Legislator Case Law & Legislation
2076/2018 AI generated

2076/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2076/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2076/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τυχόν ελλείψεις του αποδεικτικού, που αφορούν τα στοιχεία αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας και το επάγγελμα του μάρτυρα που προσλήφθηκε για την επίδοση με θυροκόλληση, επιφέρουν σχετική ακυρότητα της επίδοσης, η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί έγκαιρα (άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2076/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κιούρτζη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 291/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 222/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αρ. 3/1-12-2018 έκθεση αναιρέσεως της υπ' αρ. 291/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αρ. 801/2017αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοιν. Δ. (η προσβαλλόμενη καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 25-1-2018).

Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή και δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η σχετική προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ.

του ΚΠΔ. Διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠΔ, επέρχεται ακυρότητα της επίδοσης που εμποδίζει την κίνηση και συμπλήρωση της προθεσμίας για άσκηση της έφεσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, αν αυτός που ενεργεί την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου, όπου ασκεί το επάγγελμα του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους οι οποίοι, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο.

Επίσης, κατά την παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου άρθρου, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή ο θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου.

Σ' αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ΚΠΔ, για την επίδοση των άρθρων 155-158 του ΚΠΔ αυτός που την ενεργεί συντάσσει στον τόπο επίδοσης αποδεικτικό, στο οποίο πρέπει να σημειώνονται όλα τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σχετική παράγραφο και το οποίο υπογράφεται από αυτόν που επιδίδει το έγγραφο, από αυτόν που το παραλαμβάνει και από τον μάρτυρα που προσλήφθηκε για τη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση.

Τυχόν ελλείψεις του αποδεικτικού, που αφορούν τα στοιχεία αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας και το επάγγελμα του μάρτυρα που προσλήφθηκε για την επίδοση με θυροκόλληση, επιφέρουν σχετική ακυρότητα της επίδοσης, η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί έγκαιρα (άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ).

Ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη αναγραφή του ονόματος και του επωνύμου προσώπου, η οποία μπορεί να είναι απλή, περίπλοκη ή ελλειπτική (παράλειψη φθόγγων ή συλλαβών) σε βαθμό που να επιτρέπει τη διακρίβωση της ταυτότητας του υπογραφέα, και δεν αναπληρώνεται από μόνη τη μονογραφή, η οποία δεν έχει τέτοια (διακριβωτική) ικανότητα. (ΑΠ873/2016,1119/2005).

Επίσης, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, μεταξύ άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η δε σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί πλήττουν μόνο την κρίση που αφορά το απαράδεκτο.

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η έφεση κατηγορουμένου κατά ερήμην καταδικαστικής απόφασης είναι εκπρόθεσμη μόνο αν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση αυτής και παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία για άσκηση της έφεσης. Αντίθετα, αν η επίδοση είναι άκυρη, η σχετική προθεσμία δεν κινείται και η έφεση που ασκήθηκε κατά της ερήμην απόφασης είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή.

Το στοιχείο αυτό (εγκυρότητα επίδοσης) συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο για την αξιολόγηση του παραδεκτού της έφεσης. Ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας αλλά και για υπέρβαση εξουσίας, λόγου έφεσης που αφορά άκυρη επίδοση, παραδεκτά επισκοπεί το περιεχόμενο του αντίστοιχου αποδεικτικού, προκειμένου να αξιολογήσει την εγκυρότητα της επίδοσης και τη βασιμότητα του λόγου αναίρεσης.

Η δε απόφαση, που, παρά την ακυρότητα της επίδοσης, έκρινε εκπρόθεσμη την έφεση και την απέρριψε ως απαράδεκτη, υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση που απορρίπτει έφεση κατηγορουμένου κατά ερήμην καταδικαστικής απόφασης ως απαράδεκτη, επειδή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, έχει καταρχήν την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτή ο χρόνος νόμιμης επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, ο χρόνος άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του περιεχομένου αυτού και χωρίς μνεία των στοιχείων εγκυρότητας της επίδοσης κατά τα άρθρα 154 παρ. 1 και 2, 155 και 161 παρ. 1 του ΚΠΔ (Ολ.

ΑΠ 4/1995 και 6/1994). Όταν, όμως, με την έφεση αμφισβητείται το κύρος της επίδοσης για κάποιον νόμιμο λόγο και προβάλλεται από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο, άγνοια της επίδοσης και απώλεια της σχετικής προθεσμίας, επειδή ο κατηγορούμενος δεν αναζητήθηκε στον τόπο της κατοικίας του ή επειδή ήταν γνωστή η διαμονή του στη δικαστική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή επειδή το επιδοτήριο δεν φέρει την υπογραφή ή δεν αναγράφει τη διεύθυνση κατοικίας και το επάγγελμα του μάρτυρα που προσλήφθηκε για τη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση ή επειδή η επίδοση είναι άκυρη για άλλον νόμιμο λόγο, πρέπει επιπλέον να διαλαμβάνεται στην απόφαση πλήρης και σαφής αιτιολογία για την απορριπτική κρίση του προβαλλόμενου ισχυρισμού και να αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού και της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης.

Διαφορετικά, στοιχειοθετείται και ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο δε αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται στην ορθότητα της σχετικής εφετειακής κρίσης. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης η από 14-6-2017(με αρ.

καταθ. 152/2017) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης 801/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε ερήμην του, και τον καταδίκασε σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ, ημερησίως, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη με την υπ' αρ. 1230/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση.

Με την έφεση αυτή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τη βασιμότητα του λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι - κατά πιστή αντιγραφή-, "αγνοούσε την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, που επιδόθηκε σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που κατοικούσε, ήτοι στην οδό ... ενώ αυτός κατοικεί στην οδό ... και η επίδοση ήταν άκυρη καθόσον το αποδεικτικό επίδοσης φέρει μόνο μονογραφή και όχι υπογραφή του μάρτυρα θυροκόλλησης.

Άκυρο δε είναι και το κλητήριο θέσπισμα διότι δεν αναφέρει τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 324 ΚΠΔ δηλαδή δεν φέρει σφραγίδα της Εισαγγελίας. Οι ελλείψεις αυτές νομίμως προβάλλονται το πρώτον ως ειδικός λόγος εφέσεως". Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, απέρριψε τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς με το εξης σκεπτικό"0 κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην, με την υπ' αρ. 801/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.....

Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε την 13-7-2012, όπως προκύπτει από το από 13-7-2012 αποδεικτικό επίδοσης της ως άνω ερήμην αποφάσεως που συντάχθηκε από τον αστυφύλακα Κ. Σ., που υπηρετεί στο AT. Ρόδου, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως και βρίσκεται στη δικογραφία, το οποίο και φέρει τα πλήρη στοιχεία και του θυροκολλήσαντος αστυφύλακα και του παραστάντος μάρτυρα αστυνομικού Χ.

Χ., καθώς και τις μονογραφές αυτών, ενώ ο εκκαλών άσκησε την κρινόμενη έφεση του,με αρ. 152/2017 την 14-6-2017, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας . Ο εκκαλών δικαιολόγησε το εκπρόθεσμο της εφέσεως αναφέροντας και με τον προτεινόμενο μάρτυρα του, ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο ότι άσκησε εμπρόθεσμα την έφεση του, διότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκκαλούμενης απόφασης, αφού του επιδόθηκε σε άλλη διεύθυνση ...

Η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση οδός ... 47, προκύπτει από την από 1-12-2009 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο κατηγορουμένου, στην οποία αναγράφεται ως διεύθυνση κατοικίας η ως άνω διεύθυνση. Εξ άλλου οι λοιποί λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζει ότι είναι άκυρη η επίδοση λόγω μη αναγραφής όλων των στοιχείων του μάρτυρα, που παραβρέθηκε κατά την θυροκόλληση και ότι αυτή (επίδοση) δεν φέρει την υπογραφή του, αλλά μόνο την μονογραφή και ότι είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα - κατηγορητήριο που υπάρχει στη δικογραφία (καθόσον απώλεσε το κοινοποιηθέν σ' αυτόν) διότι δεν υπάρχει η σφραγίδα της Εισαγγελίας που εξέδωσε αυτό, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αυτοί έχουν αναγραφεί με παραπομπή στην οπίσθια σελίδα του σώματος της εφέσεως χωρίς να φέρουν ούτε ημερομηνία, αλλά ούτε και υπογραφές ούτε του εκκαλούντος ούτε του γραμματέα προς τον οποίο κατατέθηκαν, ούτε σφραγίδα του τελευταίου στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για τη διάγνωση της γνησιότητας της παραπομπής....".

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του από 13-7-2012 αποδεικτικού επιδόσεως του αστυφύλακα Κ. Σ. που υπηρετεί στο AT Ρόδου, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπ' αρ. 801/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε ερήμην το αναιρεσείοντος, επιδόθηκε με θυροκόλληση στην επί της οδού ...

αρ. 47 κατοικία του, παρουσία του μάρτυρα αστυνομικού, του AT Ρόδου Χ. Χ., χωρίς όμως υπογραφή τόσο του επιδόσαντος όσο και του μάρτυρα αλλά μόνο με μονογραφή, οπότε δεν διακριβώνονται οι ταυτότητες αμφοτέρων, (όνομα και επώνυμο),έστω και εν συνόψει, στοιχεία που κατά τον νόμο δεν καλύπτονται από το ότι αναγράφονται τα στοιχεία τους στην έκθεση επιδόσεως, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 161 ΚΠΔ, απαιτεί για την εγκυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως με θυροκόλληση την υπογραφή και όχι την μονογραφή του επιδόσαντος και του μάρτυρα που προσλήφθηκε για την θυροκόλληση αυτή, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η σύννομη ενέργεια .

Έτσι, η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, είναι άκυρη, η δε σχετική ακυρότητα δεν καλύφθηκε, αφού προβλήθηκε με ειδικό λόγο έφεσης και υποστηρίχτηκε κατά την εφετειακή δίκη. Η παραδοχή του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, στο σκεπτικό του, ότι ο λόγος που προβάλλει ο εκκαλών ότι στην έκθεση επιδόσεως υπάρχουν μόνο μονογραφές του επιδόσαντος και του προσληφθέντος κατά την επίδοση μάρτυρα και όχι οι υπογραφές τους, προτάθηκε με παραπομπή ανυπόγραφη από τον εκκαλούντα και τον γραμματέα που συνέταξε αυτήν, δεν παρεμποδίζει την έρευνα του αφού ο αναιρεσείων μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως με τον λόγο εφέσεως του και το δικαστήριο αυτεπάγγελτα για τον λόγο αυτόν επισκοπεί όλο το αποδεικτικό επιδόσεως κατά τα στοιχεία που πρέπει να διαλαμβάνει για το κύρος του.

Συνεπώς, η επίμαχη επίδοση θεωρείται σαν να μην έγινε και δεν επέφερε την έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Συνακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, κρίνοντας ότι είναι έγκυρη η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και απορρίπτοντας στη συνέχεια την από 14-6-2017 έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ, είναι βάσιμοι.

Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 β', 370 εδ. β', 511 και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, και μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναίρεσης, (άρθρ. 511 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003), οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη.

Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση που κήρυξε την έφεση απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), πρέπει ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης να είναι και κατ' ουσίαν βάσιμος, διότι, αν ορθώς κρίθηκε το ζήτημα του εκπροθέσμου της εφέσεως, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θα έχει καταστεί αμετάκλητη και άρα δεν θα μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή του αξιόποινου, παρά μόνο για παραγραφή της ποινής (Ολ.

ΑΠ 4/1995 και 5/1995). Έτσι, η αναίρεση της αποφάσεως συνεπάγεται και την παύση της ποινικής δίωξης από τον Άρειο Πάγο μόνον εφόσον κριθεί ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς. Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ως προαναφέρθηκε φέρεται τελεσθείσα κατά το χρονικό διάστημα από 8-8-2007 έως 27-10-2008.Το αξιόποινο, όμως, του παραπάνω εγκλήματος, που είναι πλημμέλημα, έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσης αυτού μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, (αλλά και το χρόνο της συζήτησης της) έχει παρέλθει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και της τριετούς αναστολής.

Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκε βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης και έγινε δεκτό ότι η έφεση κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας για να κριθεί το εμπρόθεσμο της έφεσης, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.

β' ΚΠΔ, να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθ. 3/1-2-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Και, ΠΑΥΕΙ οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Γ. Μ. του Π., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 8-8-2007 έως 27-10-2008, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της πρωτόδικης με αριθ.801/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ