Legislator Case Law & Legislation
2076/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming court improperly evaluated evidence and accepted unproven facts.

Case Number 2076/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding her employment contract. The appellant argued the lower court ignored specific documents and accepted unproven claims about her qualifications without evidence. The court ruled that the lower court properly considered all evidence and that the appellant's arguments regarding the evaluation of documents and the admissibility of certain claims were legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561 παρ. 1; άρθρο 559 παρ. 10: The court's evaluation of evidence is final and not subject to re-evaluation on appeal unless the lower court ignored relevant documents or accepted unproven facts as true.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evaluation of evidence unproven facts lower court review administrative employment

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 10
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 8
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 179

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2076/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Ζ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Μαουσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Γκούμα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 457/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 543/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (ΚΠολΔ561 αρ.2), προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ενάγουσα εδώ αναιρεσείουσα, με την από 2-12-2014 (αρ. εκθ. καταθ.806/2014) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ιστορούσε ότι είναι διπλωματούχος χημικός μηχανικός, απόφοιτη του Ανωτάτου Χημικοτεχνολογικού Ινστιτούτου Σόφιας με αναγνώριση του τίτλου της αυτού από το ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α.

Ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1-9-2000 με σύμβαση διετούς διάρκειας ως εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ 12 - Μηχανικών με πλήρες ωράριο προκειμένου να εργασθεί ως καθηγήτρια Πληροφορικής στις τάξεις του Γυμνασίου και του Λυκείου αντίστοιχα, τα οποία διατηρεί η εναγομένη στη Λάρισα. Ότι η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε για άλλα τέσσερα (4) έτη και με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Ότι τον Ιούνιο του έτους 2010 ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης ανακίνησε ζήτημα περί μη νομίμου διορισμού της και απηύθυνε σχετικό ερώτημα στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας.

Ότι επ' αυτού εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΥΣΔΕ) Λάρισας, με τις οποίες κρίθηκε ότι ο διορισμός της είναι καθόλα νόμιμος. Ότι με την ... απόφαση του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας ανακλήθηκαν αναδρομικά οι αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις του δυνάμει των οποίων είχε διοριστεί η ενάγουσα.

Ότι επί ασκηθείσας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας αίτησης ακύρωσης της ενάγουσας κατά της ανωτέρω απόφασης ανάκλησης εκδόθηκε η 596/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (...). Ότι, παρά την επίδοση της εν λόγω απόφασης στην εναγομένη, αυτή χωρίς να έχει καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, αρνείται από τον Ιούνιο του έτους 2010 να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και να την συμπεριλάβει στα ωρολόγια προγράμματα της προκειμένου να διδάξει το μάθημα της πληροφορικής.

Ότι, λόγω της ανωτέρω παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, που έγινε γνωστή αφενός μεν στους συναδέλφους της και τους μαθητές της, αφετέρου δε στον κοινωνικό της περίγυρο, εθίγη η επαγγελματική της υπόσταση και υπέστη πλήγμα η προσωπικότητά της. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού πρωτοδίκως του αιτήματος του κεφαλαίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί ότι η συμπεριφορά της εναγομένης με την μη αποδοχή των προσφερόμενων από αυτή (ενάγουσα) υπηρεσιών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με την 596/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας και ότι είναι παράνομη η μη συμμόρφωσή της προς αυτή με την μη αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών εκ μέρους της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως εκπαιδευτικού κλάδου ΠΕ 12-Μηχανικών, με πλήρες ωράριο, για τη διδασκαλία του μαθήματος της Πληροφορικής, με την απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της να συμμορφωθεί στην εν λόγω υποχρέωση, καθώς και χρηματικής ποινής 50.000 ευρώ, και προσωπικής κράτησης διάρκειας δύο (2) μηνών σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 72.694,30 ευρώ, που αντιστοιχούν σε μισθούς υπερημερίας της ενάγουσας για τα διδακτικά έτη 2009-2010,2010-2011,2011-2012 και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 31-11-2014 νομιμοτόκως, ε) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης από την προπεριγραφείσα προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί να παραλείπει τέτοιου είδους προσβολές στο μέλλον και, τέλος, να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 457/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το ανωτέρω υπό στοιχείο β αίτημα αυτής και ως αβάσιμα κατ' ουσία τα λοιπά αιτήματα. Επί ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης της ενάγουσας εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη, 543/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφτηκε κατ' ουσίαν .

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ2/2019).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 718/2021, ΑΠ 1121/2021, ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 444/2021, ΑΠ 455/2020, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1611/2008).

3. Κατά το άρθρο 1 του ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαιδεύσεως και σχολικών οικοτροφείων", (Α 244), ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης εκπαιδεύσεως, τα οποία δεν ανήκουν στο Κράτος, αλλά ιδρύονται και συντηρούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον ίδιο νόμο.

Σε σχέση με το διδακτικό προσωπικό των ως άνω σχολείων, με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 682/1977 ορίζεται ότι αυτό πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται για το διδακτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων. Με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου θεσπίζεται επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, στην οποία εγγράφονται όσοι έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας (παρ.1) και περιλαμβάνει τρεις πίνακες (Α, Β και Γ), ανάλογα με την προϋπηρεσία των διδασκόντων ή επιθυμούντων να διδάξουν σε ιδιωτικά σχολεία.

Ειδικότερα για την εγγραφή στην Επετηρίδα Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών πτυχιούχων σχολών πανεπιστημίων της αλλοδαπής απαιτείται: 1) Βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας για την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του ξένου τίτλου σπουδών με πτυχίο της ημεδαπής (άρθρα 14 παρ. 9 του ν. 1566/1985 και 10 παρ.7 του ν. 2327/1995). 2.

Αντίγραφο απόλυσης από Ελληνικό εξατάξιο Γυμνάσιο ή Λύκειο. 3. Στην περίπτωση που κατέχουν απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της αλλοδαπής, πρέπει να υποβάλλουν επιπλέον και βεβαίωση για την άριστη γνώση και την άνετη χρήση της ελληνικής γλώσσας, ήτοι Πιστοποιητικό Ελληνομάθειας το οποίο χορηγείται από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας μετά από επιτυχή συμμετοχή στις εξετάσεις (άρθρο 10 του ν.2413/1996).

Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες αυτών μεταξύ των εγγεγραμμένων στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορίζεται από τον οικείο Επιθεωρητή με πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου, ο οποίος, κατά την επιλογή, δεν δεσμεύεται από τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα.

Στο επόμενο άρθρο 30 παρ.1 και 3 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι όσοι εκπαιδευτικοί διδάσκουν σε ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, υπηρετούν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου και ότι, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο τετραετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου.

Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων του Ν. 682/1977 συνάγεται ότι ο ιδιοκτήτης του ιδιωτικού σχολείου, στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος, επιλέγει το διδακτικό προσωπικό του εκπαιδευτηρίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το δικαίωμά του όμως αυτό υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου και σε διοικητικό έλεγχο νομιμότητας από τα όργανα του Υπουργείου Παιδείας Συγκεκριμένα, ο ιδιοκτήτης επιλέγει το διδακτικό προσωπικό μόνο μεταξύ των εκπαιδευτικών που είναι εγγεγραμμένοι στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, η οποία τηρείται στο Υπουργείο Παιδείας, οι δε προτεινόμενοι "διορίζονται" με πράξη του ασκούντος την κρατική εποπτεία οργάνου.

Η διοικητική αυτή πράξη έχει ως περιεχόμενο την έγκριση της καταρτιζόμενης μεταξύ του ιδιοκτήτη και του προσλαμβανόμενου εκπαιδευτικού συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που αρχικώς είναι ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια μπορεί να τραπεί σε αορίστου χρόνου, διατηρείται δε η ισχύς της πράξεως αυτής μέχρι την λήξη του συμβατικού χρόνου ή μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσεως με έναν από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 33 του νόμου τρόπους και πάλι με πράξη του ιδίου διοικητικού οργάνου (Ολ ΣΤΕ 2.114/2021, ΣτΕ622/2010, ΣΤΕ1998-9/2001, ΑΠ140/2016, ΑΠ1820/1999).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, κατά δε την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 και 5 του α.ν. 2545/1940 "περί ιδιωτικών σχολείων, φροντιστηρίων και οικοτροφείων" ουδείς δύναται να υπηρετεί ως μέλος του διδακτικού προσωπικού ιδιωτικού σχολείου αν δεν είναι εγγεγραμμένος εις την κατά τις διατάξεις του άνω νόμου κατ' έτος εκδιδομένη επετηρίδα και αν δε εγκριθεί η πρόσληψη από τον αρμόδιο επιθεωρητή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 ν.δ. 3855/1958, του ν. 651/1970 και 30 παρ.2 ν. 682/1977.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς προκύπτει ότι ο διορισμός εκπαιδευτικού από επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση των εργασιών ιδιωτικών εκπαιδευτικών και επομένως για το κύρος της συναπτόμενης συμβάσεως, η οποία σε περίπτωση έλλειψης των στοιχείων τούτων είναι άκυρη, και ο εργαζόμενος ιδιωτικός εκπαιδευτικός, χωρίς τις άνω προϋποθέσεις διατελεί σε απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω απολύσεως του, διότι και στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη "σχέση εργασίας" ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι τον χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημιώσεως διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως (ΑΠ667/2012, 1499/2007, 1255/2002).

Υπό τα διαλαμβανόμενα η ατομική διοικητική πράξη του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διορισμού μισθωτού εκπαιδευτικού σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο εκπαίδευσης φέρει εγκριτικό της μεταξύ του ιδιοκτήτη και του προσλαμβανόμενου εκπαιδευτικού συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η έγκριση αυτή ειδικώς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 943/1979) και δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της καταρτισθείσας ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας μεταξύ του εκπαιδευτικού και του ιδιοκτήτη του εκπαιδευτηρίου. 4.

Στο άρθρο 14 του ν.1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" (Α 167) ορίζεται ότι: 1. Το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανήκει στους εξής κλάδους κατά κατηγορίες(όπως μετονομάσθηκαν κατά το άρθρο16 παρ.17 του Ν.1586/1986): Κατηγορία ΠΕ:1.

κλάδος ΠΕ 1..., κλάδος ΠΕ 12 μηχανικών...2.. 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, μπορεί να ιδρύονται νέοι ή να χωρίζονται οι παραπάνω κλάδοι εκπαιδευτικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να συνιστώνται οι αναγκαίες θέσεις και να καθορίζονται τα προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό 8.

Τα προσόντα διορισμού του εκπαιδευτικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται κατά κλάδους ως εξής:α,..ιβ'κλάδος ΠΕ 12 μηχανικών :δίπλωμα τμήματος πολιτικών μηχανικών ή ..χημικών μηχανικών ή ...9..Για το διορισμό στις θέσεις άλλων κλάδων ΠΕ κατηγορίας (εκτός των ΠΕ 1 και ΠΕ2 ) αντί για πτυχίο της ημεδαπής γίνεται δεκτό ισότιμο και αντίστοιχο πτυχίο ομοταγούς ιδρύματος της αλλοδαπής εφόσον ο υποψήφιος έχει και απολυτήριο ελληνικού εξατάξιου γυμνασίου ή λυκείου.

Η προσθήκη στη διάταξη αυτή των λέξεων "και αντίστοιχο" εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.7 του ν.2327/1995. Ακολούθως, στο νόμο 2009/1992 "Εθνικό Σύστημα Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και άλλες διατάξεις", (Α 18) και στο άρθρο 30 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι "1. Ιδρύονται νέοι κλάδοι εκπαιδευτικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ως εξής "α Κλάδος ΠΕ19 πληροφορικής, πτυχιούχων ΑΕΙ.., β κλάδος ΠΕ20 πληροφορικής πτυχιούχων ΤΕΙ..

Τα προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό, καθώς και η σύσταση των θέσεων στους ανωτέρω κλάδους καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 14 του ν.1566/1985...". Κατ' εξουσιοδότηση της παρ.3 του άρθρου 14 του ν.1566/1984 εκδόθηκε το π.δ.118/1995 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού στους κλάδους ΠΕ 19 και ΠΕ 20 πληροφορικής εκπαιδευτικού προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων" (Α 75) στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι "Τα προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό σε θέσεις Εκπαιδευτικού προσωπικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων του κλάδου ΠΕ 19 πληροφορικής πτυχιούχων ΑΕΙ ορίζονται ως εξής α) πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος πληροφορικής ή...β)..γ)...δ) πτυχίο ΑΕΙ της ημεδαπής ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το ΔΙΚΑΤΣΑ και δεκαεξάμενη τουλάχιστον διδακτική εμπειρία στην πληροφορική που να αποκτήθηκε σε Δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με την ιδιότητα του αναπληρωτή ή του ωρομίσθιου καθηγητή ή με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και με δεκαοκτάωρη τουλάχιστον εβδομαδιαία διδασκαλία.

Περαιτέρω, στο νόμο 3194/2003, "Ρύθμιση Εκπαιδευτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις" (Α 267) στο άρθρο 1 ορίζεται ότι: 1. Για τα διδακτικά έτη 2003-2004 και 2004-2005, εφόσον δεν υπάρχουν υποψήφιοι που κατέχουν τα προσόντα του άρθρου 1 περίπτωση α` και του άρθρου 2 περίπτωση α` του Π.Δ. 118/1995 (ΦΕΚ75Α), προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί για τη διδασκαλία του μαθήματος της πληροφορικής, όσοι έχουν τα ακόλουθα προσόντα, ανεξάρτητα από το χρόνο απόκτησής τους, οι οποίοι κατατάσσονται σε πίνακες Δ` και Ε` ως εξής:

Πίνακας Δ` α)... β) Πτυχίο Πανεπιστημίου της ημεδαπής ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. και δεκαεξάμηνη ή μειωμένη διδακτική εμπειρία στην πληροφορική,που να αποκτήθηκε σε δημόσια σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με την ιδιότητα του αναπληρωτή ή του ωρομίσθιου εκπαιδευτικού. `Οσοι ανήκουν στην υποπερίπτωση αυτή κατατάσσονται σε επί μέρους υποπίνακα υπό στοιχεία Δ3.Τέλος,στο άρθρο 39 παρ.1παρ.β του ν.4115/2013 "Οργάνωση και λειτουργία Ιδρύματος Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης.... (Α 24) ορίζεται ότι β) Οι εκπαιδευτικοί που έχουν διδάξει, έως και τον Ιούνιο του 2012, το μάθημα της Πληροφορικής στην ιδιωτική εκπαίδευση κατά τη διάρκεια τεσσάρων τουλάχιστον σχολικών ετών, ανεξαρτήτως του βασικού τίτλου σπουδών στην ανωτάτη εκπαίδευση που διαθέτουν, και εφόσον κατά το χρόνο που δίδασκαν ήταν κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου στην Πληροφορική ή είχαν αποδεδειγμένα παρακολουθήσει σεμινάρια διδασκαλίας του μαθήματος της Πληροφορικής τα οποία είχαν διοργανωθεί από δημόσιους φορείς ή επιστημονικές ενώσεις εκπαιδευτικών, δικαιούνται να εγγραφούν στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στον κλάδο ΠΕ19.

Η προϋπηρεσία των εκπαιδευτικών του προηγούμενου εδαφίου λογίζεται ως διανυθείσα στον κλάδο ΠΕ19. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση για την πρόσληψη εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του κλάδου ΠΕ12 μηχανικών που κατέχουν πτυχίο αλλοδαπής είναι ότι το πτυχίο αυτό έχει αναγνωρισθεί από το ΔΙΚΑΤΣΑ και νυν ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αντίστοιχο με αυτά που απονέμουν τα ΑΕΙ της ημεδαπής.

Αντίθετα, για την πρόσληψη εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του κλάδου ΠΕ 19 πληροφορικής, ο οποίος προστέθηκε στους κλάδους εκπαιδευτικού προσωπικού το έτος 1992, με το πδ 118/1995 ορίστηκαν προσόντα διορισμού, εκτός των άλλων, η κατοχή πτυχίου ΑΕΙ της ημεδαπής ή αλλοδαπής αναγνωρισμένο από το ΔΙΚΑΤΣΑ και δεκαεξάμηνη τουλάχιστον διδακτική εμπειρία στην πληροφορική ενώ για τα σχολικά έτη 2003-2004 και 2004 - 2005 με το νόμο 3194/2003 προβλέφθηκε η δυνατότητα πρόσληψης προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων καθηγητών για τη διδασκαλία του μαθήματος της πληροφορικής με τα εκεί αναφερόμενα προσόντα ήτοι κατοχή πτυχίου πανεπιστημίου της ημεδαπής ή μειωμένη διδακτική εμπειρία στην πληροφορική.

Για τη ρύθμιση των ζητημάτων που είχαν προκύψει για όσους είχαν διδάξει, βάσει ειδικών προϋποθέσεων, το µάθηµα της Πληροφορικής στην ιδιωτική εκπαίδευση αποκλειστικά και µόνο έως και τον Ιούνιο του 2012 με βάση το ν.4115/2013 (άρθρο 39 παρ.1περ.β) επιτράπηκε να εγγραφούν στην επετηρίδα του κλάδου ΠΕ19 Πληροφορικής για πρόσληψη στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρόσληψης και διορισμού με βάση τις διατάξεις του π.δ. 118/1995, και του ν. 3194/2003 αφορούν πρόσληψη και διορισμό των εκπαιδευτικών στον κλάδο ΠΕ 19 πληροφορικής και όχι στους υπόλοιπους κλάδους, μεταξύ των οποίων και στον κλάδο ΠΕ 12 μηχανικών, για τους οποίους προϋποθέσεις πρόσληψης ήταν η κατοχή πτυχίου αναγνωρισμένου ως ισότιμου και αντίστοιχου με αυτά της ημεδαπής και εγγραφή στη επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών του κλάδου αυτού, που τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του υπουργείου παιδείας 5.

Το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα είναι κάτοχος διπλώματος Χημικού Μηχανικού, με ειδικότητα στην Τεχνολογία Ανόργανων Ουσιών του Ανώτατου Χημικοτεχνολογικού Ινστιτούτου της Σόφιας, το οποίο με την υπ' αριθμ. ...

πράξη του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) αναγνωρίστηκε ως δίπλωμα ισότιμο με τα απονεμόμενα από τα τμήματα Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.) και των Πολυτεχνικών Σχολών των Ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), όχι όμως και αντίστοιχο, με τη διευκρίνιση στην ως άνω πράξη ότι "Σπουδές αντίστοιχης ειδικότητας δεν υπάρχουν στα ελληνικά Α.Ε.Ι".¨Ότι η ενάγουσα μετά την κατά τα άνω αναγνώριση του πτυχίου της, δίδαξε Πληροφορική ως ωρομίσθια καθηγήτρια στο I.E.Κ.

Καρδίτσας το χειμερινό εξάμηνο του 1994 και εν συνεχεία ενεγράφη στη λίστα των αναπληρωτών καθηγητών και κατά τα σχολικά έτη 1998-1999 και 1999-2000 δίδαξε στη δημόσια εκπαίδευση, ως αναπληρώτρια, το μάθημα της Πληροφορικής. Ότι, ακολούθως, με την από 11.9.2000 αίτηση της, την οποία κατέθεσε στο 1° Γραφείο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.

Λάρισας και απηύθυνε προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ζήτησε την εγγραφή της στην επετηρίδα εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.Ότι επί της ανωτέρω αίτησης, η οποία δεν διαβιβάστηκε ποτέ στην αρμόδια για την τήρηση της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (Υ.ΠΑΙ.Θ.), εκδόθηκε από τον τότε Προϊστάμενο του 1ου Γραφείου Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας η με αριθμ.

πρωτ. Φ.Φ. ... βεβαίωση εγγραφής - από το ανεπίσημα τηρούμενο αρχείο του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας -της ενάγουσας στην επετηρίδα εκπαιδευτικών λειτουργών κλάδου ΠΕ12 για το σχολικό έτος 2000-2001.Ότι επακολούθησε η έκδοση των ..., ... και ... αποφάσεων του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, με τις οποίες αυτή διορίσθηκε ως πτυχιούχος κλάδου ΠΕ12, δυνάμει των οποίων δίδαξε το μάθημα της Πληροφορικής στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της εναγομένης με συμβάσεις διετίας (από 1.9.2000 έως και τη λήξη του σχολικού έτους 2001-2002), τετραετίας (από 1.9.2002 έως και 31.8.2006) και αορίστου χρόνου (από 1.9.2006), αντιστοίχως.

Ότι το Πάσχα του έτους 2010 η εναγομένη, σε επανέλεγχο των πιστοποιητικών της ενάγουσας, διαπίστωσε ότι στην υπ' αριθμ. πρωτ. ... πράξη του Προέδρου του Δ.Σ. του ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α. και ήδη Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. για την αναγνώριση του διπλώματος της ενάγουσας περιεχόταν η φράση "Σπουδές αντίστοιχης ειδικότητας δεν υπάρχουν στα ελληνικά Α.Ε.Ι ." και αιτήθηκε την παροχή πρόσθετων πληροφοριών στον ανωτέρω Οργανισμό.

Ότι ύστερα από τη διευκρινιστική απάντηση του τελευταίου, ότι η ενάγουσα "θεωρείται διπλωματούχος μηχανικός χωρίς συγκεκριμένη ειδικότητα" (αρ. πρωτ. ...), η εναγομένη υπέβαλε σχετικό ερώτημα προς τη Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας. Ότι η ανωτέρω Διεύθυνση, απαντώντας διευκρίνισε ότι "οι πτυχιούχοι των Σχολών Πανεπιστημίων της Αλλοδαπής, προκειμένου να έχουν δικαίωμα εγγραφής στη Δημόσια Εκπαίδευση - συνεπώς και εγγραφής στην Επετηρίδα Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών - απαιτείται να υποβάλλουν βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας για την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του ξένου τίτλου σπουδών του με το πτυχίο της ημεδαπής, καθώς και αντίγραφο απόλυσης από Ελληνικό εξατάξιο Γυμνάσιο ή Λύκειο ή βεβαίωση για την άριστη γνώση και την άνετη χρήση της ελληνικής γλώσσας" (...).

Ότι, κατόπιν τούτου, η εναγομένη αρνήθηκε την απασχόληση της ενάγουσας, εάν η τελευταία δεν προσκόμιζε τα ανωτέρω προαπαιτούμενα στοιχεία. Ότι παράλληλα η εναγομένη, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο, ζήτησε από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας (Δ.Δ.Ε.) να διευκρινίσει εάν η ενάγουσα "δύναται να είναι εγγεγραμμένη στην επετηρίδα των Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών με συγκεκριμένο κλάδο και ειδικότητα, ώστε να δικαιολογείται η θητεία της στο Γυμνάσιο - Λύκειο".

Ότι το ΠΥΣΔΕ Λάρισας, στο οποίο διαβιβάστηκε το έγγραφο, με τις ... και ... πράξεις του αποφάνθηκε ότι ο διορισμός της ενάγουσας είναι νόμιμος και εξακολουθεί να ισχύει. Ότι κατόπιν σχετικών ερωτημάτων της διοίκησης εκδόθηκαν οι 205/2011 και 122/2012 γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.),με τις οποίες, μεταξύ άλλων, το τελευταίο γνωμοδότησε ότι ο διορισμός της ενάγουσας είναι παράνομος και συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος για την έκδοση πράξης ανάκλησης.

Ότι, ακολούθως, ο Διευθυντής της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας, με την με αρ. πρωτ. ... πράξη του, ανακάλεσε τις με αρ. πρωτ. ..., ... και ... πράξεις διορισμού της ενάγουσας στα εκπαιδευτήρια της εναγομένης αναδρομικά και από το χρόνο της έκδοσης τους, με το αιτιολογικό ότι αυτές εκδόθηκαν παρά το νόμο και κατόπιν πλάνης της Διοίκησης περί τα πράγματα, λόγω έλλειψης αντιστοιχίας του πτυχίου της και μη εγγραφής της στην κεντρική επετηρίδα του Υπουργείου Παιδείας.

Επί ασκηθείσας κατ' αυτής αιτήσεως ακυρώσεως της ενάγουσας ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας εκδόθηκε η 596/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία το δικαστήριο κρίνοντας ότι, παρά την έλλειψη νομιμότητας του διορισμού της ενάγουσας, εφόσον με τη σύμπραξη της Διοίκησης, είχε δημιουργηθεί ευνοϊκή υπέρ της αιτούσας κατάσταση για υπέρμετρο χρόνο, χωρίς παράλληλα να της προσάπτεται ότι είχε μεσολαβήσει από αυτήν απατηλή ενέργεια, η ανατροπή της κατάστασης αυτής παρίσταται ως αδικαιολόγητη, ακύρωσε την ...

απόφαση του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας και επανέφερε σε ισχύ τα ανακληθέντα διοριστήρια της ενάγουσας. Ότι μετά ταύτα, ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας κοινοποίησε την εν λόγω απόφαση στην εναγομένη, ζητώντας της να συμπεριλάβει την ενάγουσα στα ωρολόγια προγράμματα της, προκειμένου να διδάξει, ως πτυχιούχος κλάδου ΠΕ12, το μάθημα της Πληροφορικής.

Ότι οι Σύλλογοι Διδασκόντων του Λυκείου και του Γυμνασίου της εναγομένης αρνήθηκαν εκ νέου να αναθέσουν το μάθημα της Πληροφορικής στην ενάγουσα, με την αιτιολογία ότι η τελευταία δεν διέθετε τα νόμιμα προσόντα και ότι η εναγομένη και μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν της ανωτέρω 596/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου αρνήθηκε να εντάξει την ενάγουσα στα ωρολόγια προγράμματα της προκειμένου να διδάξει το μάθημα της πληροφορικής Ότι η εναγομένη απευθύνθηκε στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης το οποίο με την ...

έκθεση ελέγχου του διαπίστωσε ότι το πτυχίο της ενάγουσας δεν είχε αναγνωρισθεί ως αντίστοιχο σχολής της ημεδαπής και ότι η ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμένη στη νόμιμη επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών που τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας. Ότι, περαιτέρω, δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι η ενάγουσα δεν είναι εγγεγραμμένη στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών που τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας που τη συνδέει με την εναγομένη να είναι άκυρη.

Ότι η εγγραφή της ενάγουσας στην επετηρίδα που τηρούνταν στο 1° Γραφείο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας δεν αναπληρώνει σε καμία περίπτωση την εγγραφή της στη νόμιμη επετηρίδα του Υπουργείου Παιδείας, ...Ότι η μη εγγραφή της στη νόμιμη επετηρίδα της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας ήταν γνωστή στην ενάγουσα από το 2000, αφού στη βεβαίωση που της χορηγήθηκε αναφέρονταν ρητά ότι ήταν εγγεγραμμένη στην επετηρίδα που τηρούνταν στο αρχείο του 1ου Γοαφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.

Λάρισας, ενώ η αίτηση απευθυνόταν στο Υπουργείο Παιδείας.Ότι σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν μερίμνησε για την εγγραφή της στην επετηρίδα του Υπουργείου Παιδείας. Ότι τι η με αριθμό ... πράξη του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας για το διορισμό της ενάγουσας, συνιστά ατομική διοικητική πράξη, η οποία φέρει εγκριτικό της ήδη καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας χαρακτήρα και δεν αποτελεί αναγκαίο όρο της σύμβασης εργασίας και ότι δε μπορεί - έστω και αν η νομιμότητα της (διοικητικής πράξης) έχει κριθεί από την 596/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας - να αναπληρώσει τον ελλείποντα όρο εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας με την εναγομένη, που είναι η εγγραφή της στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκαπιαδευτικών που τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.

Ότι, εξάλλου, η αναγραφή της ενάγουσας στην επετηρίδα εκπαιδευτικών που τηρείτο στο 1ο Γραφείο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας μπορεί να επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα, αναπληρώνοντας τη μη εγγραφή της στην επετηρίδα που τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, καθόσον η απαίτηση αυτή προκύπτει με σαφήνεια από το προαναφερόμενο άρθρο 28 του ν.682/1977.

Ότι, εφόσον ούτε η μη ανάκληση των μη νόμιμων διοριστηρίων της ενάγουσας από τη Διοίκηση καθιστά έγκυρη τη σύμβαση εργασίας με την εναγομένη αλλά ούτε και η έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας -που ακύρωσε την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.

Λάρισας και επανέφερε σε ισχύ τα προηγούμενα διοριστήρια - παράγει δεδικασμένο έναντι της εναγομένης για το επίμαχο ζήτημα της εγκυρότητας της ίδιας σύμβασης οι σχετικοί λόγοι της έφεσής της είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη ως εκπαιδευτικός, υπό την ιδιότητα της ως Μηχανικού ανήκουσας στον Κλάδο ΠΕ 12, για να παράσχει συναφείς με το γνωστικό της αντικείμενο διδακτικές υπηρεσίες.

Ότι η ενάγουσα, δοθέντος ότι αποφοίτησε από πανεπιστημιακό ίδρυμα της αλλοδαπής, για να ήταν νόμιμη η πρόσληψη της από την εναγομένη και συνακόλουθα και ο διορισμός της από τη Διοίκηση, θα έπρεπε, αφενός να έχει στην κατοχή της πτυχίο αναγνωρισμένο από το ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α, και ήδη Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., ως ισότιμο και αντίστοιχο με αυτά που απονέμουν τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής και αφετέρου να έχει εγγραφεί στην σχετική επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών του Υπουργείου Παιδείας.

Ότι η έλλειψη αντιστοιχίας των σπουδών της ενάγουσας στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας με τις ειδικότητες των Μηχανικών που διδάσκονται στα ελληνικά Α.Ε.Ι. διαπιστώθηκε τόσο με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... πράξη του Προέδρου του Δ.Σ. του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α., όσο και με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. Ότι ως εκ τούτου, η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να εγγραφεί στην επετηρίδα εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ 12, παρά μόνο στην επετηρίδα του κλάδου ΠΕ 19, λόγω της γνωστικής και εκπαιδευτικής εμπειρίας που είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει στον τομέα της Πληροφορικής, αλλά και των προ διαληφθεισών ελαστικών διατάξεων για τους διδάσκοντες του αντικειμένου αυτού.

Ότι, εφόσον η ενάγουσα δεν πληρούσε τις ανωτέρω προϋποθέσεις για την πρόσληψη της ως εκπαιδευτικού του κλάδου ΠΕ 12 (Μηχανικών), η παρά το νόμο πρόσληψη της από την εναγομένη πάσχει από ακυρότητα, η οποία δεν δύναται να αναπληρωθεί από την καταχώριση της στην ανεπίσημη επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών που ετηρείτο - χωρίς ενδελεχή έλεγχο των προϋποθέσεων - από τη Διεύθυνση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.

Λάρισας. Ότι η έλλειψη των απαιτούμενων από το νόμο τυπικών προσόντων για την εγγραφή της στη νόμιμη επετηρίδα καθηγητών μηχανικών του κλάδου ΠΕ 12 του Υπουργείου Παιδείας δεν έχει σήμερα αποκατασταθεί, καθώς δεν έχει κατορθώσει να πετύχει την αναγνώριση της αντιστοιχίας του πτυχίου της με αντίστοιχο ελληνικού Α.Ε.Ι.

Το γεγονός ότι όλα τα έτη που απασχολήθηκε από την εναγομένη δίδασκε το μάθημα της πληροφορικής δεν καθιστά έγκυρη την εξυπαρχής άκυρη σύμβαση εργασίας της, αλλά απλώς της δίνει το δικαίωμα εγγραφής στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ 19. Με τις παραδοχές αυτές και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμους τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους έφεσης της ενάγουσας, εδώ αναιρεσείουσας, καθώς και τον συναφή πέμπτο λόγο έφεσης της τελευταίας, με τον οποίο αυτή προέβαλε ότι ανεξαρτήτως της εγγραφής της στην οικεία επετηρίδα που τηρείτο στο Υπουργείο Παιδείας, η πρόσληψή της ήταν νόμιμη επειδή συνέτρεχαν στο πρόσωπό της τα προσόντα του άρθρου 1 του πδ 118/1995.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω στον αρ.3 και 4 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ν.682/1977 άρθρα 1, 24, 28, 29, 30, ν.1566/1985, άρθρο 14 αρ.9, α.ν. 2545/1940, άρθρα 25 και 28 και άρθρα 3 και 174ΑΚ, πδ 118/1995, άρθρο1, ν.2454/1997, άρθρο 12 παρ.2, ν.3194/2013 άρθρο 1, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου .Τούτο διότι με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, κατέληξε στο πόρισμα του περί ακυρότητας των συμβάσεων αυτών.

Ειδικότερα, δεχόμενο ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας εκπαιδευτικού και της αναιρεσίβλητης εργοδότριας καταρτίστηκαν συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, αρχικά διετίας από 1.9.2000, τετραετίας από 1-9-2002 έως 31-8-2006 και αορίστου χρόνου από 1-6-2006 ως πτυχιούχου κλάδου ΠΕ 12 για να διδάξει το μάθημα της πληροφορικής, ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν εγγεγραμένη στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών του άρθρου 25 του α.ν.2545/1940 και ότι για το λόγο αυτό ήταν άκυρες, και ότι οι ατομικές διοικητικές πράξεις περί διορισμού της φέρουν εγκριτικό της μεταξύ του ιδιοκτήτη και του προσλαμβανόμενου εκπαιδευτικού συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου και η έγκριση αυτή ειδικώς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της συμβάσεως, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επίσης, υπό τις αυτές παραδοχές, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε ως πτυχιούχος χημικός μηχανικός αλλοδαπής κλάδου ΠΕ 12 για να διδάξει το μάθημα της πληροφορικής και του αιτήματος της αγωγής (να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως εκπαιδευτικού κλάδου ΠΕ 12-Μηχανικών, με πλήρες ωράριο, για τη διδασκαλία του μαθήματος της Πληροφορικής) και δεν καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του πδ118/1995 (άρθρο 1 περ.β, ε) που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις πρόσληψης και διορισμού εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ19 (Πληροφορικής)ούτε αυτές του άρθρου 1 του ν.3194/2003, δεν παραβίασε τις τελευταίες αυτές διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ. 1του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος από τον αρ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την Δ2/12791/8-12-1998 εγκύκλιο της Γενικής Διεύθυνσης ΠΕ και ΔΕ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με θέμα "Πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών κλάδων ΠΕ19-20" είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Τούτο διότι κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι (ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 113/2017, ΑΠ 410/2010).

6. Στην παρ. 1 του άρθρου 50 του πδ 18/1989 "Κωδικοποίηση νόμων για το ΣΤΕ (Α' 8), που εφαρμόζεται ανάλογα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του νόμου 702/1977 και ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων, όταν δικάζουν αιτήσεις ακυρώσεως, ορίζεται ότι η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακύρωσης απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και συνεπάγεται τη νόμιμη κατάργησή της έναντι πάντων είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη, στη δε παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσης ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η από το Συμβούλιο της Επικρατείας έκδοση ακυρωτικής απόφασής (που είναι διαπλαστικού χαρακτήρα), έχει ως αποτέλεσμα ότι η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε λογίζεται ως ανύπαρκτη έναντι όλων, δηλ. για κάθε διοικούμενο, έστω και αν δεν έλαβε μέρος στη δίκη για την ακύρωση.

Δεδικασμένο, όμως, δημιουργείται μόνο μεταξύ των διαδίκων και μόνο για το διοικητικής φύσης ζήτημα που έλυσε κυρίως ή παρεμπιπτόντως το Συμβούλιο της Επικρατείας για να θεμελιώνει την κρίση του περί του ότι η διοικητική πράξη είναι άκυρη (ΟλΑΠ39/1988) (ΑΠ 228/2018, ΑΠ 12/2016Μ ΑΠ 1286/2011). Οι αποφάσεις όμως των διοικητικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου, που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια σύμφωνα, με τα άρθρα 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 20/2020, ΑΠ552/2002).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.. Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου.

Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι οι ατομικές διοικητικές πράξεις (διοριστήρια) του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν.

Λάρισας περί διορισμού της αναιρεσείουσας φέρουν εγκριτικό χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων ήδη καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου , ότι δεν αποτελούν αναγκαίο όρο της ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων εργοδότριας και μισθωτού και ακόμη, ότι ,παρά τη νομιμότητα αυτών (διοριστηρίων) μετά την έκδοση της 596/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας με την οποία ακυρώθηκε η πράξη ανάκλησης τους, δεν αναπληρώνεται η ακυρότητα της ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας μεταξύ εργαζομένης και εργοδότριας εταιρείας λόγω της μη εγγραφής της στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών που τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, ότι η προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, που ακύρωσε την ...

απόφαση του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.Λάρισας και επανέφερε σε ισχύ τα προηγούμενα διοριστήρια δεν παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων για την εγκυρότητα της ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας της με την εργοδότρια. Υπό τα διαλαμβανόμενα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, δεν διαλαμβάνεται αρνητική κρίση για το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας δηλαδή της ακύρωσης της πράξης ανάκλησης των διοριστηρίων και δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος για τη μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια, παρά το νόμο μη λήψης υπόψη δεδικασμένου, από τον αρ.16β του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (Ολ ΑΠ 1/2019, Ολ ΑΠ 2/2001).

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου του δεύτερου λόγου της έφεσής της με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την εσφαλμένη αξιολόγηση της 596/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με το λόγο αυτό δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα. "Ο τρίτος λόγος της έφεσης, που αναφέρεται στο σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να αξιολογήσει ορθά την 596/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς, όπως προεκτίθεται το ζήτημα εάν η ακύρωση της ...

ανακλητικής απόφασης του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.Λάρισας εδράζεται μόνο στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή και στην παράβαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη". Με βάση όμως αυτά, ο τρίτος λόγος της εφέσεως απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη επειδή κρίθηκε ότι το αποδιδόμενο σφάλμα δεν ασκεί επίδραση στη δίκη και ως εκ τούτου για λόγο που αφορά το έννομο συμφέρον προβολής του.

Παρέπεται ότι ο επικαλούμενος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος αυτό, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι προεχόντως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος. 7. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.

Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο(ΑΠ138/2020,ΑΠ914/2008,ΑΠ845/2009).

Ακόμη ως αίτηση δεν νοείται ισχυρισμός προς θεμελίωση ενστάσεων, αντενστάσεων (εκτός της ένστασης συμψηφισμού) και λοιπών ισχυρισμών που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, και επομένως με το να λάβει το Δικαστήριο υπόψη του ισχυρισμούς,ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1264/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 145/2014).

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι άφησε αδίκαστο το με τον έβδομο λόγο της εφέσεως της μεταβιβασθέν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγωγικό κεφάλαιο περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης . Από την παραδεκτώς επισκοπούμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με τον έβδομο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εδώ αναιρεσείουσα - ενάγουσα παραπονείτο για την κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη του σχετικού αγωγικού αιτήματός της δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα:

Ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι προϋποθέτει κατάφαση της παρανομίας, ως προϋπόθεση της σε βάρος της ενάγουσας τελεσθείσας αδικοπραξίας, πράγμα που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον έβδομο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε στο σύνολό του ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως κατ' ορθή νομική υπαγωγή από τον αρ.8 β του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος τέταρτος λόγος ,κατά το δεύτερο μέρος του ,με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 9α ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια με επίκληση ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα, κατ' επιτρεπτή νοηματική απόδοση, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, κρίνεται απαράδεκτος αφού ο παρών λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερευνήσει προβληθέντα ισχυρισμό - ένσταση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, ως αίτηση νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης όχι δε και το κατά το άρθ. 262 ΚΠολΔ αίτημα ενστάσεως .

8. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. (ΑΠ 672/2021,ΑΠ 88/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του για τα κρίσιμα ζητήματα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων των διετούς, τετραετούς και ακολούθως αορίστου χρόνου διάρκειας σύμβασης εργασίας και της ακυρότητάς τους συνεπεία μη εγγραφής της ενάγουσας εκπαιδευτικού στην τηρούμενη επετηρίδα στο Υπουργείο Παιδείας και ότι δεν υφίσταται αδικοπραξία σε βάρος της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και με ελεύθερη εκτίμηση διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι η αιτίαση ότι από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. 9.

Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 706/2020 ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1394/2006).

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις της αναιρεσείουσας ως εκπαιδευτικού κλάδου ΠΕ 12 μηχανικών, για να διδάξει το μάθημα της πληροφορικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι άκυρες λόγω της μη εγγραφής αυτής (αναιρεσείουσας) στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών ,η οποία τηρείται στο Υπουργείο Παιδείας, ότι δεν προέκυψε παράνομη συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου αδικοπραξία ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε μεταξύ άλλων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα ήτοι την 2.063/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας, τις αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, τη διαπιστωτική πράξη κατάταξης της αναιρεσείουσας σε βαθμό και ΜΚ (αρ.πρωτ....) Διευθυντή Β/θμιας Εκπαίδευσης Λάρισας και το από 13-9-2017 ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου Διευθυντή Β/θμιας Εκπαίδευσης Λάρισας , δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των στους λόγους της έφεσης ισχυρισμών της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.

Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.Επομένως,ο από τον αρ.11γ το άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

10. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 402/2019, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1720/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ειδικότερα δε α) τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης-εναγομένης ότι δεν γνώριζε σχετικά με την έλλειψη αντιστοιχίας του τίτλου της και β)τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης - εναγομένης σχετικά με τον λόγο που προκάλεσε τη διαδικασία επανελέγχου των δικαιολογητικών και των προσόντων της αναιρεσείουσας.

Όμως, οι παραπάνω επικαλούμενοι ισχυρισμοί,ο πρώτος των οποίων συνιστά χωρίς αυτοτέλεια αρνητικό ισχυρισμό και ο δεύτερος επιχείρημα της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρεται, και ως εκ τούτου υπό την επικαλούμενη παραβίαση, δεν θεμελιώνεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10.Επομένως,ο έβδομος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση .Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.(ΚΠολΔ179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-2-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 543/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ