Legislator Case Law & Legislation
2076/2010 AI generated

2076/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2076/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2076/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2076/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Λ. Π. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέππα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3768/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 861/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει του χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει όταν αυτή έγινε είτε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο όταν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη.

Νόθευση γνησίου εγγράφου συνιστά η αλλοίωση της εννοίας κατηρτισμένου ήδη εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία με την προσθήκη ή την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων ή αριθμών ή άλλων σημείων αυτού εν αγνοία του εκδότη του, έτσι ώστε το εν λόγω έγγραφο να εμφανίζει έννοια διαφορετική από εκείνη που ήθελε να αποτυπώσει σ'αυτό ο εκδότης του.

Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ως προερχόμενο από τρίτο πρόσωπο. Κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από έτερο πρόσωπο στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και δώσει σ'αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.

Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε υπηρεσία του δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ή κοινής ωφελείας προς παραπλάνηση του υπαλλήλου αυτού ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς του. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος στην περίπτωση της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτον περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση ή αποδοχή των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή μεταξύ των οποίων και τη γνώση του περί της πλαστότητος του εγγράφου και επίσης τον σκοπό του δράστη που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, αρκεί δε να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους.

Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου.

Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ή η παράλειψη αναφοράς και αξιολογικής συσχετίσεως κάθε αποδεικτικού μέσου με τα άλλα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε δε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 3768/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε (για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα) κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 24.5.2002 στην ... εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστού εγγράφου αποσκοπώντας με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα: Έκανε χρήση της υπ'αριθμ. ... άδειας οικοδομής, η οποία είχε χορηγηθεί από τη Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος … της Νομαρχίας … στο όνομα της συζύγου του (Μ.

Π.) τόσο για την ανοικοδόμηση νέων ισογείων ανεξάρτητων κατοικιών με υπόγειο όσο και για την επισκευή υπάρχοντος κτιρίου στην ως άνω περιοχή, η οποία ήταν πλαστογραφημένη ως προς τα ακόλουθα στοιχεία: α) στην τρίτη σελίδα της αα) υπό την ένδειξη "θεώρηση" είχε τεθεί αυθαίρετα το κείμενο "ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΠΑΕ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΟΠΕΡΑΤ/ΚΑΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ", ββ) υπό την ένδειξη "Απόδειξη καταθέσεως υπολοίπου της αμοιβής επίβλεψης" είχε τεθεί αυθαίρετα η φράση "ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΤΕΘΕΙ", γγ) είχε τεθεί αυθαίρετα ως ημεροχρονολογία "23.10.00" η σφραγίδα της παραπάνω υπηρεσίας και η ατομική σφραγίδα του υπαλλήλου της Ν.

Γ. καθώς και η υπογραφή του (ο οποίος υπάλληλος είχε διενεργήσει αυτοψία στην πιο πάνω οικοδομή), β) στην πρώτη σελίδα της είχε τεθεί αυθαίρετα, αα) σφραγίδα με την ένδειξη "θεωρείται για να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον Ν.1512/85 στη ΔΕΗ για ηλεκτροδότηση του κτίσματος της κατασκευής. … 3.10.2000 Ο αρμόδιος υπάλληλος", ββ) κάτω από το κείμενο αυτό η υπογραφή του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας …, όπως και σφραγίδα της ίδιας υπηρεσίας.

Με τα εν λόγω πλαστογραφημένα στοιχεία η επίδικη άδεια οικοδομής συγκέντρωνε τις νόμιμες προϋποθέσεις για οριστική ηλεκτροδότηση του κτίσματος, σύμφωνα με τον Ν.1512/1985, καταδείκνυε δε ότι είχε τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατέθεσε την πλαστογραφημένη αυτή άδεια στη ΔΕΗ …, με σκοπό να επιτύχει την ηλεκτροδότηση της επίμαχης οικοδομής, καθόσον ήδη είχαν συνταχθεί τρείς εκθέσεις αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής που παρακωλύουν την οριστική σύνδεση του εν λόγω κτίσματος με τη ΔΕΗ.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκποιήσεως του ακινήτου και ότι αυτός απλώς ενήργησε διαδικαστικές πράξεις κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος ως εργολάβος είχε μεταβιβάσει το επίδικο κτίσμα και προϋπέθετε η μεταβίβαση ηλεκτροδότηση από τη ΔΕΗ. Ακολούθως κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πλαστογραφίας με χρήση για την οποία είχε παραπεμφθεί, μόνον χρήσεως πλαστού εγγράφου που πλαστογραφήθηκε από άλλον και πρόκειται για διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό περιστατικών τα οποία αντικειμενικώς δεν διαφέρουν ουσιωδώς, δηλαδή για έγκλημα που πλήττει το ίδιο έννομο αγαθό της γνησιότητας εγγράφων ως προς την ιδιότητά τους να παριστάνουν γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες, και ειδικότερα του ότι:

στην ... στις 24.5.2002 εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα έκανε χρήση στελέχους της υπ'αριθ. ... αδείας οικοδομής που είχε χορηγηθεί από τη Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος … της Νομαρχίας … επ' ονόματι της συζύγου του Μ.

Π. για την ανέγερση νέων ισογείων ανεξαρτήτων κατοικιών με υπόγειο και για την επισκευή υπάρχοντος κτιρίου στην …, στη θέση … επί της οποίας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο είχε τεθεί α) στην τρίτη σελίδα αυτής, υπό την ένδειξη "ΘΕΩΡΗΣΗ" το ακόλουθο κείμενο "ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΠΑΕ., ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΟΠΕΡΑΤ/ΚΑΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ", υπό την ένδειξη δε "Απόδειξη καταθέσεως του υπολοίπου της αμοιβής επίβλεψης" τη φράση "ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΤΕΘΕΙ", στη συνέχεια δε είχε τεθεί ως ημεροχρονολογία "23.10.00", η σφραγίδα της ως άνω υπηρεσίας και ατομική σφραγίδα του υπαλλήλου της Ν.

Γ., ως και την υπογραφή του, κατ' απομίμησή της έτσι ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι ο ανωτέρω υπάλληλος είχε προβεί σε αυτοψία στην ως άνω οικοδομή και ότι είχε διαπιστώσει την κατασκευή του κτίσματος σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας, β) στην πρώτη σελίδα αυτής είχε τεθεί σφραγίδα με την ένδειξη "θεωρείται για να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον ν.1512/85 στη ΔΕΗ για ηλεκτροδότηση του κτίσματος της κατασκευής.

… 3.10.2000. Ο αρμόδιος υπάλληλος". Κάτω δε από το εν λόγω κείμενο είχε τεθεί υπογραφή του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας … ως και σφραγίδα της εν λόγω υπηρεσίας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα, έτσι ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για οριστική ηλεκτροδότηση του κτίσματος σύμφωνα με το ν.1512/85 και ότι είχε τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία.

Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έκανε χρήση εν γνώσει του της παραπάνω υπ' αυτού πλαστογραφηθείσας στα ως άνω σημεία αδείας καταθέτοντάς την στη ΔΕΗ … για να πετύχει να ηλεκτροδοτηθεί η οικοδομή, δεδομένου ότι είχαν συνταχθεί τρείς εκθέσεις αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής γι' αυτήν, που εμπόδισαν την οριστική σύνδεση του ακινήτου με τη ΔΕΗ.

Ακολούθως το Εφετείο κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποίαν ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών παρέθεσε σ'αυτήν την απαιτούμενη από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια η οποία έχει προεκτεθεί. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την εν λόγω κρίση του και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1, 2 Π.Κ.

που ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.

Με τις παραδοχές που περιέχονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογείται αφ'ενός η δυνατότητα της παραπλανήσεως με το πλαστογραφημένο αντίτυπο αυτής της οικοδομικής άδειας για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα ότι χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί παρά το ότι δεν συνέτρεχαν όσα ορίζονται στο άρθρο 9 του ν.1512/1985 για τη σύνδεση οικοδομών με τα δίκτυα κ.λ.π.

κατά την παράγραφο Ι του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 19 ν. 2242/1994, απαγορεύεται η σύνδεση κτισμάτων και εγκαταστάσεων για τις οποίες απαιτείται οικοδομική άδεια με κάθε είδους δίκτυα μεταξύ των οποίων και το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αν δεν προσκομιστεί στους αρμόδιους φορείς αντίγραφο της οικοδομικής άδειας επικυρωμένο από την αρχή που τη χορήγησε και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η οριστική σύνδεση των κτιρίων με τα παραπάνω δίκτυα πραγματοποιείται αφού γίνει η τελική αυτοψία που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε η οικοδομική άδεια και διαπιστωθεί ότι η οικοδομή κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες οπότε το κατά την προηγουμένη παράγραφο αντίγραφο πρέπει να φέρει την τελική θεώρηση από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και δεν επρόκειτο για κτίσματα που να είχαν νομιμοποιηθεί ή να εξαιρούνταν από την κατεδάφιση για να μην ισχύει η ως άνω απαγόρευση.

Αιτιολογείται αφ' ετέρου με τις άνω παραδοχές η γνώση του αναιρεσείοντος για την πλαστογράφηση υπό τη μορφή της νοθεύσεως του αντιτύπου της οικοδομικής άδειας που χρησιμοποίησε με την προσκόμισή της στην ΔΕΗ … για να ηλεκτροδοτηθούν κτίσματα από τα αναφερόμενα στην άδεια αυτήν και ήταν το γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δεν ήταν δε αναγκαίο να επήλθε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ούτε να αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου και άλλα περιστατικά σχετικά με τη γνώση του αυτή.

Με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της χρήσεως πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου για το οποίο είχε καταδικασθεί και πρωτοδίκως με την περιλαμβανόμενη στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη 85583/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και όχι του αυτοτελούς εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο στο οποίο η χρήση παύει να αποτελεί αυτοτελές έγκλημα και απορροφάται από το έγκλημα της πλαστογραφίας του οποίου αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση (άρθρο 216 παρ. 1β' Π.Κ.).

Σε παραδρομή του δικάσαντος Εφετείου οφείλεται η μη διαγραφή από το διατακτικό της αποφάσεως, στον πέμπτο στίχο πριν από το τέλος του κειμένου του, των λέξεων "υπ' αυτού" από τη φράση "Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έκανε χρήση εν γνώσει του της παραπάνω υπ' αυτού πλαστογραφηθείσης στα άνω σημεία αδείας".

Σε άλλα σημεία του κειμένου του διατακτικού προηγουμένως είχαν γίνει από το Εφετείο οι διορθώσεις και απαλείψεις του αρχικού κειμένου ώστε να αποδίδεται η έννοια της πράξεως της χρήσεως πλαστού για την οποία κήρυξε πράγματι ένοχον τον κατηγορούμενο. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται σε ελλείψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τους ισχυρισμούς του ως προς το εάν οι αλλοιώσεις και οι προσθήκες στο αντίτυπο της οικοδομικής αδείας που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως αφορούσαν σε πραγματικά περιστατικά που δεν διευκρινίζεται αν ήταν αληθή ή όχι όπως και εάν οι συμπληρώσεις και οι σφραγίδες και οι υπογραφές των υπαλλήλων της Πολεοδομίας … ετέθησαν ή όχι από τους φερομένους ως συντάκτες και υπογράφοντες αυτές αρμοδίους υπαλλήλους.

Παραπονείται επίσης ο αναιρεσείων για την παράθεση των στοιχείων του ατόμου από το οποίο είχαν τεθεί αυθαίρετα στο στέλεχος της άδειας οικοδομής που προσκομίσθηκε στη ΔΕΗ, καθώς και για τη μη παράθεση των στοιχείων του κατασκευαστή και του χρόνου που έγινε η ανέγερσή της, όπως και ποιες οριζόντιες ιδιοκτησίες από τις περιλαμβανόμενες σε κάθε μία από τις τέσσερις ανεγερθείσες ανεξάρτητες κατοικίες αφορούσαν οι αναφερόμενες ότι συντάχθηκαν εκθέσεις αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής για να ελεγχθεί αν συνέτρεχε σκοπός παραπλανήσεως με τη χρήση της αναφερόμενης άδειας και ποιο συγκεκριμένο κτίσμα μεταβίβασε ο ίδιος, καθώς και από ποιο στοιχείο αποδεικνυόταν ότι η μεταβίβαση αυτού προϋπέθετε την οριστική ηλεκτροδότηση από τη ΔΕΗ.

Σε σχέση με τις ανωτέρω αιτιάσεις παρατηρείται κατ' αρχήν ότι όσον αφορά το αυτοτελές έγκλημα της χρήσεως πλαστού για τη θεμελίωσή του δεν είναι αναγκαίο ο δράστης της πλαστογραφίας να είναι γνωστός στον δράστη της χρήσεως και επομένως δεν απαιτείται στην αιτιολογία της καταδικαστικής για τέτοια πράξη αποφάσεως να παρατίθενται τα στοιχεία του δράστη της πλαστογραφίας του εγγράφου που χρησιμοποίησε ο καταδικασθείς ως υπαίτιος της χρήσεως του πλαστού με σκοπό παραπλανήσεως άλλου για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες.

Εξάλλου το Εφετείο δέχθηκε ότι με το αντίτυπο της οικοδομικής αδείας που ήταν πλαστογραφημένο αυθαίρετα ως προς τα επιμέρους ως άνω στοιχεία και το οποίο προσκομίσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα και κατατέθηκε στο γραφείο ΔΕΗ … επιδιώχθηκε, κατά παραπλάνηση των υπαλλήλων της, η σύνδεση με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της αναφερόμενης στην άδεια αυτήν οικοδομής παρά το ότι ήδη είχαν συνταχθεί τρείς εκθέσεις αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και επομένως σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις δεν επιτρεπόταν να συνδεθούν τα κτίσματα και οι κατασκευές, για την ανέγερση των οποίων είχε εκδοθεί η ανωτέρω άδεια οικοδομής, ούτε προσωρινά ούτε οριστικά με το δίκτυο ηλεκτροδότησης παρά μόνο μετά την αποπεράτωση της οικοδομής και εφόσον προσκομιζόταν η σχετική οικοδομική άδεια θεωρημένη, κατόπιν αυτοψίας, από την Αρχή που την εξέδωσε.

Δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η κατατεθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα στην ως άνω υπηρεσία της ΔΕΗ άδεια οικοδομής έγινε για σύνδεση με το δίκτυο ηλεκτροδότησης μόνον ωρισμένων κρισμάτων από εκείνα που αφορούσε η εν λόγω άδεια ή αυτοτελών τμημάτων αυτών (οριζοντίων ιδιοκτησιών) μη αποπερατωθεισών μεγαλύτερων οικοδομών και για τα οποία να μην ίσχυε η απαγόρευση συνδέσεώς των με το δίκτυο της ΔΕΗ λόγω νομιμοποιήσεώς των ή εξαιρέσεώς των από την κατεδάφιση κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του ν.1512/1985.

Κατ' ακολουθίαν δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς της αξιοποίνου πράξεως για την οποία το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία της να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως τα ανωτέρω για τα οποία παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός των ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 218 παρ. 2-Ι Π.Κ.

παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν στην παράλειψη του δικαστηρίου να αναφέρει από ποιο αποδεικτικό μέσο προκύπτει αυτό που δέχθηκε σχετικά με το ότι η μεταβίβαση από αυτόν του επιδίκου κτίσματος προϋπέθετε την ηλεκτροδότησή του από τη ΔΕΗ παρά το ότι δεν προέκυπτε ούτε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ούτε από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως ούτε από το αναγνωσθέν ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως αλλά υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται με αυτές η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ', Ε' Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καταδικαζομένου του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.6.2010 δήλωση-αίτηση του Λ. Π. του Β. για αναίρεση της 3768/21.4.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ