2077/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2077/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2077 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2077/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....,η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Μαργέλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (ΕΡΤ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κόντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων που κατατέθηκαν από την αναιρεσίβλητη στον πρώτο βαθμό και στην στην έκκλητη δίκη, προεβλήθη σαφώς η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος με τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και με το αντίστοιχο απορριπτικό της αγωγής αίτημα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προεβλήθη στο Εφετείο.
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν α) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, β) το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γ) το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως τα εξής: Με την 3237/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 4342/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε σχετική έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η αναιρεσείουσα (που είχε ήδη κριθεί αμετάκλητα, με τις 1163/1999 και 969/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ότι είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη, τον Ιούλιο του 1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σύμβαση έργου, ως χορωδός) απολύθηκε την 6.2.1998 από την αναιρεσίβλητη με προφορική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.
Η καταγγελία αυτή κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 5, 6 Ν.3198/1955, και επιδικάσθηκαν επιπλέον στην αναιρεσείουσα μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 7.2.1998 μέχρι και 30.6.1998, συνολικού ποσού 1.430.000 δραχμών. Ήδη με την ένδικη αγωγή της ζητεί τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.7.1998 μέχρι 30.6.2003, κατά το οποίο δεν προσέφερε τις υπηρεσίες της σε άλλον εργοδότη, παραμένοντας άνεργη, ενώ η αναιρεσίβλητη εξακολούθησε να τελεί σε υπερημερία, καθώς ούτε αποδεχόταν της προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, ούτε προέβη σε κάποια ενέργεια που να αποσκοπεί στην άρση της υπερημερίας της.
Όμως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, παρά το ότι ελάμβανε από 3.11.1997, δυνάμει των ... - ... αποφάσεων του Διευθυντή Υποκαταστήματος .... ΙΚΑ, που εκδόθηκαν μετά από την ..... αίτησή της, κύρια σύνταξη λόγω γήρατος μειωμένη κατά 16/200, ωστόσο, με την .... αίτησή της, ζήτησε από την αναιρεσίβλητη και έλαβε βεβαίωση "ότι σταμάτησε να προσφέρει έργο στην ΕΡΤ - Α.Ε.", δηλαδή βεβαίωση ότι έπαυσε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη, αποδεχόμενη έτσι ουσιαστικά τη λύση της εργασιακής της συμβάσεως, προκειμένου να υποβάλει την παραπάνω βεβαίωση στο ΙΚΑ.
Έτσι, η αξίωση της αναιρεσείουσας για πληρωμή αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.7.1998 έως 30.6.2003, μετά μάλιστα από μακρό χρονικό διάστημα, υπερβαίνει καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, και καθίσταται καταχρηστική, καθώς η αναιρεσείουσα, ενώ είχε τη δυνατότητα να εργασθεί, δήλωσε σαφώς την πρόθεσή της αφενός μεν, να μην εργασθεί μετά την 3.3.1998, μετά την κατά τα παραπάνω εξασφάλιση της συνταξιοδοτήσεώς της, αφετέρου δε, να παύσει να ισχύει η εργασιακή της σύμβαση με την αναιρεσίβλητη.
Η παραπάνω εκτίμηση δεν ανατρέπεται από την μη ενεργοποίηση της αναιρεσίβλητης προς την κατεύθυνση της νομότυπης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, κατά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, καθώς και αυτή ακόμη η αδράνεια ή εμμονή της τελευταίας στην άκυρη καταγγελία της 6.2.1998 δεν αίρει καθόλου την καταχρηστικότητα της ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ενόψει της ασκήσεως της αγωγής μετά από πέντε έτη, καθώς και της ηλικίας της αναιρεσείουσας.
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την τελευταία ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένως τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλ΄ ούτε και παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, οι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 13, 8 και 9 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, προσάπτονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Προκειμένου ο ισχυρισμός για την ύπαρξη δεδικασμένου να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ύπαρξη δεδικασμένου προκύπτοντος από την 4342/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας της επίμαχης εργασιακής συμβάσεως και το δικαίωμα αυτής (αναιρεσείουσας) προς απόληψη μισθών υπερημερίας. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός προεβλήθη στην κατ΄ έφεση δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2006 αίτηση της ..... περί αναιρέσεως της 590/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ