Legislator Case Law & Legislation
2076/2006 AI generated

2076/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2076/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3424/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7221/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11 Απριλίου 2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2076/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η Α.Κ. 937 διότι αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2076 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2076/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μπονώρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3424/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7221/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11 Απριλίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 10 του ν. 489/1976 ορίζει, στη μεν παράγραφο 1 ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο (άρθρο 215 ΚΠολΔικ).

Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η Α.Κ. 937 διότι αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ..

Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ.

ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Ειδικά, με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής, η οποία αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Α.Κ. 261). Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (Α.Κ. 263). Σε περίπτωση άσκησης της αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (Α.Κ. 261α και ΚΠολΔικ 221 παρ. 3).

Εξάλλου, δεν απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής ο παθών να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό, ούτε ακόμη και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η μέλλουσα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και ο παθών γνωρίζει το σύνδεσμο αυτό.

Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνον αν η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική. Ο ζημιωθείς απαιτείται να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική του ζημία και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον τούτο συμβαίνει, η αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλά ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως, από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην τελευταία περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη. Πάντως η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο, δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α Α.Κ., που εφαρμόζεται και στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, προκύπτει, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία λόγω πρόκλησης παράνομης ζημίας, ήτοι σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζόμενων προσώπων για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε 20ετή αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.

Τούτο διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (έμμεσα) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, που ήταν αναγκαία για την έναρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Όμως η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 Α.Κ. προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Αυτό διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 Α.Κ., όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για επιδίκαση διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενέστερου χρόνου, για την οποία η παραγραφή, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (σχ.

Ολ. ΑΠ 38/1996, 40/1996, 23/1994, 24/2003). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον (εναγόμενο) προέβαλε τόσο πρωτόδικη με τις από 12-3-2003 προτάσεις στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, σε απόκρουση της από 28-6-2002 αγωγής του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα στις 29-10-1996 αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) για περαιτέρω αποζημίωσή του από διαφυγόντα εισοδήματα χρονικού διαστήματος 23-8-2001 μέχρι 23-6-2002, όσο και στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της από 29-12-2003 έφεσής του κατά της 3424/2003 πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε υποχρέωση καταβολής 90.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, ένσταση διετούς παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε, ότι το ατύχημα έγινε στις 29-10-1996, αντίγραφο της ένδικης αγωγής κοινοποιήθηκε σ΄ αυτό στις 8-7-2002, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν μεσολάβησε κάποιος νόμιμος λόγος αναστολής ή διακοπής της διετούς παραγραφής, κατά δε το χρόνο του ατυχήματος ήταν προβλεπτή η ένδικη αξίωση, πράγμα που αναφέρθηκε στην πρώτη από 26-10-1998 αγωγή αναιρεσίβλητου.

Επίσης υποστήριξε ότι: α) στην προγενέστερη αυτή αγωγή εκδόθηκε η 4689/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 9576/24-12-2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) αυτή έκρινε τελεσίδικα, ότι η πρώτη εκείνη αγωγή ήταν νόμιμη και εν μέρει μόνον βάσιμη κατ΄ ουσίαν, γι΄ αυτό και επιδίκασε αποζημίωση από απώλεια εισοδημάτων στο χρονικό διάστημα από 29-1-1997 έως 26-10-1998, ενώ για το μεταγενέστερο διάστημα από 29-10-1998 έως 24-7-2010 δέχτηκε ότι η αξίωση αυτή ήταν αβάσιμη κατ΄ ουσίαν και γ) από τις παραδοχές αυτές προέκυπτε δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά, που προτάθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, άρα η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε κάθε δε περίπτωση, αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι το αίτημα της πρώτης αγωγής για αποζημίωση στο χρονικό διάστημα από 29-10-1998 μέχρι 24-7-2010 έχει απορριφθεί για τυπικούς (μη ουσιαστικούς) λόγους, έπρεπε σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενόψει και του ότι η μεταγενέστερη ένδικη από 28-6-2002 (πανομοιότυπη με την πρώτη), ασκήθηκε στις 8-7-2002, δηλαδή μετά την παρέλευση της από το άρθρο 263 εδ.

β Α.Κ. εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 24-12-2001 της ως άνω 9576/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να οδηγήσει στην παραδοχή της ένστασης διετούς παραγραφής και στην απόρριψη της ένδικης αγωγής για την αιτία αυτή. Παρόλα αυτά, την ένσταση παραγραφής, που στηρίζεται στις πιο πάνω διατάξεις, καθώς και το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, απέρριψε το Εφετείο, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη 3424/2003 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την παρακάτω αιτιολογία : "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) την 29-10-1996 κατόπιν συγκρούσεως του δικύκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε με άγνωστο αυτοκίνητο, που οδηγούσε άγνωστος οδηγός, με προγενέστερη αγωγή (από 16-10-1998) αποζημιώσεως που άσκησε αυτός κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (αναιρεσείοντος) ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως για διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη κατά το χρονικό διάστημα από 29-1-1997 μέχρι 24-7-2001, συνεπεία της προκληθείσης από αυτοκινητικό ατύχημα σωματικής του βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4689/20-12-1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, απορριφθείσης της κατ΄ αυτής ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου με την 9576/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την άνω απόφαση έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η προγενέστερη κατά τα προαναφερόμενα αγωγή του και ήδη ενάγοντος η οποία καταστάσα τελεσίδικη έκρινε α) ότι το τροχαίο ατύχημα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος, προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου, ο οποίος παραμένει άγνωστος, β) την έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του, γ) ότι ο ενάγων υπέστη από το ατύχημα σωματική βλάβη η οποία διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι 28-10-1998 και αναγνώρισε, εκτός των άλλων, την υποχρέωση του εναγομένου ΕΚ προς καταβολή αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 29-1-1997 έως 28-10-1998, κρίνοντας πρόωρο το αίτημα για αποζημίωση του ενάγοντος κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι 24-7-2010 μέχρι του οποίου ζητούσε αποζημίωση ο ενάγων για την προαναφερόμενη αιτία.

Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου ΕΚ προς αποζημίωσή του για το χρονικό διάστημα από 23-8-2001 έως 23-6-2002 για την αυτή ως άνω αιτία, ήτοι για διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη. Η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου προς καταβολή στον ενάγοντα του εις αυτή αναφερομένου χρηματικού ποσού για την προαναφερόμενη αιτία.

Τούτο δε γιατί η επίδικη αξίωση του ενάγοντος, η οποία είναι σχετική με αυτή που στην ως άνω σκέψη αναφέρεται, δεν αποτελεί αξίωση περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών, αλλά πρόκειται για ενιαία αξίωση αποζημιώσεώς του λόγω στερήσεως των αποδοχών, από την εργασία του στο μέλλον και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή την οποία αυτή αυτός θα υποστεί εξαιτίας του αδικήματος, εφόσον δε η όλη αξίωσή του για την αιτία αυτή βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου α΄ του άρθρου 268 Α.Κ..

Επομένως ορθά απέρριψε στη συνέχεια τις περί διετούς και πενταετούς παραγραφής ενστάσεις του εναγομένου ΕΚ ως νόμω αβάσιμες. Πρέπει κατ΄ ακολουθία ν΄ απορριφθεί ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος της έφεσης του ΕΚ (δεύτερος λόγος), ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε α) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, 251 επ.

και 268 εδ. α Α.Κ., αφού με τις άνω παραδοχές η βεβαίωση της καθόλου αξίωσης με την 9576/2001 απόφαση του Εφετείου έλαβε χώρα στις 24-12-2001, το αίτημα της πρώτης αγωγής για διαφυγόντα κέρδη από 29-10-1998 μέχρι 24-7-2010 φέρεται να απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και η ένδικη (δεύτερη) αγωγή (πανομοιότυπη με την πρώτη) ασκήθηκε στις 8-7-2002, δηλαδή μετά την παρέλευση της από το άρθρο 263 εδ.

β Α.Κ. εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 24-12-2001 της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, άρα δεν ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ. α Α.Κ., προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή του δεύτερου μέρους της αξίωσης ως εικοσαετής, αφού η από το άρθρο 10 παρ. 2 του 489/1976 αρχική (διετής) παραγραφή είχε συμπληρωθεί στις 30-10-1998, χωρίς να συντρέξει κάποιος νόμιμος λόγος αναστολής ή διακοπής της διετούς παραγραφής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής για την περαιτέρω αποζημίωση του αναιρεσίβλητου από διαφυγόντα εισοδήματα χρονικού διαστήματος 23-8-2001 μέχρι 23-6-2002, δηλαδή για αξίωση που προέβλεψε ο παθών στην πρώτη από 26-10-1998 αγωγή του και β) με παράλειψη εφαρμογής, ενώ συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του νόμου για εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 251, 255, 261 και 263 Α.Κ.

Επίσης γ) διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του με τον ως άνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην πραγματικότητα δεν ερεύνησε στο σύνολό του το δεύτερο αυτό λόγο έφεσης, αλλά περιορίστηκε να απορρίψει αυτό ως αβάσιμο με την εντελώς ανεπαρκή και ασαφή ως άνω αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που έχουν εφαρμοστεί ή έπρεπε να εφαρμοστούν.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη, αν και έπρεπε, δεν έχει καμιά αιτιολογία στο θέμα του προβλέψιμου από την αρχή (δηλαδή από την άσκηση της πρώτης από 26-10-1998 αγωγής του αναιρεσίβλητου), ή μη της επίδικης αξίωσης (ζημίας από διαφυγόντα κέρδη στο διάστημα από 23-8-2001 μέχρι 23-6-2002). Ούτε περιέχει κάποια κρίση στο ζήτημα, αν μπορούσε και σε ποιά έκταση να προβλεφθεί από το χρόνο του ατυχήματος (29-10-1996) ή της πρώτης αγωγής (26-10-1998) η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του αναιρεσίβλητου ιατρού και η ζημία του από την απώλεια εισοδημάτων λόγω ολικής ισόβιας αναπηρίας του η οποία δεν του επέτρεπε να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Τέλος δεν κάνει λόγο και δεν απαντά στον ισχυρισμό - ουσιώδη λόγο της έφεσης, ότι η 9576/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 24-12-2001 και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της από το άρθρο 263 εδ. β Α.Κ. εξάμηνης προθεσμίας, γεγονός που έπρεπε να οδηγήσει στην παραδοχή της ως άνω ένστασης παραγραφής σε κάθε περίπτωση.

Συνακόλουθα το Εφετείο υπέπεσε στις αποδιδόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 (κατ΄ εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γι΄ αυτό και πρέπει ο λόγος αυτός, όπως παραδεκτά κατά τα ανωτέρω διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ από τον εισηγητή αρεοπαγίτη, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, στη συνέχεια δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7221/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ