβε υπόψη του την από 25.11. 2016 δήλωση της δικηγόρου του πρώτου τούτων για την ιδιότητά του ως οικονομολόγου χωρίς να την αναγνώσει.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η δήλωση αυτή, με την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρει τέτοια ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, η καταδίκη των ήδη αναιρεσειόντων δεν στηρίχθηκε στην ιδιότητα αυτή, ενώ η ύπαρξη ή ανυπαρξία των στοιχείων που καταχωρούνται στο έγγραφο αυτό, δεν είναι από εκείνα που μπορούν να στηρίξουν κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι σχετικοί, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται από τους αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων για την μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την απάλειψη της ρύθμισης για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Οι ρυθμίσεις αυτές, ως αναφερόμενες σε διατάξεις δικονομικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του, η οποία ορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ίδιου νόμου, από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30-6-2003). Επομένως ο σχετικός (τέταρτος - τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ίδια απόφαση, διότι δεν έχει παρατεθεί το σχετικό άρθρο που αναφέρεται στην πράξη της πλαστογραφίας για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι (η δεύτερη για χρήση πλαστού) οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν του ότι στην προσβαλλομένη απόφαση, στη 13η σελίδα αυτής, γίνεται αναφορά στο άρθρο 216 του ΠΚ. που εφαρμόστηκε, με την μνεία ότι τούτο αναγράφεται εκ προφανούς παραδρομής ως 21 1& 1 εδ. α' και 2 του ΠΚ.
Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 7190/2018 και από 4.7.2018 δήλωση - αίτηση των: 1. Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οδός ... και 2. Φ. Κ., κατοίκου ..., άνευ οδού και αριθμού, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Επιβάλλει εις βάρος κάθε αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ