Supreme Court dismisses appeal in workplace accident case, upholding employer liability for safety violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a fatal workplace accident. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and that the deceased was partially at fault, but the court found these claims unproven. The court ruled that the employer's failure to adhere to safety regulations established the necessary fault for liability, thereby rejecting the arguments regarding contributory negligence and evidentiary omissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Article 16, paragraph 1 of Law 551/1915: In workplace accidents, monetary compensation for moral damage requires employer fault under Article 922 of the Civil Code, and the victim's conduct does not negate liability if protective measures were not taken.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2077 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2077/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Αναστασόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2190/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5273/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914,932 του ΑΚ και 1,16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου (άρθρο 1), μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 20 αυτού κατά την οποία "φωταγωγοί, φρεάτια ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύονται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1) μέτρου και θωρακίων ύψους δέκα πέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε δια της πλήρους καλύψεώς των δι' αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεως εκατοστών (2,5) του μέτρου ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε δια της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού, στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της".
Παρόμοια μέτρα ασφαλείας για τα φρεάτια και τα ανοίγματα γενικώς των υπό ανέγερση οικοδομών προβλέπονται και από τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 κεφ. Γ'του ΠΔ 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 7, 7 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 1396//1983 συνάγεται ότι επιβλέπων είναι το πρόσωπο που, με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως του έργου κατά τους κανόνες της επιστήμης και έχει εκτός άλλων την υποχρέωση να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και αν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος (όταν δηλ.
οι εργασίες αναφέρονται σε τμήματα του έργου την εκτέλεση των οποίων δεν ανέλαβαν εργολάβοι ή υπεργολάβοι), τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ασαφώς, ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων, που είναι αρχιτέκτων μηχανικός και κατασκευαστής οικοδομών, ανήγειρε, με βάση την υπ' αριθμ. 34/2001 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, συγκρότημα κατοικιών.
Κατά την οικοδομική αυτή άδεια επιβλέποντες μηχανικοί ορίστηκαν, για την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού ο ως άνω κύριος του έργου και για τη γενική επίβλεψη ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων, μηχανικός. Μετά την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού του φέροντος οργανισμού, την οποία, όπως και τις εργασίες εκσκαφής, είχεν αναλάβει εργολαβικώς η εταιρεία Α.Τ.Ε.Σ.Ε..
ΑΕ, ο πρώτος των αναιρεσειόντων προσέλαβε μαζί με άλλο προσωπικό ως εργάτη και τον Ζ, σύζυγο της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών, αντί ημερομισθίου 49,22 ευρώ. Στις 9-7-2004 και περί ώρα 07.30 ο εν λόγω εργάτης μαζί με άλλους δύο, ενώ, ευρισκόμενος στο ισόγειο, άρχισε να ανεβαίνει στους υπερκείμενους ορόφους κρατώντας ένα φτυάρι, για την εκτέλεση εργασιών καθαρισμού της οικοδομής από υπολείμματα οικοδομικών υλικών (μπάζα), πριν πατήσει το πρώτο σκαλοπάτι της σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, κατέπεσε για άγνωστο λόγο στο φρέαρ του ανελκυστήρα, που υπήρχε στο ισόγειο της οικοδομής, πλησίον της σκάλας και αριστερά αυτής, εξαιτίας του ότι το εν λόγω άνοιγμα ήταν ακάλυπτο και κατέληξε στον πυθμένα αυτού, που βρισκόταν στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου της οικοδομής και απείχε από το ισόγειο 6 μέτρα.
Αποτέλεσμα της πτώσεως αυτής του ανωτέρω ήταν να υποστεί αυτός βαρύτατες κακώσεις θώρακος, κοιλίας και λεκάνης, εξαιτίας των οποίων και μόνο επήλθε ο θάνατός του. Το ατύχημα τούτο θα είχε αποφευχθεί αν στο άνοιγμα του φρέατος του ανελκυστήρα είχε τοποθετηθεί προστατευτικό στηθαίο ή προσωρινό στερεό κιγκλίδωμα επαρκούς αντοχής, ήτοι στηθαίο με χειρολιστήρα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου από το δάπεδο με σανίδα μεσοδιαστήματος ή άλλο ισοδύναμο μέσο ή σιδερένιο πλέγμα οπλισμού στερεούμενο εντός της πλάκας κατά την κατασκευή της ή είχε καλυφθεί πλήρως το άνοιγμα με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου από ξύλινα λατάκια, όπως ορίζουν οι διατάξεις των Π.Δ. 1073/1981, 778/1980 και 305/1996.
Τέτοιο προστατευτικό μέτρο επαρκούς αντοχής δεν υπήρχε στο άνοιγμα του φρεατίου, γιατί αν υπήρχε θα αποφευγόταν το ατύχημα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο θανάσιμος τραυματισμός του εργάτη Ζ οφειλόμενος σε εξωτερικό αίτιο, δηλαδή σε βίαιο και αιφνίδιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αποτελεί εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του νόμου, για το οποίο υπαίτιοι είναι οι δύο πρώτοι των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, διότι ο μεν Χ1, ως εργοδότης του θανόντος και κύριος του οικοδομικού έργου, η εκτέλεση του οποίου δεν ανατέθηκε εξολοκλήρου σε έναν εργολάβο, ο δε έτερος ως έχων τη γενική επίβλεψη του οικοδομικού έργου μηχανικός, αν και είχαν υποχρέωση, δεν έλαβαν τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέτρα, τα οποία και θα απέτρεπαν το ατύχημα.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, συντρέχει εν προκειμένω και γενική αμέλεια των εν λόγω εναγομένων, αφού, αν και οι δύο ως επιβλέποντες μηχανικοί σε ανεγέρσεις οικοδομών ο πρώτος δε και ως κατασκευαστής οικοδομών, είχαν εμπειρία των κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κινδύνων, δεν πρόβλεψαν αν και μπορούσαν, καταβάλλοντες τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι στη συγκεκριμένη οικοδομή από το ακάλυπτο άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα, και έτσι επέτρεψαν σ' αυτούς, πριν καλύψουν τούτο, να εκτελέσουν τις προαναφερθείσες οικοδομικές εργασίες.
Περαιτέρω το Εφετείο, όσον αφορά την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, συνισταμένη στο ότι αυτός αν και είχε υποβληθεί σε υπερβολική σωματική κόπωση εξαιτίας της συνεχούς και κατά τις απογευματινές ώρες εργασίας του σε τρίτους και αισθανόταν εκ του λόγου αυτού τις δυνάμεις του εξαντλημένες, συνέχισε την εργασία του και κατά την ημέρα του ατυχήματος με αποτέλεσμα να ζαλιστεί και να πέσει πάνω στο φρέαρ του ανελκυστήρα, δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε εργασία του θανόντος και κατά τις απογευματινές ώρες ούτε ότι αυτός ζαλίστηκε κατά το χρόνο του ατυχήματος και έπεσε στο άνοιγμα του φρέατος, και (με επάλληλη σκέψη) ότι σε κάθε περίπτωση η από οποιαδήποτε αιτία πτώση του ως άνω εργαζομένου στο άνοιγμα του φρέατος δεν θα είχε ως συνέπεια τον θάνατο αυτού, αν τούτο είχε καλυφθεί με επαρκούς αντοχής προστατευτικό στηθαίο και κιγκλίδωμα.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, όσον αφορά μεν την υποχρέωση των αναιρεσειόντων στη λήψη των από τις πραναφερθείσες διατάξεις επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς τους στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, διότι βάλλει μόνο κατά το σκέλος της αιτιολογίας που αφορά την ύπαρξη ειδικής αμέλειας των αναιρεσειόντων, όχι δε και κατά της επάλληλης αιτιολογίας, που αναφέρεται στη γενική αμέλεια αυτών, η οποία (αιτιολογία) στηρίζει επαρκώς το διατακτικό.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο ως προς το ζήτημα τούτο εκτίθεται σαφώς καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η κρίση δε του Εφετείου, ότι η πτώση του θανόντος στο ακάλυπτο άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα οφείλεται σε άγνωστο λόγο, δεν καθιστά τις αιτιολογίες της αποφάσεώς του, όσον αφορά την ύπαρξη υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του ατυχήματος, ασαφείς ή ανεπαρκείς, ως προς τα συγκεκριμένο αυτό ζήτημα, ενόψει του ότι η οποιαδήποτε και σε αμελή ακόμη συμπεριφορά του ιδίου οφειλόμενη αιτία πτώσεως του θανόντος στο ακάλυπτο φρέαρ, δεν αίρει την, κατά τις ανέλεκτες παραδοχές του Εφετείου, ύπαρξη αμέλειας (τόσο ειδικής όσο και γενικής) των αναιρεσειόντων, στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος.
Θα ήταν ασαφής η εν λόγω αιτιολογία μόνο στην περίπτωση που οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ατύχημα προκλήθηκε από τον θανόντα επίτηδες. Κατά το μέρος που ο αυτός λόγος πλήττει το σκέλος της αποφάσεως που αναφέρεται στην ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος αφού η παραδοχή της προσβαλλόμενης κατά την οποία, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών έπεσε στο φρέαρ του ανελκυστήρα εξαιτίας ζάλης που αισθάνθηκε λόγω υπαίτιας καταβολής των σωματικών του δυνάμεων, είναι πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις.
Αλλά ο ίδιος λόγος είναι και αλυσιτελής, διότι με αυτόν δεν πλήττεται και η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά την οποία η οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του θανόντος, συνεπώς και η επικαλούμενη προς θεμελίωση της ενστάσεως συνυπαιτιότητας, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα τον θανατηφόρο τραυματισμό του, αν οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει τα επιβαλλόμενα από το νόμο προστατευτικά μέτρα, υπονοώντας προδήλως έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης αμελούς συμπεριφοράς και του ατυχήματος.
Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 κα 336 έως και 340 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο σχετικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τις από 9-7-2004 ένορκες προανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ..., ... και ... καθώς και τα από 10-2-2001 και 7-12-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά (εργολαβικά) και την από 9-7-2004 ασφαλιστική σύμβαση της εταιρείας "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ" .
είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2008 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5273/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ