Legislator Case Law & Legislation
2076/2025 AI generated

Supreme Court dismisses divorce property claim due to lack of asset increase during marriage period.

Case Number 2076/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the plaintiff's claim for property division following the dissolution of marriage. The court found that the defendant's assets at the time of divorce were lower than at the marriage's inception, negating the plaintiff's argument for an increase. Consequently, the claim was rejected as baseless on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court adjudicates the substance of the case without remand when a decision is annulled after a first remittal, and a claim for property division fails if no asset increase is proven during the marriage.

Keywords

AI generated
property division dissolution of marriage asset increase Supreme Court jurisdiction civil procedure remittal

Cited Legislation

AI generated
Articles 580(3) and 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 179(2), 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2076/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας - καλούσας: Γ. Ν. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Των εφεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του Χ. Κ. του Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2011 αγωγή της ήδη εκκαλούσας - καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6243/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 7417/2013 μη οριστική και 6273/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1841/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6273/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5332/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η εκκαλούσα - καλούσα με την από 16-6-2020 αίτησή της και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1823/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 5332/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-12-2022 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των καθ' ων η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος <<δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα>>, της παρ. 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία <<νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας>> και της παρ. 2 του άρθρου 581 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία <<η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ>>, προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή [ΑΠ 956/2023, ΑΠ 1794/2022, ΑΠ 1196/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 22-9-2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι με τον αποβιώσαντα στις ...-2009 Χ.

Κ., πατέρα των εναγομένων, τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις ...-1989 στο Καβούρι Αττικής, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 726/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη την 28-1-2005. Ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο πατέρας των εναγομένων - σύζυγός της είχε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, με την έναντι καθενός αξία, που συνιστούν την αρχική περιουσία του πρώην συζύγου της, η συνολική αξία της οποίας, με αναγωγή στους αναφερόμενους κρίσιμους χρόνους, ανέρχεται στο ποσό των 4.470.000 ευρώ.

Ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στην τελική περιουσία του πρώην συζύγου της περιλαμβάνονταν τα λεπτομερώς περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεί, με την έναντι καθενός αξία, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 6.974.500 ευρώ. Ότι μετ' αφαίρεση από την ως άνω τελική περιουσία της αρχικής περιουσίας του πρώην συζύγου της ποσού 4.740.000 ευρώ, προκύπτει ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου υπήρξε αύξηση της περιουσίας του κατά το ποσό των [6.974.000 - 4.740.000] 2.234.000 ευρώ.

Ότι στην αύξηση αυτής της περιουσίας του πρώην συζύγου της συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 50%, με τα αναλυτικά εκτιθέμενα εισοδήματά της, με την παροχή οικιακής εργασίας και με την παροχή φροντίδων και περιποιήσεων στο πρόσωπό του πρώην συζύγου της, κατά το μέτρο που αυτές υπερέβαιναν την υποχρέωση συνεισφοράς της.

Ότι το μέρος της περιουσιακής επαύξησης της περιουσίας του συζύγου της, που προέρχεται από τη δική της συμβολή, κατά ποσοστό 50 %, ανέρχεται στο ποσό του [2.234.000 χ 50 %]1.117.250 ευρώ, επικουρικά δε, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, η συμβολή της ανέρχεται στο 1/3, ήτοι στο ποσό των 2.234.000 χ 1/3] 744.833 ευρώ. Ότι ο πρώην σύζυγός της Χ.

Κ. απεβίωσε στην Αθήνα στις ...-2009 και κληρονομήθηκε κατά την πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τις δύο εναγόμενες θυγατέρες του και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την καθεμία. Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να της καταβάλουν, καθεμία από αυτές, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 1.117.250 ευρώ, άλλως και επικουρικά, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 744.833 ευρώ.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6243/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 8-3-2013 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 7417/2013 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την από 22-92011 αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλειά της ενάγουσας το αναφερόμενο έγγραφο.

Ακολούθως, μετά την επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι η αξία της τελικής περιουσίας του Χ. Κ. υπολειπόταν της αξίας της αρχικής περιουσίας του και συνεπώς δεν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ενάγουσα, με την από 16-1-2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1841/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι το τελευταίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούσαν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας από την απόφασή του, τη νόμιμη βάση.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 15-5-2018 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την άνω από 22-9-2011 αγωγή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ' αριθ. 5332/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 6243/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό και πάλι ότι η αξία της τελικής περιουσίας του Χ.

Κ. υπολειπόταν της αξίας της αρχικής περιουσίας του και συνεπώς δεν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του. Κατά της ανωτέρω 5332/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η ενάγουσα άσκησε την από 16-6-2020 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1823/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και κρατήθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση στο ίδιο τμήμα, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 1823/2022 απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο, το οποίο με την ανωτέρω 5332/2019 απόφασή του επαναλαμβάνει τις ίδιες πλημμέλειες με την αναιρεθείσα 6273/2014 απόφαση αυτού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της αρχικής και της τελικής περιουσίας του Χ.

Κ., που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, εφόσον αναιρέθηκε και η απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, νόμιμα φέρεται με την από 15-12-2022 κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας προς περαιτέρω κατ' ουσία συζήτηση η από 22-9-2021 αγωγή της, αφού η αναιρετική εμβέλεια της υπ' αρ. 1823 /2022 απόφασης του δικαστηρίου τούτου καταλαμβάνει μόνο την κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής αυτής και συνεπώς δεν θα εξετασθούν και πάλι οι διατάξεις της υπ' αρ. 5332/2019 απόφασης του Εφετείου, που έκρινε ότι η έφεση της ενάγουσας πρέπει να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικασθεί επί της ουσίας η αγωγή.

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1529/1983, <<Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απόκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες>>.

Η απαίτηση του κάθε συζύγου από την ανωτέρω διάταξη, είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση [ολΑΠ 28/1996, ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 955/2022]. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ήτοι, στην περίπτωση λύσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη [ΑΠ 1451/2022].

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα [ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 1143/2022].

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου [αρχική περιουσία] προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως [τελική περιουσία], πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο [ΑΠ 966/2024, ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1553/2018].

Εξάλλου, ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα [περιουσιακής φύσεως], όπως είναι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις γεννημένες, εφόσον υπάρχει προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί στη θέση του υποκαθίσταται το προϊόν της εκποίησης [ΑΠ 1926/2013]. Τόσο για την αρχική περιουσία, όσο και για την τελική περιουσία, λαμβάνεται υπόψη η <<καθαρή>> περιουσία, δηλαδή εκείνη που απομένει μετά την αφαίρεση του παθητικού από το ενεργητικό της [ΑΠ 1841/2017].

Από το ανωτέρω άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α] η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β] η αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου, η αξία της τελικής περιουσίας αυτού και η προκύπτουσα μεταξύ των οικονομικών αυτών μεγεθών διαφορά, από την οποία να προκύπτει αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, γ] η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δ] η αιτιώδης σχέση μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου [ΑΠ 966/2024, ΑΠ 587/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πλαίσιο προηγούμενης δίκης αυτών, οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθ. 3494/2008 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι οποίες εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες υπ' αριθ. ...-2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ.

Ν., η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας [βλ. την υπ' αριθ. ...-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ.], από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ' αριθ. ...-2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Χ. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β., η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων [βλ.

τις υπ' αριθ. ... και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Π.], από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες υπ' αριθ. ... και ...-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Σ. Β. και Ε. Σ. - Μ., οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενης δίκης των διαδίκων μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ.

την ...-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ. και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι [ η ενάγουσα δεν προσκομίζει τα έγγραφα που επικαλείται στην προηγούμενη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, που αναιρέθηκε] και από την κατωτέρω ρητά αναφερόμενη δικαστική ομολογία της ενάγουσας με την αγωγή της, ως προς την αρχική περιουσία του θανόντος πρώην συζύγου της, κατά την τέλεση του γάμου τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα τέλεσε με το Χ. Κ. του Κ. νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο Καβούρι Αττικής, στις 9.12.1989, o οποίος ήταν δεύτερος και για τους δύο. Από το γάμο τους αυτό οι ως άνω σύζυγοι δεν απέκτησαν τέκνα, πλην όμως ο ανωτέρω Χ. Κ. είχε ήδη αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του δύο τέκνα και συγκεκριμένα τις δύο εναγόμενες.

Τελικώς, ο πιο πάνω γάμος της ενάγουσας με τον Χ. Κ. δεν εξελίχθηκε ομαλά και στις 13.6.2002 επήλθε διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους, για να λυθεί, στη συνέχεια, ο γάμος τους οριστικά με τη με αριθ. 726/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, κατέστη αμετάκλητη στις 25.1.2005.

Κατά τη σύναψη του γάμου τους, ο μεν Χ. Κ. διατηρούσε στην Ελβετία τουριστικό γραφείο, το οποίο είχε ασκώντας την ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα του με δύο εταιρίες, με την επωνυμία "Delfi Reisen AG" και "Navigator AG" αντιστοίχως, η δε ενάγουσα εργαζόταν στην εταιρεία ΕΙ ΑΙ Israel Airlines, στην οποία συνέχισε να εργάζεται για μικρό χρονικό διάστημα και μετά την τέλεση του γάμου τους, αλλά με ημιαπασχόληση, απασχολούμενη τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας στις πιο πάνω δύο εταιρείες του συζύγου της, πλην όμως ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα έπαυσε να εργάζεται και σ' αυτές.

Μετά την προαναφερόμενη αμετάκλητη λύση του γάμου της, η ενάγουσα άσκησε κατά του ως άνω πρώην συζύγου της την από 28.12.2006 αγωγή της για συμμετοχή της στα αποκτήματα αυτού κατά την διάρκεια του γάμου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε ως αόριστη, με τη αριθ. 3494/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την άσκηση της ως άνω αγωγής, που έγινε εντός διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου, διακόπηκε η διετής, κατά το άρθρο 1401 εδ.

γ'ΑΚ, παραγραφή της επίδικης αξίωσης. Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 25.5.2009, και συγκεκριμένα στις ....2009 απεβίωσε ο Χ. Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, αφήνοντας ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις δύο εναγόμενες θυγατέρες του κατά ποσοστό 1/2 την καθεμία από αυτές. Η ως άνω 3494/2009 απόφαση, επιδόθηκε στις εναγόμενες ως μοναδικές κληρονόμους του εναγομένου Χ.

Κ. στις 13.1.2011 (βλ. τη σχετική επισημείωση στο αντίγραφο της κοινοποιηθείσας απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Β.) και επομένως κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως στις 13.2.2011, ήτοι μετά την παρέλευση των 30 ημερών από την κοινοποίησή της (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Προηγουμένως η ενάγουσα, μετά τον θάνατο του εναγομένου Χ. Κ. και πριν την τελεσιδικία της ανωτέρω αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς η (πρώτη) αγωγή της, άσκησε κατά των εναγομένων θυγατέρων του πρώην συζύγου της, αρχικά την από 11.1.2010 και με αριθ. κατάθ. 17067/9489/2010 (δεύτερη) αγωγή της, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική βάση (συμβολή στα ίδια αποκτήματα), η οποία κατατέθηκε στις 28.1.2010 και επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 9.3.2010 (βλ.

σχ. τη σχετική επισημείωση στο αντίγραφο της κοινοποιηθείσας αγωγής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Τ.), από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 2.5.2011 και στη συνέχεια, πριν την παρέλευση των έξι (6) μηνών από την παραίτηση αυτή, την ένδικη (τρίτη κατά σειρά) από 22.9.2011 αγωγή της, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική βάση, η οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 31.10.2011, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της κοινοποιηθείσας αγωγής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Τ.

Επομένως, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την πρώτη αγωγή, καθόσον ασκήθηκε πριν την τελεσιδικία της απόρριψής της η ως άνω δεύτερη αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας η ενάγουσα παραιτήθηκε κατά την ορισθείσα προς συζήτηση της μετ' αναβολή δικάσιμο της 2.5.2011, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της πρώτης αγωγής και μέχρι την παραίτηση από το δικόγραφο της δεύτερης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο των έξι μηνών, και τέλος από την παραίτηση από το δικόγραφο ης δεύτερης αγωγής και μέχρι την άσκηση της ένδικης τρίτης αγωγής παρήλθε επίσης χρονικό διάστημα μικρότερο των έξι μηνών.

Συνεπώς, η ένσταση παραγραφής, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενες ως υπεράσπιση κατά της έφεσης το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθεί, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, την οποία παραδεκτά προέβαλε η ενάγουσα, καθ' υποφοράν, με την αγωγή της.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα ο ήδη αποβιώσας σύζυγος αυτής Χ. Κ. είχε στην κυριότητά του τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία και αποτελούν την αρχική περιουσία αυτού, ήτοι: 1) μία πολυτελή μονοκατοικία στην Ελβετία (111/2 δωματίων) στην περιοχή Zollikon, αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, 1.890.000 €, για την αγορά της οποίας έλαβε 2 δάνεια στις 18.3.1974 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία Union de Banques Suisse συνολικού ποσού 1.500.000 ελβετικών φράγκων 2) μία πολυτελή μονοκατοικία στην Ελβετία (81/2 δωματίων) στην περιοχή Herriberg, αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, 2.100.000 €, για την αγορά της οποίας έλαβε δάνειο στις 4.11.1988 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία Union de Banques Suisse ποσού 750.000 ελβετικών φράγκων, 3) το υπό στοιχ.

Β-1 διαμέρισμα, επιφάνειας 80 τ.μ., μετά της υπό στοιχ. ΡΒ1 θέσης στάθμευσης, που βρίσκεται στην επί της διασταυρώσεως των οδών ..., στη Βουλιαγμένη Αττικής, πολυκατοικία, αξίας κατά τους ανωτέρω χρόνους, 117.000 €, 4) ένα διαμέρισμα στη Γλυφάδα, επιφάνειας 70 τ.μ., αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 53.000 €, 5) μία οικία στη Θάσο, επιφάνειας 110 τ.μ., επί οικοπέδου εκτάσεως 1600 τ.μ., αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 80.000 €, και 6) δύο εταιρείες με τις επωνυμίες Delfi Reisen AG και Navigator AG, με αντικείμενο δραστηριότητας στο χώρο της τουριστικής πρακτόρευσης, συνολικής αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 500.000 €.

Επομένως, η αξία της ανωτέρω αρχικής περιουσίας του Χ. Κ., με αναγωγή στον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα (25.1.2005), ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 4.740.000 € (1.890.000 + 2.100.000 + 117.000 + 53.000 + 80.000 + 500.000). Στα ίδια ως άνω ποσά ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω, η αξία των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων του Χ.

Κ. και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής. Η ύπαρξη των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, η πιο πάνω επί μέρους αξία τους, αλλά και η συνολική αξία της αρχικής περιουσίας του Χ. Κ. κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο συνομολογείται και από την ίδια την ενάγουσα με σχετική ρητή αναφορά αυτής στην αγωγή της, όπου αφού προσδιορίζεται η αρχική περιουσία του Χ.

Κ. στα ανωτέρω αναφερόμενα ακίνητα με την ανωτέρω αξία εκάστου τούτων αναγράφεται ότι "επομένως, η αξία της συνολικής αρχικής περιουσίας του πρώην συζύγου μου ανέρχεται στο ποσό των 4.740.000 ευρώ"), και συνομολογείται και από τις εναγόμενες, αφού αυτές δεν αμφισβητούν ειδικά το παραπάνω γεγονός, προβάλλοντας ένσταση ότι η αξία αυτή είναι μεγαλύτερη ή ότι η αρχική περιουσία περιλαμβάνει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, η δε ενάγουσα δεν κάνει οποιαδήποτε μνεία περί της υπάρξεως ή μη των δανείων με τα οποία αγοράσθηκαν τα δύο πρώτα ακίνητα στην Ελβετία κατά τον χρόνο του γάμου και περί του συνυπολογισμού η μη στην αναφερομένη στην αγωγή αξία των ακινήτων αυτών των δανείων, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να συνάγει για το ανωτέρω γεγονός της αρχικής περιουσίας του θανόντος δικαστική ομολογία των εναγομένων, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, ο ως άνω Χ. Κ. απέκτησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία υπήρχαν και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ήτοι: α) 1/2 ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 203 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ..., στην Κηφισιά, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθ. .../1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Ψ. - Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου διαμερίσματος απέκτησε με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η ενάγουσα. Για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος καταβλήθηκε ως συνολικό τίμημα το ποσό των 600.000 € και, ως εκ τούτου, το μερίδιο του Χ. Κ. ανήλθε στο ποσό των 300.000 €, στο οποίο και ανέρχεται η αξία αυτού και κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, β) Ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί δύο οικοπέδων στο Θαλερό Κορινθίας και συγκεκριμένα: i) Με το με αριθ. .../1996 συμβόλαιο της συμβ/φου Ξυλοκάστρου Α.

Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από ένα ενιαίο οικόπεδο επιφάνειας 2.810.50 τ.μ. εντός των ορίων Οικισμού Θαλερού Κορινθίας, απέκτησε από κοινού με την ενάγουσα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την υπό στοιχεία (Α) κάθετη ιδιοκτησία, επιφάνειας 1.624,20 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 577,90/1000, και την υπό στοιχεία (Δ) κάθετη ιδιοκτησία, επιφάνειας 213,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 75,97/1000, αντί συνολικού τιμήματος 5.000.000 δραχμών, ενώ η αξία του πιο πάνω περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 50.000 € και, συνακόλουθα, η αξία του μεριδίου του Χ.

Κ. ανερχόταν στο ποσό των 25.000 € και ii) με το με αριθ. .../1997 συμβόλαιο της συμβ/φου Σικυώνος Σ. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε από κοινού με την ενάγουσα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ένα οικόπεδο εκτάσεως 893,40 τ.μ. εντός των ορίων Οικισμού Θαλερού Κορινθίας, αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών, η αξία του οποίου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 15.000 € και, συνακόλουθα, η αξία του μεριδίου του Χ.

Κ. ανερχόταν στο ποσό των 7.500 €. Επομένως, η συνολική αξία του μεριδίου του Χ. Κ. και επί των δύο ως άνω ακινήτων ανερχόταν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο στο συνολικό ποσό των 32.500 € (25.000 + 7.500), γ) Το υπό στοιχ. Α-3 διαμέρισμα του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου τριώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου Βουλιαγμένης, στο 70 Ο.Τ.

και επί της διασταυρώσεως της Λεωφόρου ..., το οποίο αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χώρο υποδοχής, κουζίνα, λουτρό και διάδρομο και έχει επιφάνεια 75,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 65/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) Το υπό στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής, το οποίο αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, χώρο υποδοχής, κουζίνα, λουτρό και διαδρόμους και έχει επιφάνεια 79,00 τ.μ.), με ποσοστό συνιδιοκτησίας 69/1000 εξ αδιαιρέτου.

Αμφότερες οι ανωτέρω δύο, υπό στοιχ. γ και δ, οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στον Χ. Κ. δυνάμει του με αριθ. ....1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί συνολικού πραγματικού τιμήματος 68.000.000 δραχμών, ενώ η αγοραία αξία των εν λόγω διαμερισμάτων κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο ποσό των 800.000 €, δεδομένου ότι αυτά έχουν διαμορφωθεί πλέον σε ένα ενιαίο διαμέρισμα, που βρίσκεται σε εξαιρετική θέση και συγκεκριμένα επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος με ακώλυτη θέα προς τη θάλασσα.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, προκειμένου να προβεί στην αγορά των αμέσως παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ο Χ. Κ. πώλησε κατά τον ίδιο χρόνο δύο άλλα διαμερίσματά του στη Βουλιαγμένη (επί της οδού ...) και στη Γλυφάδα (επί της οδού ...), που περιλαμβάνονταν στην αρχική περιουσία, και συγκεκριμένα το πρώτο δυνάμει του με αριθ. ....1996 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Π.

Δ. και το δεύτερο δυνάμει του με αριθ. ....1996 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ε. Π. (βλ. σχετικά την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ε) Δύο διαμερίσματα στη Ζυρίχη Ελβετίας, επιφάνειας 104 τ.μ. το καθένα, τα οποία απέκτησε κατά τα έτη 1990 και 1992 αντί του ποσού των 360.000 και 545.000 ελβετικών φράγκων αντίστοιχα, των οποίων η αξία κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 400.000 € για το καθένα από αυτά, συνολικά, δηλαδή, η αξία των πιο πάνω δύο διαμερισμάτων κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 800.000 €.

Σημειώνεται, ότι το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος για την αγορά των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων στη Ζυρίχη προήλθε από δάνειο, το οποίο ο Χ. Κ. έλαβε από την ελβετική τράπεζα Union de Banques Suisse, η οποία προς ασφάλεια της αξίωσης της ενέγραψε αντίστοιχη υποθήκη επί των αγορασθέντων ακινήτων, για την εξόφληση της οποίας κατά τον κρίσιμο χρόνο απέμενε υπόλοιπο 200.000 ελβετικών φράγκων ή 309.200 ευρώ (βλ.

σχ. και την από 28.6.2007 βεβαίωση της ως άνω ελβετικής τράπεζας), στ] Μία οικία στη Θάσο, επιφάνειας 110 τ.μ., επί οικοπέδου εκτάσεως 1.600 τ.μ., αξίας κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο 80.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η συνολική αξία των αμέσως παραπάνω περιουσιακών στοιχείων του Χ. Κ. ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα στο ποσό των 1.703.292 (300.000 + 32.500 + 800.000 + 800.000 - 309.208 + 80.000) €, στα ίδια δε ποσά ανερχόταν η αξία αυτών και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου της ενάγουσας με το Χ. Κ., σωζόταν και το τίμημα των 1.220.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο εισέπραξε o τελευταίος από τη μεταβίβαση κατά το έτος 2001 των δύο εταιριών Delfi Reisen AG και Navigator AG, που κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιλαμβάνονταν στην αρχική περιουσία αυτού.

Επομένως, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (25.1.2005), με βάση την ισχύουσα ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ (1 ευρώ = 1,5460), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, το ως άνω ποσό των 1.220.000 ελβετικών φράγκων αντιστοιχούσε στο ποσό των 789.133,24 (1.220.000 : 1,5460) €. Πέραν των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, ο Χ.

Κ. απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα και τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία, όμως, αυτός μεταβίβασε πριν από την αμετάκλητη λύση του γάμου και συγκεκριμένα: 1) Με το με αριθ. .../1992 συμβόλαιο της συμβ/φου Σ. Κ. - Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναντι τιμήματος 21.800.000 δραχμών (ή 164.000 €) το υπό στοιχ.(Δ-1) διαμέρισμα, επιφάνειας 114,50 τ.μ., του τετάρτου (Δ') ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 1.040,90 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ..., στο Χαλάνδρι Αττικής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ως άνω οικοπέδου 141/1000 και με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπ' αρ. 2 θέσης στάθμευσης της πυλωτής επιφάνειας 12,60 τ.μ., καθώς και την υπό στοιχεία ΥΑ8 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 13,90 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 4/1000.

Όμως, δυνάμει του με αριθ. .../1994 συμβολαίου της συμ/φου Περιστερίου Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ. Κ. πώλησε το πιο πάνω διαμέρισμα και την αποθήκη έναντι πραγματικού τιμήματος 35.000.000 δραχμών (ή 102.714,60 €). 2) Με το με αριθ. .../1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α. Κ. αγόρασε αντί του ποσού των 14.000.000 δραχμών (ή 41.000 €) ένα οικόπεδο επιφάνειας 1.122,25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μαλακώντα" της περιφέρειας της Κοινότητας Ερέτριας, μετά της επ' αυτού οικοδομής επιφάνειας περίπου 140 τ.μ., αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο, η οποία ανεγέρθηκε δυνάμει της με αριθ. 675/70 οικοδομής άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Χαλκίδας.

Ωστόσο, και το ακίνητο αυτό ο Χ. Κ. πώλησε με το με αριθ. .../1994 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών (ή 88.041,085 6). Έτσι, από την πώληση των πιο πάνω δύο περιουσιακών στοιχείων ο Χ. Κ. εισέπραξε το ποσό των 190.755,68 (102.714,60 + 88.041,085) €. Το εν λόγω, όμως, χρηματικό ποσό δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι σωζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου της ενάγουσας με το Χ.

Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε αυτή (η ενάγουσα) με την ένδικη αγωγή της, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την πώλησή τους (1994) μέχρι τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (2005), αλλά και του γεγονότος ότι αμέσως μετά την πώληση των πιο πάνω ακινήτων ο αποβιώσας Χ.

Κ. προέβη στην αγορά σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που ενισχύει τον ισχυρισμό των εναγομένων, ότι το εν λόγω ποσό διατέθηκε για τις επακολουθήσασες αγοραπωλησίες. Άλλωστε, και η ίδια η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή της αναφέρει, ότι ο Χ. Κ. αναγκάστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους να πωλήσει μέρος της ακίνητης περιουσίας του, προκειμένου να καλύψει, μεταξύ άλλων, και μέρος του τιμήματος αγοραπωλησίας της προαναφερόμενης κοινής κατοικίας τους στην Κηφισιά Αττικής.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις δύο πολυτελείς μονοκατοικίες στην Ελβετία, οι οποίες περιλαμβάνονταν και αυτές στην αρχική περιουσία του Χ. Κ., αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος πώλησε αυτές, προ της αμετάκλητης λύσης του γάμου, και συγκεκριμένα την μεν πρώτη, ήτοι αυτή των 1 11/2 δωματίων που βρίσκεται στην περιοχή Zollikon, την πώλησε στις 19.7.2002, αντί του ποσού των 2.700.000 ελβετικών φράγκων και τη δεύτερη, ήτοι αυτή των 81/2 δωματίων, που βρίσκεται στην περιοχή Herriberg, την πώλησε στις 7.1.2004, αντί του ποσού των 1.600.000 ελβετικών φράγκων.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι ολόκληρο το ως άνω τίμημα της αγοραπωλησίας των πιο πάνω δύο μονοκατοικιών σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος του τιμήματος καταβλήθηκε άμεσα, κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, προς εξόφληση χρεών αυτού προς τρίτους.

Συγκεκριμένα, από το συνολικό τίμημα των 2.700.000 ελβετικών φράγκων, που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της μονοκατοικίας στην περιοχή Zollikon, ποσό 1.200.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 320.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ποσό 1.180.000 ελβετικών φράγκων [(2.700.000 - (1.200.000 + 320.000)].

Ειδικότερα, ποσό 150.000 ελβ.φρ. καταβλήθηκαν από τον αγοραστή στον πωλητή ιδιωτικά με χωριστή απόδειξη, καθώς και το ποσό των 1.030.000 ελβ.φρ. κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας απευθείας σε λογαριασμό του πωλητή με αριθ. 1145-009.026 στην Zurcher Kantonaibank στη Ζυρίχη.

Εξάλλου, από το συνολικό τίμημα των 1.600.000 ελβετικών φράγκων, που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της έτερης μονοκατοικίας στην περιοχή Herriberg στην Ελβετία, ποσό 750.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράφει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 193.240 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ύψους 656.760 ελβετικών φράγκων [1.600.000 - (750.000 + 193.240)].

Ειδικότερα, 50.000 ελβ.φρ. καταβλήθηκαν από τον αγοραστή στον πωλητή ιδιωτικά + 606.760 ελβ.φρ. καταβλήθηκαν στον πωλητή με τραπεζικό έμβασμα με αξία (valeur) της ημέρας μεταβίβασης της κυριότητας. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα σε νόμιμη μετάφραση αγοραπωλητήρια συμβόλαια και τα αντίστοιχα τραπεζικά εμβάσματα.

Επομένως, στο Χ. Κ. και από τις δύο ως άνω αγοραπωλησίες περιήλθε το συνολικό ποσό των 1.836.760 ελβετικών φράγκων (1.180.000 + 656.760), το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε ότι σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (25.1.2005), αφού κανένα σχετικό στοιχείο δεν προσκομίζεται προς τούτο και το οποίο κατά το χρόνο αυτό, με βάση την ισχύουσα τότε ισοτιμία [1 ευρώ = 1,5460], αντιστοιχούσε σε 1.188.073 €.

Ενόψει αυτού, η τελική περιουσία του Χ. Κ., κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ανερχόταν, όπως και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 2.492.433,24 € (300.000 + 32.500 + 800.000 + 800.000 -309.200 + 80.000 + 789.133,24 ). Επομένως, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, η ως άνω τελική περιουσία του Χ.

Κ. ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 2.492.433,24 €, και συνεπώς ήταν μικρότερη της αρχικής περιουσίας αυτού, η οποία, αναγόμενης της αξίας αυτής στον ίδιο ως άνω κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 4.740.000 €, το οποίο ισχυρίσθηκε η ενάγουσα με την αγωγή της και συνομολογήθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε και από τις εναγόμενες.

Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας με το Χ. Κ. δεν επήλθε αύξηση της περιουσίας του τελευταίου, με αποτέλεσμα, εφόσον ελλείπει η βασική αυτή προϋπόθεση, να μην υφίσταται σχετική αξίωση της ενάγουσας κατ' αυτού κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου. Κατόπιν όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της.

Το παράβολο της έφεσης, που άσκησε η ενάγουσα πρέπει να της επιστραφεί, γιατί η έφεσή της έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 5332/2019 απόφαση, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους κατά ένα μέρος, γιατί κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης και, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, πρέπει να επιβληθεί στην ενάγουσα-εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, το υπόλοιπο μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων-εναγομένων κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 179 εδ.

β', 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 179 εδ. β' προστέθηκε με το Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 22-9-2011 και με αριθ. κατάθ. 162243/9216/2011 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης ποσού διακοσίων [200] ευρώ στην ενάγουσα-εκκαλούσα.

Καταδικάζει την ενάγουσα-εκκαλούσα στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγομένων-εφεσιβλήτων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων [4000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ