Legislator Case Law & Legislation
2076/2007 AI generated

2076/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2076/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15185/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1138/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2076/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, που είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το έτος 1989, ανατέθηκαν το έτος 1991 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας ο εκ των κυρίων μετόχων Γεώργιος Μπακλατσίδης υπήρξε συμμαθητής και φίλος του, διάφορες υποθέσεις, αντί αμοιβής για κάθε μία από αυτές.

Keywords

AI generated
threshold value minority shareholder low pay minimum benefits pay policy excessive remuneration
AI generated
626/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
1812/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
863/2018
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
1516/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
1240/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2076/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Ευθυμιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΑΚΛΑΤΣΙΔΗΣ και Υιοί Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρισ. Καζάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15185/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1138/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνάγεται ότι η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται ως καταχρηστική και όταν ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δε θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, εις τρόπον ώστε η παρά ταύτα άσκησή του, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επάγεται δε επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ολ.ΑΠ 2101/1984).

Εξάλλου, το δικαίωμα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες στον εντολέα του με πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ισχύει, μεγαλύτερη νόμιμη μηνιαία αμοιβή του, υπόκειται, παρόλο ότι πηγάζει από την πιο πάνω διάταξη δημοσίας τάξεως, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε, και την καθορίζει, μεγαλύτερη, ζητά, παρόλα αυτά, από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση, μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της συμβάσεως και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημιά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, που είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το έτος 1989, ανατέθηκαν το έτος 1991 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας ο εκ των κυρίων μετόχων Γεώργιος Μπακλατσίδης υπήρξε συμμαθητής και φίλος του, διάφορες υποθέσεις, αντί αμοιβής για κάθε μία από αυτές.

Μεταξύ του ενάγοντος και του Γ. Μπακλατσίδη αλλά και του αδελφού του, επίσης κυρίου μετόχου της αναιρεσίβλητης, Παρασκευά Μπακλατσίδη, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, εξαιτίας και της οποίας το έτος 1993 προσλήφθηκε αυτός από την αναιρεσίβλητη ως δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής, και με τη συμφωνία ειδικότερα να αμείβεται αυτός για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του μόνο με πάγια μηνιαία αμοιβή, που ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 140.000 δρχ.

το οποίο αναπροσαρμόστηκε ακολούθως, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων και διαμορφώθηκε διαδοχικά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 30-6-2003, που έληξε με καταγγελία από τον αναιρεσείοντα η σύμβαση αυτή, στα ποσά των 233.200, 260.000, 270.000 δρχ., 850 και 900 ευρώ. Τα εν λόγω ποσά ήταν μικρότερα των οριζομένων από τις διατάξεις του άρθρου 92 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων κατωτάτων ορίων κατά 100.000 έως 150.000 δρχ.

μηνιαίως. Όμως, ο αναιρεσείων ελάμβανε από το 1993 έως το 2003 ήτοι επί δέκα έτη τα παραπάνω σημαντικώς κατώτερα των ελαχίστων νόμιμων αποδοχών του ποσά χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί προφορικώς ή εγγράφως ούτε να διεκδικήσει τις αποδοχές αυτές κατά οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι τον Ιούνιο του 2003, που για πρώτη φορά απαίτησε την καταβολή των νομίμων αποδοχών του, οπότε και παραιτήθηκε κατόπιν της αρνήσεως της αναιρεσίβλητης να ανταποκριθεί στην απαίτηση αυτή και ακολούθως άσκησε την ένδικη αγωγή με την οποία ζήτησε να του καταβληθεί η διαφορά μεταξύ των νομίμων αποδοχών του και των μικρότερων που του καταβλήθηκαν, ανερχομένης της διαφοράς αυτής για το επίδικο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών, στο συνολικό ποσό των 49.655,34 ευρώ.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να απαιτήσει τη διαφορά αυτή είναι καταχρηστική γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του ενόψει ειδικότερα του ότι: α) μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εκ των κυρίων μετόχων της αναιρεσίβλητης Γ.

Μπακλατσίδη, είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης λόγω της μακρόχρονης φιλίας τους, β) η αναιρεσίβλητη, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας δεν είχαν τις απαιτούμενες ειδικές νομικές γνώσεις, αγνοούσε ότι η νόμιμη, κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, αμοιβή του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν μεγαλύτερη από τη συμφωνηθείσα και καταβαλλόμενη, ο δε αναιρεσείων, που λόγω της ιδιότητάς του γνώριζε τη νόμιμη, ουδέποτε την ενημέρωσε για τις εν γένει υποχρεώσεις της από την ως άνω σύμβαση, γ) ο αναιρεσίβλητος επί δέκα (10) έτη εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και χωρίς καμία επιφύλαξη το (μικρότερο του νομίμου) ποσό της αμοιβής που κάθε φορά συμφωνούσαν και έτσι δημιούργησε σ' αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι η αμοιβή που συμφωνήθηκε είναι εκείνη που πράγματι οφείλει, ενώ διαφορετικά δε θα προσλάμβανε τον αναιρεσείοντα με σύμβαση έμμισθης εντολής κυρίως γιατί οι υποθέσεις της (δικαστικές και εξώδικες) ήταν ελάχιστες ( από την ίδια την αναιρεσίβλητη προσδιορίζονται οι δικαστικές υποθέσεις σε τέσσερις συνολικά και μάλιστα μικρής βαρύτητας), και η απασχόληση του αναιρεσείοντος ασήμαντη, που δεν δικαιολογούσε καταβολή επιπλέον αμοιβής και δ) η όλη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που, κατά τα παραπάνω, προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματός του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα των δέκα ετών που μεσολάβησε, δε δικαιολογεί, τώρα, τη μεταγενέστερη άσκησή του και η ανατροπή αυτής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε θα έχει δυσμενείς για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας επιπτώσεις γιατί θα της προκαλέσει απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη ζημία ύψους 50.000 ευρώ περίπου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και τον πρόσθετο λόγο αυτής, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν περιέχει αιτιολογίες, αλλιώς οι διαλαμβανόμενες είναι ανεπαρκείς, κατά το μέρος που με αυτήν γίνεται δεκτή η αναφερόμενη στο αιτούμενο με την αγωγή από τον αναιρεσείοντα κονδύλιο των ασφαλιστικών εισφορών, ένσταση της αναιρεσίβλητης περί μερικής καταβολής, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον, η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που, κατά τα προαναφερθέντα, έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ως προς το εν λόγω κεφάλαιο δεν πλήττεται επιτυχώς, αναφέρεται σε ολόκληρο το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτό και των ασφαλιστικών εισφορών.

Περιέχει δηλαδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο τούτο, επάλληλη μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται οι από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο γίνεται μόνο απλή αναφορά στους εν λόγω αριθμούς χωρίς να προσδιορίζεται η θεμελιούμενη σε κάθε ένα από αυτούς πλημμέλεια.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα: α) κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 932, 57, 59 ΑΚ και 63 παρ. 4 περ. α, 92 και 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση, β) κατά το μέρος που προσάπτεται στο Ε

φετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα πράγματα τα οποία, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω δικαστήριο, γ) κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του αυτού άρθρου πλημμέλεια, διότι γίνεται μόνο απλή αναφορά στον αριθμό αυτόν χωρίς οποιοδήποτε προσδιορισμό του σφάλματος και δ) κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, της έλλείψεως νόμιμης βάσεως, όσον αφορά την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής κατά το αίτημα της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1138/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ