Supreme Court quashes traffic accident negligence verdict for insufficient factual reasoning and causal analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the lower court's conviction for negligent injury due to a lack of specific factual reasoning regarding the defendant's ability to avoid the pedestrian. The court found the lower judgment failed to explain why the driver could not execute necessary maneuvers despite seeing the victim, nor did it establish a clear causal link between the specific speed and the accident. Consequently, the case was remanded for retrial by a different panel of judges to ensure the conviction meets constitutional and procedural standards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 314 § 1a and 28 of the Penal Code; Article 510 § 1D of the Code of Criminal Procedure: A criminal conviction for negligence is void if the judgment fails to provide the required specific and detailed reasoning regarding the defendant's failure to foresee or avoid the harmful result and the causal connection between the act and the injury.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2077 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2077/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 115/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, που συνεδρίασε στη Μεταβατική έδρα της Χίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νύκτα. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου (που συνεδρίασε στη Μεταβατική έδρα της Χίου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 69/21.12.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 16/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 314 § 1α Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικος, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφ'ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ'ετέρου είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν σ'αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπ'όψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατ'είδος (μάρτυρες έγγραφα κτλ) χωρίς ανάγκη ειδικοτέρας αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε ειδικότερα από το καθένα, ενώ η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Στη ... στις 8 Ιουνίου 2001 και περί ώρα 09:15', ο κατηγορούμενος Χ, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, έβαινε με αυτό στην οδό ..., με κατεύθυνση προς το Αεροδρόμιο της ... .
Σε ένα σημείο της οδού, η Ψ, η οποία είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό της στο χώρο στάθμευσης της ίδιας οδού, προσπάθησε να την διασχίσει κάθετα, προκειμένου να μεταβεί στο γειτονικό γήπεδο για να παρακολουθήσει μια εκδήλωση στην οποία έπαιρναν μέρος τα παιδιά της, χωρίς να ελέγξει, όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα να πέσει πάνω στο κινούμενο όχημα του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα αυτός, αν και είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματος του και ασκούσε, όπως όφειλε, τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, να μην μπορέσει να εκτελέσει τους αναγκαίους χειρισμούς για να αποφύγει την πεζή, που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της πιο πάνω οδού και από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, αν και αντιλήφθηκε έγκαιρα αυτήν, με αποτέλεσμα, να την παρασύρει και να της προξενήσει κάκωση δεξιού γόνατος και ρήξη έσω μηνίσκου -έσω πλαγίου- προσθίου χιαστού.
Αξιοσημείωτη προς τούτο είναι η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ο οποίος ήταν και ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος διαβεβαιώνει κατηγορηματικά, ότι: ".... ήμουν πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Το είδα το ατύχημα. Ήταν πρωινή ώρα και σε εκείνο το σημείο όλοι πάμε πολύ σιγά, δεν μπορείς να τρέξεις.
Ο κατηγορούμενος πήγαινε με την ίδια ταχύτητα, πολύ σιγά, γιατί δεν έχει ορατότητα, και υπάρχουν συνέχεια αυτοκίνητα... Την πεζή την είδα, πριν την χτυπήσει ο κατηγορούμενος. Ερχόταν από απέναντι και πήγαινε να περάσει. Όμως έκανε μπρος - πίσω και το διακινδύνευσε... Την είδα όταν ήταν στην μέση του δρόμου.
Νομίζω ότι από την απέναντι πλευρά ερχόταν ένα ταξί, ο κατηγορούμενος δεν ξέρω αν το είδε. Την είδα, είδα ότι έπεσε πάνω στο αριστερό μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου. Δεν είχε αλλού χτυπήματα, μόνο στο γόνατο. Ήταν και άλλος άνθρωπος μαζί μου. Την πρωτοείδα στη μέση του δρόμου να στέκεται αναποφάσιστη".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο εστέρησε την απόφασή του από την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., αφού δεν εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ατύχημα αυτό.
Ειδικότερα: 1) Ενώ γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματός του και ασκούσε ως όφειλε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, εν συνεχεία δεν διευκρινίζεται γιατί δεν μπόρεσε να εκτελέσει τους αναγκαίους χειρισμούς και ποίους για να αποφύγει την πεζή που διέσχιζε κάθετα την οδόν από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, την οποίαν όμως και αντελήφθη έγκαιρα 2) δεν διευκρινίζεται, ούτε προσδιορίζεται προ πάσης αποστάσεως και σε ποίο σημείο του οδοστρώματος αντελήφθη την παθούσα να κινείται σ'αυτό, (από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του), ώστε να κριθεί ότι ουδεμία δυνατότητα αντιδράσεως του παρείχετο, ούτε είχε περιθώρια αποφευκτικού ελιγμού 3) δεν αναφέρεται το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος εις το σημείο του ατυχήματος, αλλά ούτε η ταχύτητα του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, η οποία χαρακτηρίζεται αορίστως, κατά την αυτολεξεί μεταφερομένη στο αιτιολογικό της αποφάσεως κατάθεση του μάρτυρος, ως μειωμένη ("πηγαίναμε πολύ σιγά, δεν μπορείς να τρέξεις") και 4) ενώ δέχεται ότι η παθούσα έπεσε πάνω στο κινούμενο όχημα του κατηγορουμένου και, κατά τον μάρτυρα υπερασπίσεως, την είδε αυτός ότι έπεσε στο αριστερό μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου, στη συνέχεια εκθέτει ότι αν και αντιλήφθηκε έγκαιρα την παθούσα ο κατηγορούμενος την παρέσυρε και της προξένησε την σωματική βλάβη δια την οποία κατηγορήθη και απηλλάγη δια της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το άρθρο 510 § 1Δ' Κ.Π.Δ. και τον βάσιμο μοναδικό λόγο της κρινομένης αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 115/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα της Χίου).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ