Legislator Case Law & Legislation
2077/2010 AI generated

Supreme Court dismisses request to clarify judgment on causation in attempted aviation sabotage causing death.

Case Number 2077/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to clarify the operative part of its previous judgment regarding the defendant's liability for death caused by aviation sabotage. The appellant argued the court failed to explicitly link the defendant's negligence to the fatal outcome, while the prosecution contended the judgment was sufficiently clear. The court ruled that the operative part was unambiguous and that the reasoning regarding the necessary causal link between the defendant's negligence and the death was already explicit, rendering the clarification request baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 145 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 138 para. 1 of the Code of Civil Procedure: A request to clarify or supplement a judgment is admissible only if the operative part is ambiguous or incomplete, and the court must reject such requests if the judgment's reasoning already sufficiently establishes the legal conclusions without altering the true facts.

Keywords

AI generated
clarification of judgment aviation sabotage causal link negligence death by consequence Code of Civil Procedure Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 145 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 138 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 291 para. 1 sec. b and c of the Penal Code
Art. 28 of the Penal Code
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2077 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2077/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποιν. Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση

της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Χ, κατοίκου ..., για διασάφηση του διατακτικού της υπ'αριθμ. 901/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενο τον Ψ, κάτοικο Γαλλίας.

Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί την διασάφηση του διατακτικού αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 936/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 272/20-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγουμε την από 6.7.2010 αίτηση της Χ, περί διευκρινίσεως (διασαφήσεως) του διατακτικού της 901/2010 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον από αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα εκείνων που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο.

Η διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως, προς την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 ΚΠΔ, εξομοιώνεται και η απόφαση που εκδίδεται σε δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να αφορά και τη διευκρίνιση του διατακτικού του βουλεύματος, όταν αυτό είναι ασαφές ή διαφορετικό από εκείνο που αποφάσισε το συμβούλιο (ΑΠ 1305/2009, ΑΠ 2101/2008, ΑΠ 1488/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 901/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), αναιρέθηκε το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Ψ ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) για να δικασθεί ως υπαίτιος του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας της αεροπλοΐας από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 291 παρ. 1 εδ.

β' και γ' του ΠΚ). Στην αιτιολογία της αναιρετικής αποφάσεως, αφού παρατίθενται οι παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών, αναφέρονται και τα εξής: "Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όσον αφορά τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για το βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφάλειας της αεροπλοΐας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία......Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ.

δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με του οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ... Περαιτέρω όμως όσον αφορά το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου των επιβαινόντων στο αεροσκάφος Β1κλπ, ο οποίος επήλθε συνεπεία του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας της αεροπλοΐας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ενώ η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο τελευταίος στηρίζεται και στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 περ.

γ' του ΠΚ, δεν διαλαμβάνονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ούτε στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση) αν το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα του θανάτου του ανωτέρω οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, ούτε και προσδιορίζεται με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, το είδος της αμέλειας, ούτε αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 29 του ΠΚ περί ευθύνης από το αποτέλεσμα.

Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια ως προς το αν το Συμβούλιο δέχθηκε ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια ή και αυτό σε ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος.....με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 484 παρ. 1 περ.

β'του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, το προσβαλλόμενο βούλευμα...(Διατακτικό)

Για τους λόγους αυτούς:

Αναιρεί το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως". Με την κρινόμενη αίτησή της η πολιτικώς ενάγουσα Χ, ζητεί κατ' άρθρο 145 παρ. 1 του ΚΠΔ τη διευκρίνιση [διασάφηση] του διατακτικού της παραπάνω αναιρετικής αποφάσεως, με το οποίο αναιρείται στο σύνολό του το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι αυτό είναι ασαφές, ως αντίθετο προς το σκεπτικό της, κατά το οποίο (όπως εκτίθεται παραπάνω) το βούλευμα έπρεπε να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που αφορά στο βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου που επήλθε συνεπεία του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας της αεροπλοΐας, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όχι όμως και κατά το μέρος που αφορά το βασικό έγκλημα του άρθρου 291 παρ. 1 περ.

β' του ΠΚ, ως προς το οποίο επικυρώθηκε με την απόφαση αυτή. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας της αεροπλοΐας από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος, είναι "έγκλημα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο" αυτοτελές και ενιαίο [κακούργημα].

Ως τέτοιο έγκλημα στοιχειοθετείται όταν το βαρύτερο αποτέλεσμα (θάνατος) συνιστά πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου που σκόπευε να αποτρέψει ο κανόνας επιμελείας, ως προς το οικείο έννομο αγαθό που παραβιάστηκε με το βασικό έγκλημα, δηλαδή όταν υπάρχει συνάφεια κινδύνου μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερου αποτελέσματος (ΑΠ 404/2004, Χ.

Μυλωνόπουλος, ΠοινΔ, ΓενΜ, 2007 σ. 335 επ.). Έτσι, η αναίρεση του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την 901/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 291 παρ. 1 περ. γ' του ΠΚ, έχει εμβέλεια στο σύνολο της αποφάσεως, αφού η ασάφεια ως προς την υπαιτιότητα (αμέλεια ή δόλος) αναφορικά με το βαρύτερο αποτέλεσμα θα πρέπει να προσδιορισθεί σε συνδυασμό με την υπαιτιότητα για τη διατάραξη της ασφάλειας της αεροπλοΐας, με τη μορφή της διακινδύνευσης (δυνατότητα κινδύνου για άνθρωπο), η οποία εξελίχθηκε σε βλάβη (θάνατος ανθρώπων), δηλαδή στο αυτοτελές και ενιαίο έγκλημα της διακεκριμένης διατάραξης της ασφάλειας της αεροπλοΐας.

Επομένως, το διατακτικό της 901/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου είναι σαφές και δεν χρήζει διευκρινίσεως (διασαφήσεως) και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Να απορριφθεί η από 6.7.2010 αίτηση της Χ, περί διευκρινίσεως [διασαφήσεως] του διατακτικού της 901/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο). Και Να καταδικασθεί η ανωτέρω αιτούσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 145 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2, εδάφιο πρώτο του ιδίου ως άνω άρθρου, η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της αποφάσεως όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Κατά το άρθρο 138 ΚΠοινΔ, το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου εξομοιώνεται προς δικαστική απόφαση. Επομένως, η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά και σε διευκρίνιση του κειμένου ή του διατακτικού του βουλεύματος όταν αυτό είναι ασαφές ή διαφορετικό από εκείνο που αποφάσισε το δικαστικό συμβούλιο. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο β'της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση με την 901/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), αναιρέθηκε το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Ψ ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) για να δικασθεί ως υπαίτιος του εγκλήματος της διατάραξης της ασφαλείας της αεροπλοΐας από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 291 παρ.1 εδάφια β'και β'του ΠΚ).

Στην αιτιολογία της αναιρετικής αποφάσεως μετά την παράθεση των παραδοχών του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όσον αφορά τον ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου για το βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφαλείας της αεροπλοΐας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση.

Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών εκθέτει λεπτομερώς τις συγκεκριμένες παραλείψεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ως τεχνικού διευθυντή της κατασκευάστριας εταιρείας του επιδίκου αεροσκάφους "DASSAULT AVIATIONS S.A.", οι οποίες οδήγησαν στο ανωτέρω αεροπορικό ατύχημα, ενώ προβαίνει στη διακρίβωση τόσο του γνωστικού όσο και του βουλητικού στοιχείου του ενδεχομένου δόλου αυτού, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, τα οποία δηλώνουν ότι αυτός, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος (της διαταράξεως της αεροπλοΐας) και, έτσι, το επιδοκίμασε.

Ακόμη, αιτιολογεί επαρκώς τόσο την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου να μη προβεί στις αναφερόμενες παραλείψεις, όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εγκληματικής συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει διακοπή της αιτιώδους αυτής συναφείας από την παρεμβαλλόμενη αμελή συμπεριφορά του κυβερνήτη του αεροσκάφους.

Επομένως, οι, από το άρθρο 484 παρ.1 περ.δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι....Περαιτέρω, όμως, όσον αφορά το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου των επιβαινόντων στο αεροσκάφος Β1 μέχρι και Β7 , ο οποίος επήλθε συνεπεία του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας της αεροπλοΐας που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, και ενώ η πράξη, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, στηρίζεται και στην ουσιαστική ποινική διάταξη της περιπτ.γ'της παρ.1 του άρθρου 291 του ΠΚ, δεν διαλαμβάνεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος (ούτε στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση) αν το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα του θανάτου των ανωτέρω οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος ούτε και προσδιορίζεται, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, το είδος της αμέλειας, ούτε αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 29 ΠΚ περί ευθύνης από το αποτέλεσμα.

Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια ως προς το αν το Συμβούλιο δέχθηκε ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια ή και αυτό σε ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στη δεύτερη περίπτωση, (και ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για ανθρωποκτονίες από πρόθεση κατά συρροή) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η περίπτωση γ'της ως άνω διατάξεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 484 παρ.1 περ.β'ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως.

Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, είναι εφικτή". Στο διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως διαλαμβάνονται τα εξής "

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ:

Αναιρεί το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως".

Με την κρινόμενη αίτησή της η πολιτικώς ενάγουσα Χ, ζητεί κατ'άρθρο 145 παρ.1 του ΚΠοινΔ τη διευκρίνιση (διασάφηση) του διατακτικού της παραπάνω αναιρετικής του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αποφάσεως, ισχυριζόμενη ότι ενώ ο Άρειος Πάγος με την ως άνω 901/2010 απόφαση ανήρεσε μερικώς μόνο το προσβληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως δεν περιέλαβε εκ νέου διάταξη περί μερικής αναιρέσεώς της με συνέπεια να είναι αυτό ασαφές ως αντίθετο προς όσα δέχεται στο αιτιολογικό της, όπου σαφώς (κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας) διατυπώνεται η κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε και ότι πρέπει να συμπληρώθει με διάταξη, περί μερικής και μόνον αναιρέσεως του προσβληθέντος βουλεύματος που καθορίζει και την έκταση της εξετάσεως της υποθέσεως κατά παραπομπή από το Συμβούλιο Εφετών.

Αν από την πράξη της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη υπάρχει συρροή κατ'ιδέα του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Το εάν όμως η συρροή αυτή είναι αληθινή ή φαινομένη, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα από το εάν μεσολάβησε ή όχι άλλη αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτοτελής και ανεξάρτητη και πέραν εκείνης που προκάλεσε την από πρόθεση διατάραξη της ασφαλείας της συγκοινωνίας (υδάτινης ή αεροπλοϊκής) (ΑΠ Ολ.4/2010).

Στα εγκλήματα κατά της ασφαλείας των συγκοινωνιών που ανήκουν στην κατηγορία των εκ του αποτελέσματος διακρινομένων, επί των οποίων δικαιολογείται βαρύτερη τιμωρία των, αν από τη συμπεριφορά του δράστη προκληθεί το βαρύτερο αποτέλεσμα, η πράξη της διαταράξεως της ασφαλείας της θαλασσίας ή της αεροπλοΐκής συγκοινωνίας περιλαμβάνει και αφορά και την προστασία της ανθρώπινης ζωής και το βαρύτερο αποτέλεσμα πρέπει να συνιστά πραγμάτωση του κινδύνου που τέθηκε με το βασικό έγκλημα υπό την έννοια υπάρξεως αμεσότητος μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερου αποτελέσματος για να στοιχειοθετείται το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση της περιλαμβανόμενης στα εκ του αποτελέσματος διακρινομένα εγκλήματα και αποδιδομένης στον κατηγορούμενο αξιοποίνου πράξεως της διαταράξεως της ασφαλείας της αεροπλοΐας, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος, απαιτείται το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου να συνιστά πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου που σκόπευε να αποτρέψει ο κανόνας επιμελείας σε σχέση με το οικείο έννομο αγαθό που παραβιάσθηκε με το βασικό έγκλημα.

Απαιτείται δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου που συνιστά την από πρόθεση διατάραξη της αεροπλοΐκής συγκοινωνίας και του επελθόντος βαρύτερου αποτελέσματος δηλαδή του θανάτου των επιβαινόντων στο αεροπλάνο ως επακολούθου αυτής και η διαπίστωση περαιτέρω μετά από έρευνα των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες επήλθε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα ότι γι'αυτό υπήρχε αμέλεια του ιδίου κατηγορουμένου κατά το άρθρο 28 ΠΚ και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του θανάτου των επιβαινόντων στο αεροπλάνο.

Δεν είναι δυνατό υπό τα ανωτέρω να μην σχετίζεται το αποτέλεσμα του θανάτου καθόλου με την προηγηθείσα διατάραξη της ασφάλειας της αεροπλοΐας και του κινδύνου προκλήσεως κινδύνου για άνθρωπο που πραγματώθηκε.

Υπό τα δεδομένα αυτά η αναίρεση του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με την απόφαση του Αρείου Πάγου της οποίας ζητείται η διόρθωση, εκτείνεται στο σύνολο της υποθέσεως καθόσον η επισημαινόμενη με την αναιρετική απόφαση ασάφεια ως προς την υπαιτιότητα (αμέλεια ή δόλος) ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα πρέπει να εξειδικευθεί και να προσδιορισθεί σε σχέση με την υπαιτιότητα (ενδεχόμενο δόλο) για τη διατάραξη της ασφάλειας της αεροπλοΐας με τη μορφή της δυνατότητος να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο που εξελίχθηκε σε επέλευση θανάτου ανθρώπων στα πλαίσια ερεύνης αν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί την πράξη της θανατηφόρου διαταράξεως της ασφάλειας της αεροπλοΐκής συγκοινωνίας, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατ'αυτού.

Επομένως, το διατακτικό της 901/2010 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, είναι σαφώς διατυπωμένο και δεν χρειαζόταν να διευκρινισθεί ή να συμπληρωθεί από την επισήμανση στο αιτιολογικό αυτής των ασαφειών του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, από τις οποίες καθίστατο ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου συνεπεία των οποίων έκρινε ότι έπρεπε να αναιρεθεί.

Έτσι η κρινόμενη αίτηση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν στην αιτούσα, καθόσον δεν προβλέπεται καταδίκη σε αυτά σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως διορθώσεως ή συμπληρώσεως αποφάσεως ή βουλεύματος από το άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2010 αίτηση της Χ για διασάφηση και συμπλήρωση της με αριθμό 901/2010 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ