2076/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:215/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1608/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-3-2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2076/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2076 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2076/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Κριεμάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Γεωργοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:215/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1608/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 20-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης της αίτησης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.
Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 1010/2009, 248/2009, 1492/2006, 1361/2005, 814/2005) και επομένως ένορκη βεβαίωση (ή κατάθεση) διαδίκου ή εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου εξακολουθεί να αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ανεπίτρεπτα λαμβάνεται υπόψη, όταν ο ενόρκως βεβαιών ήταν διάδικος κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν, στα πλαίσια της αυτής δίκης, καθόσον εξακολουθεί και τότε να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης αυτού, η έλλειψη δηλ.
αντικειμενικότητας αυτού κατά τον κρίσιμο εκείνον χρόνο. Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθ. 674 § 2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 715/2013, ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις προσκομισθείσες με επίκληση από το ήδη αναιρεσίβλητο "... υπ' αριθ. 22249 και 22250/5-6-2007 ένορκες βεβαιώσεις της ενώπιον της συμ/φου … Μ.
Λ. αντιστοίχως των Ε. Π., Γ. Ν., που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του ενάγοντα (βλ. την υπ'αριθ.18 και 19/31-5-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Β.), την υπ' αριθ. 22261/5-6-2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Λ. αντιστοίχως του Γ. Κ., που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του ενάγοντα, με γνωστοποίηση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από το Δικηγόρο του εναγομένου, καταχωρηθείσα στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, ότι θα εξετάσει μάρτυρα στις 12-6-2007 ενώπιον της ως άνω συμ/φου αποδείχτηκαν τα ακόλουθα γεγονότα:...".
Οι ανωτέρω εξετασθέντες ενόρκως όμως στα πλαίσια της πρωτόδικης δίκης κατά τον χρόνο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελούσαν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ήδη αναιρεσίβλητου εναγομένου, όπως οι ίδιοι κατέθεσαν στις ως άνω ληφθείσες υπόψη από το Εφετείο ένορκες βεβαιώσεις των και συγκεκριμένα ο Γ.
Ν. ήταν γενικός γραμματέας, η Ε. Π. μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο Γ. Κ. Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, η ιδιότητα δε των δύο τελευταίων προκύπτει επιπροσθέτως και από το υπ' αριθ.1642/10-4-2017 απόσπασμα πρακτικού της 1ης Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του εγγράφου αυτού.
Επομένως, το Εφετείο εφόσον έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα παρά την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση, όπως τούτο προκύπτει από τις παραδεκτά επισκοπούμενες προτάσεις του ενώπιον του εφετείου και τούτο ανεξαρτήτως του ότι δεν απαιτείται να έχει προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αν το σφάλμα του Δικαστηρίου προκύπτει από την ίδια την απόφαση (αρθ.562 παρ.2β ΚΠολΔ) (ΑΠ 745/2007), υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.1608/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Oκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ