Legislator Case Law & Legislation
2075/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that bank's admission was not judicial and did not affect case outcome.

Case Number 2075/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a banking dispute. The appellants argued that the bank's admission of facts regarding interest rates should have been considered a judicial confession, but the court found it was merely an argumentative statement without binding legal effect. Consequently, the court ruled that the admission did not alter the case outcome and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35, 62, 73, 313, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure; Judicial confession exists only when a party voluntarily admits a fact detrimental to themselves before the court, directly affecting the subject matter of the dispute, and is not established by mere argumentative statements or admissions made for the purpose of shifting liability.

Keywords

AI generated
judicial confession Code of Civil Procedure banking dispute appeal dismissal legal admission civil litigation burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35, 62, 73, 313, 556, 558 of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2075 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2075/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Π. Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Δ. του Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Π., κατοίκου ... και 4) Α. Δ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Βρίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κλαμαρή και Δημήτριο Τσιμπανούλη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις δύο από 5-3-2024 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2017 αγωγή του Π. Δ. του Θ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3661/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ', 556, 558 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ που, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, ασκείται από τους καθολικούς διαδόχους [κληρονόμους του αποβιώσαντος] ή αντίστοιχα απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού [ΑΠ 518/2023, ΑΠ 765/2021, ΑΠ 170/2019, ΑΠ 729/2019].

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 564 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αυτού ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 52 Ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του ιδίου νόμου, <<1. Αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. 2. Αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναίρεσης είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. 3. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. 4. Αν εκείνος που έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση πέθανε, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει μόνο από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους>>. Στην τελευταία περίπτωση για τους κληρονόμους τρέχει μόνον η γνήσια προθεσμία των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όχι όμως και η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δηλ. δια της επιδόσεως της απόφασης δεν αρχίζουν συγχρόνως δύο προθεσμίες, αλλά μόνον η προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών, ανάλογα με τον τόπο διαμονής του αναιρεσείοντος [ΑΠ 1635/2006].

Στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των: 1] Α. Δ. συζύγου Π., 2] Μ. Δ. του Π., 3]Γ. Δ. του Π. και 4] Α. Δ. του Π., υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος-εφεσιβλήτου Π. Δ. του Θ., κατά της υπ' αριθ. 238/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.

Από τα προσκομιζόμενα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα προκύπτει πράγματι ότι ο αρχικός διάδικος [ενάγων] Π. Δ. του Θ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών αναιρεσειουσών, απεβίωσε την 5-4-2022 [όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δ. Ε. Τροπαίων Γορτυνίας, δηλαδή μετά την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 17-1-2022 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις αναιρεσείουσες [όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ...-2022 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Γορτυνίας Αρκαδίας].

Επομένως σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκήθηκε στις 14-6-2022 ως άνω αίτηση αναίρεσης, από τους κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος Π. Δ. του Θ., και συνεπώς αυτή είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για τα παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1007/2019).

Υπαιτιότητα του υποχρέου υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου(ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 1406/2021). Οι ως άνω προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφή πταίσματος και ως μορφής παρανομίας(ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη "γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).

Τέλος στις διατάξεις του Ν. 1667 της 5/6.12.1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α` 196) ορίζονται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί. Κατά την παράγραφο 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει:

α , β......, γ , δ , ε , στ , ζ) Την μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργείας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (Α` 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περίπτωση ζ` προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α' 81/5.4.2013.

Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/ 1986), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013, ορίζει ότι "Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.

Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στον συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 1667/1986, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 4583/2018 (ΦΕΚ A 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός.

Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου του Ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.

Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με την ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2.

Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως:... "θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ` προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013) (παρ. 2).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 ΦΕΚ Α` 107/ 5.5.2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2013/36/ΕΕ, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με την μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον, α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ.

τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου Ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/ 2014).

Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ.

στ` και θ` του Ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξόφλησής τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις).

Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.

Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση ( ΑΠ 194/2025, ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: <<αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών>>. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 14/2015, ολΑΠ 7/2006, ολΑΠ 4/2005].

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται [ολΑΠ 8/2018].

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ολΑΠ 8/2008, ολΑΠ 15/2006]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019].

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη [ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: << Ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσίβλητος) ιδρύθηκε μετά την από 18 Αυγούστου 1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του, με μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, οπότε εγκρίθηκε το με την ίδια ημερομηνία καταστατικό του, που καταχωρήθηκε στις 20 Αυγούστου 1993 στο τηρούμενο στο Ειρηνοδικείο Χανίων Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών, με αριθμό μητρώου 1/1993.

Δυνάμει της υπ' αριθμ. 560/18.9.1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος", ο εναγόμενος έλαβε άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα και έκτοτε λειτουργεί ως τράπεζα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου Συνεταιρισμού επήλθαν τροποποιήσεις στο καταστατικό του, που εγκρίθηκαν με πράξεις του Ειρηνοδίκη Χανίων καθώς και από την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο εναγόμενος δε συνεταιρισμός διέπεται από τους νόμους 1667/1986, 2076/1992, 4141/2013 και 4261/2014. Ο ενάγων(ήδη αποβιώσας, όπως προαναφέρθηκε), Π. Δ. του Θ., ήταν 74 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, (2012-2013) απόφοιτος δημοτικού σχολείου, συνταξιούχος αρτοποιός, σύζυγος της Α. Δ. Ο ενάγων, γνώριζε επί σειρά ετών τον τότε Διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης (ενν.

τον εναγόμενο συνεταιρισμό) στο Περιστέρι Αττικής, Β. Τ., που γνώριζε την οικονομική κατάσταση του, καθώς ο ενάγων διενεργούσε μαζί του τις τραπεζικές εργασίες του, ως υπαλλήλου της τράπεζας FBB, στην οποία είχε κατατεθειμένα χρήματα, μετά δε τα προβλήματα που παρουσίασε η ανωτέρω τράπεζα, προσλήφθηκε από την εναγομένη.

Η έως τότε συνεργασία του με τον Β. Τ. περιορίζονταν στις τραπεζικές εργασίες κατάθεσης, ανάληψης και αποταμίευσης χρημάτων σε προθεσμιακές καταθέσεις, αφού ως άτομο ήταν συντηρητικό στις επενδυτικές του επιλογές, δεν επιδίωκε το αυξημένο κέρδος υπό συνθήκες κινδύνου, αλλά αρκούνταν σε ασφαλέστερες επιλογές με ανύπαρκτο κατά το δυνατόν κίνδυνο.

Ο ενάγων προσκομίζει μετ' επικλήσεως εγγράφως: α) την κίνηση από 1/1/2011 έως 21/1/2013 του λογαριασμού της τράπεζας FBB με αριθμό ..., β) την κίνηση από 1/1/2011 έως και 21/1/2013 του λογαριασμού της τράπεζας FBB με αριθμό ... και γ) την κίνηση από 29/7/2010 έως 6/12/2012 του λογαριασμού ταμιευτηρίου με αριθμό ... στην τράπεζα ATTICA Bank. Από τις ανωτέρω κινήσεις πέραν του ότι επιβεβαιώνεται το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος, παράλληλα αποδεικνύεται η εύλογη προσπάθεια και έγνοια του να αναζητά ευκαιρίες για κέρδος, έστω και οριακά ανώτερο από το αναμενόμενο με απλές προθεσμιακές καταθέσεις.

Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί αναντίρρητα ότι δεν θα προέβαινε και σε μία άλλη λύση πέραν των προθεσμιακών καταθέσεων, έστω και πιο σύνθετη, εφόσον βέβαια διασφαλίζονταν στην περίπτωση αυτή το μείζον γι' αυτόν, που είναι πάντα το κέρδος υπό συνθήκες ασφάλειας. Στις αρχές δε του έτους 2012, κρίνεται πασίδηλο κατ' άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι κυριαρχούσε έντονη φημολογία στην Ελλάδα για "κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων", με αποτέλεσμα οι προθεσμιακές καταθέσεις όχι μόνο να μην προτιμώνται από όσους είχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά οι περισσότεροι καταθέτες διέκοπταν ("έσπαγαν") τις προθεσμιακές καταθέσεις τους, αψηφώντας τις σχετικές ποινές, προκειμένου να κάνουν άλλου είδους τοποθετήσεις ή προκειμένου να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά ιδρύματα του εξωτερικού.

Το ιστορικό δε αυτό πλαίσιο κρίνεται ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην λήψη επενδυτικών αποφάσεων εκ μέρους του ενάγοντος, κατά τον επίδικο χρόνο.

Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 ο ενάγων, κάτοικος Περιστερίου Αττικής κλήθηκε τηλεφωνικώς από τον Διευθυντή του άνω υποκαταστήματος Περιστερίου, Β. Τ. να προσέλθει στο υποκατάστημα προκειμένου να τον ενημερώσει για τις δυνατότητες που είχε να μεταφέρει τα χρήματά του με ασφάλεια και αποδόσεις αντίστοιχες με αυτές της τράπεζας FBB στον εναγόμενο (Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων).

Η πληροφόρηση που του δόθηκε τόσο τηλεφωνικά όσο και κατά την επίσκεψή του στο υποκατάστημα του εναγομένου από τον ως άνω Β. Τσιώτα, ήταν ότι με την μεταφορά του συνόλου των οικογενειακών καταθέσεων που διατηρούσε ο ενάγων και η σύζυγός του σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα και το άνοιγμα του λογαριασμού "Χρυσή Κατάθεση" θα λαμβάνανε εξασφαλισμένη απόδοση ουσιωδώς μεγαλύτερη από τον ανταγωνισμό.

Ειδικότερα ο εναγόμενος είχε διαμορφώσει το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, αυτόνομα στην λειτουργία μεταξύ τους, τα οποία συνδυάζονταν όσον αφορά την καταβολή των αποδόσεων. Το εν λόγω πρόγραμμα είχε ένα κατεξοχήν καταθετικό σκέλος και ένα επενδυτικό διανομής μερίσματος συνεταιριστικών μερίδων.

Το καταθετικό σκέλος προσέφερε προνομιακά επιτόκια, αλλά με τον όρο της παράλληλης ένταξης στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων. Λειτουργούσε δε το εν λόγω σκέλος όπως όλοι οι καταθετικοί λογαριασμοί, με δυνατότητα για όλες τις τραπεζικές εργασίες, όπως ελεύθερες και απεριόριστες αναλήψεις. Κατά το επενδυτικό σκέλος, ο ενδιαφερόμενος ενέτασσε στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες που είτε είχε αποκτήσει οποιαδήποτε στιγμή, είτε συνηθέστερα, τις αγόραζε.

προ της ένταξης στο πρόγραμμα. Ο συμμετέχων συμφωνούσε στο συνολικό ποσό της επένδυσής του. Ακολούθως, το 90% του τοποθετούμενου κεφαλαίου θα ήταν μερίδες της εναγομένης, τις οποίες ο συμμετέχων είτε κατείχε είτε αγόραζε με νομικά και ουσιαστικά διακριτή αγορά προ της εντάξεώς του στο πρόγραμμα. Στην συνέχεια, ενέτασσε στο πρόγραμμα τις μερίδες ίσης αξίας με το 90% της ονομαστικής αξίας του προγράμματος και ακολούθως για το υπόλοιπο 10% έως την ονομαστική αξία του προγράμματος κατέθετε χρήματα στο ύψος αυτό.

Η αναλογία 90/10 ήταν σταθερή, οπότε ο κάθε ενδιαφερόμενος, αν επιθυμούσε να έχει μεγαλύτερο ποσό τοποθετούμενο σε καταθέσεις και αυξημένες αποδόσεις από το επιτόκιο καταθέσεων, θα έπρεπε αντιστοίχως να αυξάνει και το ποσό μερίδων που ενέτασσε (και προαγόραζε) ούτως ώστε να μπορεί να αυξήσει και το ποσό στον προνομιακό λογαριασμό.

Είναι προφανές ότι, σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" δεν ήταν ένα πρόγραμμα αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, αφού σκοπός του ήταν η ένταξη των μερίδων στο πρόγραμμα προς επωφελέστερη αξιοποίηση. Αν, βεβαίως, για λόγους εμπορικής πολιτικής του εναγομένου, κάθε ενδιαφερόμενος επέλεγε να αγοράσει μεγάλο αριθμό μερίδων από το δέλεαρ της δυνατότητας δευτερογενούς τοποθέτησης μεγαλύτερου ποσού στο καταθετικό τμήμα του λογαριασμού και κατά συνέπειαν για μεγαλύτερη απόδοση, αυτό αποτελούσε επιλογή δική του και σε κάθε περίπτωση η ένταξη των μερίδων στο πρόγραμμα δεν αποτελούσε τη νομική βάση για την απόκτηση αυτών.

Για τους ίδιους λόγους δε, η αποχώρηση από το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" δεν επηρέαζε την τύχη των μερίδων, που από συνθήκες ομαλής τραπεζικής λειτουργίας ήταν κατά την επίμαχη περίοδο ευχερώς ρευστοποιήσιμες, κατόπιν τηρήσεως των διατυπώσεων του νόμου και του καταστατικού της εναγομένης.

Περαιτέρω δε, βάσει του προγράμματος η εναγομένη αναλάμβανε έναντι του πελάτη-συνεταίρου, την υποχρέωση ως προς την συνολική απόδοση του προϊόντος. Υποσχόταν δηλαδή ότι η απόδοση του εν λόγω προγράμματος (που αποτελούνταν από μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που δικαιούνταν ο συνεταίρος, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής του στο πρόγραμμα και έως την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) θα είναι ίση προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο, σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον τύπο ή και στην ιστοσελίδα της, για τις προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναξης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή ανάλογα με την διάρκεια του προγράμματος.

Ο ενάγων δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει και λόγω και της μακροχρόνιας σχέσης εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με τον προαναφερόμενο Διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης αποφάσισε την εναπόθεση το σύνολο των αποταμιεύσεών του επί σαράντα και πλέον έτη σκληρής εργασίας στο εν λόγω πρόγραμμα.

Στις 6/12/2012 χρήματα ύψους 60.000 ευρώ από προθεσμιακή κατάθεση άλλης τράπεζας που μόλις είχε λήξει και ήταν στο όνομα της συζύγου του ενάγοντος στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό κλιμακωτού ταμιευτηρίου της εναγόμενης τράπεζας που ο ενάγων άνοιξε σε αυτήν με την σύζυγό του ως δικαιούχο και τον ίδιο ως συνδικαιούχο και ταυτοχρόνως την ίδια ημέρα εμφανίστηκε η σύζυγός του να ανοίγει τον ...

κοινό λογαριασμό με τον τίτλο "Χρυσή κατάθεση 2010" και υπέγραψε (η σύζυγος του ενάγοντος) την με αριθμό .../2012 σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή κατάθεση" με τον προαναφερόμενο Διευθυντή του υποκαταστήματος Περιστερίου και την υπάλληλο Α. Π. Αυθημερόν δε, μεταφέρθηκαν από τον ανωτέρω λογαριασμό ταμιευτηρίου ποσό 6.030 ευρώ, με την αιτιολογία "ανάληψη για χρυσή κατάθεση" και χρέωση ποσού 53.970 ευρώ με την αιτιολογία "εξόφληση 1.542 συνεταιριστικών μερίδων", μηδενίζοντας τον λογαριασμό ταμιευτηρίου.

Ακολούθως, τον επόμενο μήνα, στις 25/1/2013 ο ενάγων υπέγραψε "ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΥ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΩΝ" η οποία απευθυνόταν προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης τράπεζας, η οποία αίτηση έγινε δεκτή και καταρτίστηκε σχετικώς αυτοτελής δικαιοπραξία, κατά τις διατάξεις του Ν. 1667/1986 και του Καταστατικού της εναγομένης.

Η τελευταία εξέδωσε 12.085 συνεταιριστικές μερίδες και τις διέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος ενεγράφη στο Μητρώο Μελών της Τράπεζας και απέκτησε πρωτοτύπως τις εν λόγω συνεταιριστικές μερίδες καταβάλλοντας στην Τράπεζα ως αντίτιμο το συνολικό ποσό των (12.085 συνεταιριστικές μερίδες x 35 ευρώ που ήταν τότε η πραγματική αξία εκάστης συνεταιριστικής μερίδας=) 422.975 ευρώ.

Ο ενάγων στις 25/1/2013 υπέγραψε επίσης την με αριθμό .../2013 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή κατάθεση με τους ίδιους ως άνω προστηθέντες της εναγομένης (Διευθυντή και υπάλληλο). Ακολούθως, αυθημερόν μεταφέρθηκαν από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που ο ενάγων άνοιξε στην εναγομένη με τον ίδιο ως δικαιούχο και την σύζυγό του ως συνδικαιούχο και είχε καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 470.000 ευρώ, το ποσό των 47.025 ευρώ με την αιτιολογία "ανάληψη για χρυσή κατάθεση" και χρέωση ποσού 422.975 ευρώ, με την αιτιολογία "εξόφληση 12.085 συνεταιριστικών μερίδων", μηδενίζοντας τον λογαριασμό ταμιευτηρίου.

Σύμφωνα με τον όρο 2 παρ. 2 της από 25/1/2013 σύμβασης ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" που υπέγραψε ο ενάγων με την εναγομένη, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και, παράλληλα την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της σύμβασης.

Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. Οι αποδόσεις που αντιστοιχούν στο μέρος αυτό της επένδυσης κατά την οποία μειώνεται το πρόγραμμα θα καταβληθούν στον συνεταίρο, όπως ορίζεται για το πρόγραμμα γενικά με βάση την παρούσα και όχι κατά τον χρόνο μείωσης του κεφαλαίου επένδυσης....Κατά τον όρο 3 της εν λόγω σύμβασης "Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιοριστεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλειομένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.

Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11 αυτού). Σύμφωνα δε με τον όρο 4 της άνω σύμβασης "Η Τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω Πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε 470.000 ευρώ, θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το άρθρο 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού τόκοι χρυσής κατάθεσης), τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την Τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις) της Τράπεζας στον Τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της ...) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και 4 διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης προγράμματος και ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με την διάρκεια του προγράμματος...".

Κατά τον όρο 5 της άνω σύμβασης "Η Τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση ότι σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στον συνεταίρο τη διαφορά. Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος για τον υπολογισμό και την απόδοση στο συνεταίρο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, θα ισχύουν τα ακόλουθα:

α) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι ίση ή μικρότερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος στο συνεταίρο θα καταβληθεί το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα.... Το μέρισμα καταβάλλεται κατόπιν έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των Συνεταίρων της τράπεζας, όπως ο νόμος και το καταστατικό ορίζουν".

Από τους προαναφερόμενους όρους σαφώς προκύπτει ότι η εναγομένη ουδόλως υποσχόταν εγγυημένο κεφάλαιο, αλλά μόνο ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ήτοι σε περίπτωση που κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο ενάγων δεν είχε λάβει την συγκεκριμένη απόδοση από τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", επί τη βάσει των κανόνων του συνεταιριστικού δικαίου και του Καταστατικού της εναγομένης για την διανομή μερίσματος από τις συνεταιριστικές μερίδες, η τελευταία υποσχόταν να του καταβάλει την διαφορά, ώστε να λάβει ολόκληρη την εγγυημένη απόδοση, ενώ η εν λόγω σύμβαση δεν προέβλεπε ότι η εναγομένη υποχρεωνόταν να επιστρέψει στον ενάγοντα την αξία κτήσεως των συνεταιριστικών μερίδων κατά τη λύση της σύμβασης.

Ο ενάγων είχε ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα να ζητήσει την ρευστοποίηση και διαγραφή των συνεταιριστικών του μερίδων, το οποίο (δικαίωμα) απορρέει από το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν. 1667/1986 και το Καταστατικό της Τράπεζας (άρθρο 12).

Συνεπώς, ο ενάγων μπορούσε να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, σύμφωνα με τους όρους του Καταστατικού της εναγομένης, όπως μπορούσε οποιοσδήποτε συνεταίρος που δεν είχε εντάξει τις συνεταιριστικές μερίδες του στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση". Ως προς δε το μη επίδικο ποσό των 47.025 ευρώ που κατέθεσε στον καταθετικό λογαριασμό "Χρυσή Κατάθεση", ο ενάγων διατηρούσε την αξίωση που έχει οποιοσδήποτε καταθέτης χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό να ζητήσει την επιστροφή αυτών, από την σύμβαση κατάθεσης ως σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 ΑΚ). Ο κίνδυνος στο εν λόγω πρόγραμμα δεν θα προέρχονταν από το τοποθετούμενο κεφάλαιο στην επένδυση, ήτοι μερίδες της εναγομένης και χρήματα, αφού ούτε το ένα ούτε και το άλλο κινδύνευαν με απομείωση. Τόσο ο αριθμός των μερίδων που τοποθετούνταν σε αυτό όσο και το ποσό των καταθέσεων, παρέμεναν αναλλοίωτα καθ' όλη τη διάρκειά της, αφού ούτε το ένα ούτε και το άλλο κινδύνευαν με απομείωση. Ο κίνδυνος θα προέρχονταν από την εσωτερική υποτίμηση των μερίδων, γεγονός όμως το οποίο δεν θα μπορούσε να προκληθεί από την επίμαχη επενδυτική πρόταση του εναγομένου, αλλά από εξωγενείς παράγοντες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το επιτόκιο υπολογίζονταν επί όλου του κεφαλαίου αλλά επειδή στον καταθετικό λογαριασμό εντάσσονταν το 10% στις αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού αναφερόταν επιτόκιο δεκαπλάσιο αυτού, που αντιστοιχούσε στο ποσό της κατάθεσης ώστε έμμεσα να αποδοθούν στον πελάτη τόκοι για το σύνολο του κεφαλαίου της επένδυσης. Το πρόγραμμα αυτό ήταν αμοιβαία ωφέλιμο, τόσο για την εναγομένη όσο και για τους ενδιαφερόμενους. Ειδικότερα, η μεν εναγομένη στηριζόταν με κεφάλαια, ισχυροποιούσε την θέση της, βελτίωνε τους οικονομικούς δείκτες και εξασφάλιζε μία υγιέστατη λειτουργία για το μέλλον και προς όφελος των καταθετών της. Ως αντάλλαγμα δε, οι πελάτες απολάμβαναν πιο υψηλές αποδόσεις, σε σχέση με μία απλή προθεσμιακή κατάθεση αλλά και εξασφάλιζαν την διαθεσιμότητα των κεφαλαίων τους, οποιαδήποτε χρονική στιγμή επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, χωρίς ποινές πρόωρης ανάληψης που προβλέπονταν κατά την πρόωρη εξόφληση μιας απλή προθεσμιακής κατάθεσης. Το τελευταίο ήταν και ένα ισχυρό κίνητρο για τους πελάτες, οι οποίοι λόγω του ασταθούς οικονομικού κλίματος της εποχής, αναζητούσαν λύσεις που θα συνδύαζαν αποφυγή δέσμευσης κεφαλαίων σε λογαριασμούς καταθέσεων, όπως προαναφέρεται.

Περαιτέρω, τον Δεκέμβριο του έτους 2013, η εναγομένη αναγκάστηκε αιφνιδίως να καταργήσει την ισχύ του ανωτέρω προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" προκειμένου να συμμορφωθεί με τις επιταγές του Κανονισμού 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος ρύθμισε τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/2014, έτσι ώστε οι εκάστοτε συνεταιριστικές μερίδες των συνεταίρων που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα να μην συναρτώνται με την ελάχιστη εγγυημένη απόδοση καθώς επίσης να τεθούν περιορισμοί στην ελεύθερη ρευστοποίησή τους και το αντικατέστησε με ένα επενδυτικό προϊόν το "αποδίδω", καλώντας τους πελάτες της εγγράφως και προφορικά, μεταξύ δε αυτών και τον ενάγοντα και την σύζυγό του να αντικαταστήσουν υποχρεωτικά το πρόγραμμα που είχαν στο νέο προϊόν.

Έτσι, στις 9/12/2013 οι διάδικοι συμφώνησαν να λύσουν την σύμβαση "Χρυσή Επένδυση". Έκλεισαν αυθημερόν οι λογαριασμοί της "Χρυσής Επένδυσης" με αριθμό .../2012 της συζύγου του όσο και η .../2013 που αφορούσε στον ίδιο, τα αντίστοιχα ποσά κάθε λογαριασμού πιστώθηκαν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ήτοι 6.595,21 Ευρώ και 51.432,79 ευρώ αντιστοίχως, στον οποίο, κατόπιν και καταβολών των αποδόσεων τόκων υπήρχε πλέον υπόλοιπο λογαριασμού ποσού 77.976,24 Ευρώ και ακολούθως πειθόμενος στις υποσχέσεις της εναγομένης μέσω των προαναφερόμενων προστηθέντων υπαλλήλων της και τις συμβουλές του άνω Διευθυντή του υποκαταστήματός της, κατάρτισε στις 9/12/2013 νέα σύμβαση με άνοιγμα λογαριασμού με αριθμό ...

με την ονομασία "αποδίδω". Προηγουμένως, ο ενάγων, στις 9/12/2013, υπέγραψε και υπέβαλε προς την εναγομένη νέα αίτηση απόκτησης 786 συνεταιριστικών μερίδων, την οποία η τράπεζα απεδέχθη με αποτέλεσμα την κατάρτιση αυθημερόν αυτοτελούς δικαιοπραξίας με αντικείμενο την απόκτηση πρωτοτύπως συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα.

Η εναγομένη εξέδωσε 786 συνεταιριστικές μερίδες τις οποίες διέθεσε στον ενάγοντα, ο δε τελευταίος κατέβαλε της αξία τους, ήτοι (786 συνεταιριστικές μερίδες x 35 ευρώ εκάστη) 27.510 Ευρώ. Επιπλέον, στις 9/12/2013 ο ενάγων απέκτησε παραγώγως, ήτοι από μεταβίβαση από άλλο συνεταίρο και δη την σύζυγο αυτού 1.541 συνεταιριστικών μερίδων, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στην εναγομένη για αυτές.

Ειδικότερα, στις 9/12/2013 η σύζυγος του ενάγοντα, ως συνεταίρος, υπέβαλε γραπτώς "Αίτηση Μεταβίβασης Συνεταιριστικών Μερίδων" με την οποία αιτούνταν να μεταβιβαστούν 1.541 συνεταιριστικές μερίδες στον συνεταίρο και σύζυγό της κατ' άρθρα 10 παρ. 4 και 10 του Καταστατικού, με την έννοια της μεταφοράς των μερίδων αυτών στο Μητρώο Μελών από την μερίδα της μεταβιβάζουσας, στην μερίδα του αποκτώντος.

Η σύζυγος του ενάγοντος διατήρησε μία (1) συνεταιριστική μερίδα, προκειμένου να διατηρήσει την ιδιότητα του συνεταίρου. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων στις 9/12/2013, μετά την απόκτηση πρωτοτύπως 786 συνεταιριστικών μερίδων και παραγώγως 1.541 συνεταιριστικών μερίδων, κατείχε πλέον συνολικώς 14.412 συνεταιριστικές μερίδες, καθόσον είχε ήδη αποκτήσει 12.085 συνεταιριστικές μερίδες στις 25/1/2013.

Στις 9/12/2013 επίσης εκδόθηκε σχετικός ονομαστικός βεβαιωτικός τίτλος τον οποίο ο ενάγων παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ειδικός λογαριασμός κατάθεσης "αποδίδω", ήταν ένας λογαριασμός κατάθεσης χρημάτων που απευθυνόταν μόνο σε συνεταίρους της εναγομένης και παρείχε προνομιακό επιτόκιο.

Στην προκειμένη περίπτωση το συμφωνηθέν επιτόκιο έναρξης ανερχόταν στο ποσό των 46,875%. Αναφορικά με την συναφθείσα σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" μεταξύ των συμφωνηθέντων όρων προβλέπονταν τα εξής: α) κατά τον 1ο όρο, ο συνεταίρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό λογαριασμό "Αποδίδω" οι όροι του οποίου διέπονται από την παρούσα σύμβαση και τους όρους του ενημερωτικού φυλλαδίου λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", συμπληρωματικώς δε, από το Πλαίσιο Συνεργασίας Όρους Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών της Τράπεζας.

β) Κατά τον 2° όρο, βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε ένα ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "αποδίδω" αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, τέτοιες δε λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης.

γ) Κατά τον όρο 3 ως αξία των συνεταιριστικών λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιοριστεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας, και αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον λογαριασμό "Αποδίδω".

δ)

Κατά τον 4ο όρο, ο ειδικός λογαριασμός είναι έντοκος και το επιτόκιο καθορίστηκε σύμφωνα με την αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού, ήτοι το επιτόκιο πολλαπλασιαζόταν με τους εξής δύο συντελεστές i) με σταθερό συντελεστή 10 και ii) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης ανάλογα με την πραγματική διάρκεια που κυμαίνονταν από 1,20 έως 1,50.

ε) Κατά τον 5ο όρο, οι τόκοι θα αποδίδονταν σε κάθε ετήσια επέτειο της ημερομηνίας πραγματοποίησης της κατάθεσης, οι οποίοι κατά τον 6ο όρο θα γίνονταν με βάση το έτος 360 ημερών, στ) κατά τον 7ο όρο ο συνεταίρος δικαιούνταν να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, βάσει του αντίστοιχου συντελεστή κατά τα οριζόμενα στον υπ' αριθμ. 4 όρο και ζ) κατά τον 8ο όρο συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα είναι αορίστου χρόνου και ο συνέταιρος δικαιούταν να ζητήσει οποτεδήποτε με έγγραφη αίτησή του το κλείσιμο οποιουδήποτε λογαριασμού, ενώ αντίστοιχα η τράπεζα είχε το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικού λογαριασμούς κατόπιν προηγούμενης, προ 30 ημερών, έγγραφης προειδοποίησης.

Από το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω", προκύπτει ότι δεν έχει υπάρξει εκ μέρους της εναγομένης ανάληψη οιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσής της προς ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων που είχε ο ενάγων και προς απόδοση σε αυτόν του καταβληθέντος για την απόκτησή τους ποσού.

Παρομοίως οι όροι του "πλαίσιου Συνεργασίας - Όρων Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών της Τράπεζας, από τους οποίους διέπεται συμπληρωματικώς η σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω" (1ος όρος αυτής), διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές και δεν έχουν σχέση με την απόκτηση και την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.

Επομένως, το θέμα ρευστοποίησης των μερίδων ρυθμιζόταν αποκλειστικά από το διέπον τους συνεταιρισμούς δίκαιο (Ν. 1667/1986) και το καταστατικό της εναγομένης, όπως εκάστοτε ισχύει.

Εξάλλου στον από 9/12/2013 βεβαιωτικό τίτλο κτήσης μερίδων που είχε παραδοθεί στον ενάγοντα, στο κάτω μέρος αυτού αναγράφεται ότι "η διαδικασία απόκτησης και μεταβίβασης των δικαιωμάτων των συνεταιριστικών μερίδων καθορίζεται από το καταστατικό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων και τις διατάξεις του Ν. 1667/1986 Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις, όπως ισχύει".

Ειδικότερα κατά την σχετική διάταξη 12 του καταστατικού της εναγομένης : "1. Η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από το συνεταιρισμό, στους κληρονόμους και λοιπούς δικαιούχους των αποβιωσάντων συνεταίρων, στους παραμένοντες συνεταίρους (σε περίπτωση ρευστοποίησης προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων τους) και σε οποιουσδήποτε άλλους δικαιούχους σύμφωνα με το νόμο, της πραγματικής αξίας συνεταιριστικής μερίδας ή συνεταιριστικών μερίδων, και ειδικότερα, ανάλογα με την εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση καθενός της συγκεκριμένης πραγματικής αξίας την οποία δικαιούται καθένας από τους παραπάνω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του καταστατικού, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του καταστατικού, των οποίων η εφαρμογή συντρέχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ.

παρ. 4α του άρθρου 10), εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (δηλαδή του Δ.Σ. και της Γ.Σ.), όπως αυτή εξειδικεύεται παρακάτω και σε κάθε περίπτωση η ως άνω απόδοση και εξόφληση της πραγματικής αξίας συνεταιριστικής μερίδας ή συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, όπως ισχύουν και των σχετικών διατάξεων του παρόντος καταστατικού και ιδίως των διατάξεων του παρόντος άρθρου 12 του παρόντος καταστατικού, προκειμένου να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας".

Ο ενάγων, όρισε ως συνδικαιούχους στην παραπάνω σύμβαση (ως "προστασία" όπως του υπέδειξαν), την σύζυγό του Α. Δ. (αρ. πελ. ...), τα τέκνα του Δ. Α. (αρ. πελ. ...), Δ. Γ. (αρ. πελ. ...) και Δ. Μ. (αρ. πελ. ...) και την εγγονή του Κ. Η. του Γ. (αρ. πελ. ...). Ακολούθως, στις 9/12/2014, όταν κατατέθηκαν στον λογαριασμό με αριθμό ... οι τόκοι του άνω προγράμματος "αποδίδω" ποσού 20.321,30 Ευρώ, επικοινώνησε την ίδια ημέρα ο προαναφερόμενος Διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγομένης καλώντας τον στην τράπεζα, όπου και του συνέστησε να μεταφέρει τα χρήματα αυτά από τον απλό λογαριασμό ταμιευτηρίου σε μία νέα σύμβαση ειδικού καταθετικού λογαριασμού "αποδίδω".

Ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και συμβουλές του άνω Διευθυντή σε συνδυασμό και με τα ήδη επιτευχθέντα κατά τα ανωτέρω κέρδη του από τον εν λόγω καταθετικό λογαριασμό, στις 10/12/2014 υπέγραψε την με αριθμό ....2014 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού "αποδίδω" (με αριθμό λογαριασμού ...) καταθέτοντας σε αυτόν 1.820 Ευρώ.

Ο ενάγων, ενήργησε δυνάμει του όρου 2 της από 9/12/2013 σύμβασης "αποδίδω", ο οποίος προβλέπει ότι ο συνεταίρος μπορεί να ανοίξει έναν ή περισσότερους λογαριασμούς "αποδίδω". Επιπλέον, στις 10/12/2014 ο ενάγων απέκτησε πρωτοτύπως 520 συνεταιριστικές μερίδες καταβάλλοντας στην εναγομένη το ποσό των 18.200 Ευρώ. Το δε συμφωνηθέν επιτόκιο έναρξης στο κατατεθειμένο ποσό ανερχόταν στο 25,20%.

Περαιτέρω, στις 10/12/2015 ο ενάγων συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου της εναγομένης καταβάλλοντας το ποσό των 14.000 Ευρώ, λαμβάνοντας μετά την οριστικοποίηση της τιμής διάθεσης συνολικά 2.800 συνεταιριστικές μερίδες. Στην τελευταία δε αγορά συνεταιριστικών μερίδων ο ενάγων ομολογεί με την ένδικη αγωγή του και δη στη σελίδα 28 αυτής ότι προέβη συνειδητά και με απόλυτη γνώση ότι αποκτούσε συνεταιριστικές μερίδες της εναγομένης και με την ιδιότητα του συνεταίρου αυτής. Εκ της ομολογίας δε αυτής συνάγεται κατά τους κανόνες της λογικής και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας αφενός ότι ο ενάγων κατά την 10/12/2015 είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε ομοίως αποκτήσει συνεταιριστικές μερίδες στις 25/1/2013, 9/12/2013 και 10/12/2014 και αφετέρου ότι είχε μείνει ικανοποιημένος από την απόδοση τούτων σε κεφάλαιο αντιστοιχούντων τόκων.

Περαιτέρω, το πρώτο εξάμηνο του 2015 λόγω κυρίως της σημαντικής εκροής των καταθέσεων και της αύξησης της καθυστέρησης των απαιτήσεων από χορηγήσεις, αυξήθηκε υπέρμετρα ο κίνδυνος ρευστότητας για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα, ο οποίος επηρεάστηκε αρνητικά στο σύνολό του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες και συγκεκριμένα η εναγομένη να έχουν στραφεί ξανά στον Έκτακτο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA) για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών χρηματοδότησης.

Μάλιστα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης κρίθηκε ότι υπολείπεται του ελάχιστου ορίου που έθετε το εποπτικό πλαίσιο της ΤτΕ , αλλά παράλληλα εκτιμήθηκε ότι σύμφωνα με το Επιχειρηματικό Σχέδιο της τελευταίας για τα έτη 2015-2016 που έχει υποβληθεί στην ΤτΕ, ο δείκτης πρόκειται να καλυφθεί με μέτρα που έχουν σχεδιαστεί και αφορούν ανάμεσα σε άλλα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Εντούτοις, επισημάνθηκε στην έκθεση ότι η εναγομένη διατηρούσε ακόμη σημαντικά αποθέματα ρευστότητας για να ανταποκριθεί στις τότε δυσμενείς συνθήκες. Μάλιστα, το έλλειμα της κεφαλαιακής επάρκειας οφειλόταν αποκλειστικά λόγω συμμετοχών σε εταιρείες εσωτερικού καθώς και σε μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών που δεν αποτιμήθηκαν στη συνολικά χαμηλότερη τιμή μεταξύ της αξίας κτήσης τους και της τρέχουσας τιμής τους, στην σχηματισθείσα πρόβλεψη για τυχόν απώλεια επισφαλών απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων, ποσού 48.100.000 Ευρώ περίπου, που υπολείπεται κατά τη γνώμη του ορκωτού ελεγκτή, κατά 56.000.000 Ευρώ και στο ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις της εναγομένης από τις φορολογικές αρχές για χρήσεις 2009-2014 δεν έχουν οριστικοποιηθεί κατόπιν ελέγχου.

Υπό το έκτακτο αυτό καθεστώς απρόβλεπτης και γενικευμένης ανασφάλειας, η εναγομένη περί τον Μάιο 2015 και για την προστασία του συνόλου των συνεταίρων και καταθετών, αποφάσισε νομίμως με την με αριθμό ....2015 απόφαση του ΔΣ αυτής, να περιορίσει αρχικά και να μην ικανοποιεί έπειτα για κάποιο διάστημα αιτήματα ρευστοποίησης.

Η διαδικασία αυτή, της προσωρινής παύσης ικανοποίησης των αιτημάτων ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων ήταν απολύτως νόμιμη, και ασκήθηκε στο πλαίσιο της σχετικής ευχέρειας του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που προβλέπεται από: α) το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, που προστέθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, κατά το οποίο η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους και β) σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, κατά το οποίο η απόδοση στον συνεταίρο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας.

Επισημαίνεται δε ότι κατά το άρθρο 149 του Ν. 4261/2014, ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 831/7.6.2015 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, η ίδια αναφέρει ότι δεν μπορεί να κάνει δεκτό κανένα αίτημα εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων διότι τούτο θα έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας (εναγομένης) κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο κατά το άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

Το γεγονός δε ότι οι ενέργειες αυτές ήταν νόμιμες επιβεβαίωσε εκ των υστέρων και η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ. 1576/23.12.2015 επιστολή της, όπου ρητά μνημονευόταν ότι η εναγομένη δεν θα προβεί σε καμία ρευστοποίηση μερίδων μέχρι τη δημιουργία επαρκούς κεφαλαιακού πλεονάσματος, πέραν του ελάχιστου, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, τονίστηκε ότι για να υπάρχει ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, πρέπει να προηγηθεί γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την σκοπούμενη αποδοχή σχετικής αίτησης και ρευστοποίησης, προκειμένου να ελεγχθεί μεταξύ άλλων, η συνδρομή και των προϋποθέσεων του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014.

Ακολούθως, την 28/6/2015, ημέρα Κυριακή, δυνάμει της από Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α 65) κηρύχθηκε τραπεζική αργία για περιορισμένο αρχικά διάστημα και ακολούθως αυτή η αργία επεκτάθηκε χρονικά. Στα πλαίσια αυτά τον Μάρτιο του 2016 η εναγομένη αποφάσισε να αποσύρει τον λογαριασμό "αποδίδω" και να λύσει όλες τις συμβάσεις "αποδίδω" είτε συναινετικά (με συμφωνία) με τους πελάτες-συνεταίρους της είτε με καταγγελία της συμβάσεως κατά τους όρους της.

Ειδικότερα, τον Μάρτιο του 2016 ο ενάγων έλαβε την με αριθμό πρωτοκόλλου ....2016 εξώδικη επιστολή της εναγομένης, με αντικείμενο το κλείσιμο των δύο ενεργών μέχρι τότε λογαριασμών του "αποδίδω". Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως εξής: "Η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων ολοκλήρωσε επιτυχώς την ανακεφαλαιοποίησή της τον περασμένο Δεκέμβριο, αντλώντας από την αγορά και τους συνεταίρους της 21.516.362 Ευρώ.

Έχοντας υπερκαλύψει τις κεφαλαιακές της ανάγκες, ενδυναμωμένη και με επαρκή ίδια κεφάλαια μπορεί λοιπόν να ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον. Όμως οι δραματικές εξελίξεις στο παγκόσμιο και ελληνικό τραπεζικό περιβάλλον τα τελευταία έτη και η παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας της χώρας μας δεν ήταν δυνατό να αφήσουν ανέγγιχτη και την τράπεζά μας, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά δεδομένα και την καθαρή της θέση, αναγκάστηκε, ενόψει και της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να μειώσει την ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας, και θα πρέπει να αναπροσαρμόσει στα νέα δεδομένα και την πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας.

Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν, έστω και έμμεσα, την επιτοκιακή πολιτική και τα καταθετικά της προϊόντα. Για τον λόγο αυτό, η Τράπεζά μας σύντομα θα πρέπει να αποσύρει τον Ειδικό Λογαριασμό Κατάθεσης "Αποδίδω" (εφεξής: η "Σύμβαση"). Στο πλαίσιο αυτό έχει ανοιχτεί ο υπ' αριθμ. Χ Ειδικός Λογαριασμός σας "Αποδίδω", με συνδικαιούχους τους -, το σημερινό υπόλοιπο του οποίου σήμερα είναι Χ Ευρώ.

Κατά τον όρο 8 της μεταξύ μας Σύμβασης η διάρκειά της, καθώς και των οικείων λογαριασμών που τηρούνται σύμφωνα με αυτή, είναι αορίστου χρόνου και η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" κατόπιν έγγραφης προειδοποίησής της, 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών.

Κάνοντας χρήση του όρου αυτού, σας ενημερώνουμε ότι ο παραπάνω ειδικός λογαριασμός κατάθεση "Αποδίδω" θα κλείσει εντός 30 ημερών από την παραλαβή της παρούσας και κατά συνέπεια θα λυθεί η μεταξύ μας υφιστάμενη Σύμβαση. Η τράπεζά μας, ως ανταμοιβή σας για την εμπιστοσύνη σας σε αυτήν, σας παρέχει τη δυνατότητα, εφόσον επιθυμείτε, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία κλεισίματος του λογαριασμού και λύσης της Σύμβασης, να προσέλθετε στο κατάστημα της τράπεζάς μας στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός σας και να συμφωνήσετε με την τράπεζά μας, αντί του κλεισίματος τη μετατροπή του εν λόγω λογαριασμού ως μηνιαίου - με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης - ειδικού προθεσμιακού λογαριασμού, σύμφωνα με τους όρους τήρησης προθεσμιακών λογαριασμών της τράπεζάς μας, με προνομιακό επιτόκιο σε σχέση με τα επιτόκια των λοιπών προθεσμιακών λογαριασμών της Τραπέζης μας.

Το ύψος του επιτοκίου της πρώτης περιόδου θα ανέρχεται σε 5% και θα ισχύει για μηνιαίες ανανεώσεις μέχρι την 31/12/2016. Αν δεν προσέλθετε μέχρι την παραπάνω ημερομηνία στο κατάστημα μέσω του οποίου εξυπηρετείται ο λογαριασμός σας και συμφωνήσετε εγγράφως την μετατροπή του λογαριασμού σας σε ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό, το υπόλοιπο του Ειδικού Λογαριασμού σας "Αποδίδω" θα μεταφερθεί, όπως προβλέπεται στη μεταξύ μας Σύμβαση (όρος 8) -, στο λογαριασμό που έχετε δηλώσει και ελλείψει τέτοιας δήλωσης, σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρείτε στην τράπεζά μας".

Τελικά, οι λογαριασμοί του ενάγοντος έκλεισαν στις 9/3/2016 συναινετικά, κατόπιν αίτησης του ιδίου και τα κατατεθέντα ποσά των 50.442 Ευρώ και των 1.820 Ευρώ στους εν λόγω λογαριασμούς, όπως και οι τόκοι κλεισίματος των λογαριασμών, μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό ταμιευτηρίου που επέδειξε ο ενάγων στις αιτήσεις κλεισίματος.

Οι συνολικοί δε τόκοι που έλαβε ο ενάγων από την λειτουργία των καταθετικών λογαριασμών "Αποδίδω" ανήλθαν σε 44.487,82 Ευρώ (λογαριασμός με αριθμό ...) και σε 571,8 Ευρώ (λογαριασμός με αριθμό ...). Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι οι προστηθέντες της εναγομένης με ιδιαίτερη πειθώ τον έπεισαν να ενταχθεί στο σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα "αποδίδω", το οποίο παραπλανητικά του εμφάνισαν - ως συνέχεια του προγράμματος "χρυσή κατάθεση", παραπλανώντας αυτόν ως προς τα αληθινά χαρακτηριστικά του, διαβεβαιώνοντάς τον ότι το κεφάλαιό του θα ήταν εγγυημένο και ότι το πρόγραμμα στο οποίο είχε ενταχθεί προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση.

Ότι ο ίδιος ο ενάγων με την ιδιότητα του αρτοποιού, του απόφοιτου δημοτικού, ηλικίας 74 ετών κατά τον επίδικο χρόνο και συνταξιούχος, είχε την αντίληψη ότι η επίδικη σύμβαση του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω" επρόκειτο για προθεσμιακή κατάθεση και όχι για συνεταιριστικές μερίδες την ιδιότητα των οποίων αγνοούσε και ότι εάν γνώριζε την αλήθεια δεν θα είχε ενταχθεί σε αυτό.

Επί τη βάσει δε των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών ο ενάγων συνδέει την παραπλάνησή του εκ μέρους των προστηθέντων της εναγομένης με την επικαλούμενη ζημία του ύψους (504.420 + 18.200=) 522.620 Ευρώ. Επί των ανωτέρω ισχυρισμών κρίνεται ότι ο ενάγων δεν ήταν άπειρος συναλλασσόμενος αλλά αντιθέτως διαχειριζόταν σημαντικά ποσά και αντιλαμβανόταν πλήρως τα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες των συμβάσεων που συνήπτε, μέσω των οποίων επιδίωκε την αποκόμιση του μέγιστου κέρδους από το κεφάλαιό του.

Δεν επρόκειτο για έναν απλό υπάλληλο ή άπειρο με τις συναλλαγές πρόσωπο και με ελάχιστες οικονομικές δυνατότητες. Εκτός δε από τις επίδικες συνεταιριστικές μερίδες και τις επίδικες συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" και "Αποδίδω" διατηρούσε και άνοιγε καταθετικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου και προθεσμίας, ενώ ο ίδιος ομολογεί ότι διατηρούσε κατά το παρελθόν και σε άλλες τράπεζες καταθετικούς λογαριασμούς.

Εξάλλου η απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων και ο διαχωρισμός τους από άλλα τραπεζικά προϊόντα (πχ κατάθεση) δεν είναι δύσκολος για τον μέσο συνετό καταναλωτή επενδυτή, καθώς δεν πρόκειται για περίπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και δεν απαιτεί γνώση και εμπειρία σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελούσε συναλλαγή ενέχουσα στοιχεία κερδοσκοπίας, δεν περιελάμβανε την ανάληψη κινδύνου (ρίσκου) υπό την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός θα αποτελούσε την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και θα συνδυάζονταν με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυχρόνιων προβλέψεων, ώστε να θεωρείται ότι αποκτά την ιδιότητα του επενδυτή και να επιβάλλεται ιδιαίτερη ενημέρωση εκ μέρους της εναγομένης.

Ο ενυπάρχων στην απόκτηση συνεταιριστικών μεριδίων κίνδυνος είχε μόνο την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, αφού εξαρτιόταν από την οικονομική θέση της εναγομένης, περί της οποίας όμως καμία ανησυχία δεν υπήρχε εκείνη την χρονική στιγμή (9/12/2013), αφού μάλιστα η εναγομένη τα τελευταία χρόνια κατέβαλε μερίσματα στους συνεταίρους της και οι συνεταιριστικές μερίδες εμφάνιζαν υπεραξία.

Επιπλέον κρίνεται ότι ουδείς προστηθείς της εναγομένης παραπλάνησε τον ενάγοντα για τα χαρακτηριστικά της σύμβασης "Αποδίδω" και ο σχετικός λογαριασμός ήταν επικερδής για τον τελευταίο, καθόσον με αρχικά κατατεθέν κεφάλαιο 50.442 Ευρώ και 1.820 Ευρώ στους λογαριασμούς "Αποδίδω" που άνοιξε ο ενάγων, τούτος έλαβε σε τόκους συνολικά το ποσό των 45.059,62 Ευρώ ήτοι 44.487,82 Ευρώ από τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό "Αποδίδω" και 571,8 Ευρώ (από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό "Αποδίδω", αντιστοίχως.

Εξάλλου η εναγομένη δεν ανελάμβανε με την σύμβαση "Αποδίδω" κάποιο νέο κίνδυνο, αφού ο οποιοσδήποτε κίνδυνος σε σχέση με την διακύμανση της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, η κατοχή των οποίων ήταν απλώς προϋπόθεση για το άνοιγμα του λογαριασμού "Αποδίδω", υπήρχε ανεξάρτητα από την κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω", αφού ο κίνδυνος από τη διακύμανση της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων υπήρχε ανεξάρτητα και από την κατάρτιση της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση".

Επιπλέον, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής δεν εμπόδιζε τον ενάγοντα να την καταγγείλει όποτε επιθυμούσε και δεν τον εμπόδιζε να ζητήσει την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών του μερίδων οποτεδήποτε τηρουμένων των διατάξεων του νόμου, οι οποίες ίσχυαν ανεξάρτητα από την κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω".

Επιπλέον ο ενάγων έχει υπογράψει σωρεία εγγράφων όπως τις αιτήσεις εγγραφής συνεταίρου - απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και τα εντάλματα πληρωμής/γραμμάτια είσπραξης για την καταβολή στην Τράπεζα της αξίας των συνεταιριστικών του μερίδων. Από τους ονομαστικούς βεβαιωτικούς τίτλους συνεταιριστικών μερίδων που παρέλαβε ο ενάγων, όπου στην εμπρόσθια όψη αναγραφόταν ότι τα θέματα απόκτησης, μεταβίβασης και ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων ρυθμίζονται από το Καταστατικό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων και τις διατάξεις του Ν.1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", προκύπτει σαφώς η δικαιοπρακτική βούληση του ενάγοντος για απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων καθώς και η γνώση του για τη διαδικασία ρευστοποίησης αυτών.

Σε κάθε περίπτωση η ενδιάθετη διάθεση του ενάγοντος και τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως αυτού δεν είναι ικανά κατά το άρθρο 143 ΑΚ να αναιρέσουν την εγκυρότητα των επίδικων δικαιοπραξιών. Σημειώνεται ότι ουδείς αυτόπτης μάρτυρας του ενάγοντος, ήτοι ουδείς δεν ήταν παρών κατά την επικοινωνία του ενάγοντος με τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης ώστε να καταθέτει είτε και να βεβαιώνει ενόρκως σχετικά με το περιεχόμενο των σχετικών συνομιλιών ώστε να προκύπτει σαφώς η επικαλούμενη εξαπάτηση του ενάγοντος. Εξάλλου, ο τελευταίος στην σελίδα 28 της ένδικης αγωγής του κατηγορηματικά βεβαιώνει ότι τελούσε σε γνώση ότι την 10/12/2015 απέκτησε 2.800 συνεταιριστικές μερίδες ως συνεταίρος της εναγομένης, όπως προαναφέρεται.

Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης για το άνοιγμα του λογαριασμού "Αποδίδω" η εναγομένη ήδη γνώριζε ότι από την 1η Ιανουαρίου 2014 δεν θα μπορούσε να προβαίνει σε ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς θα ίσχυε νέο νομοθετικό καθεστώς, πλην όμως το δεδομένο αυτό του το απέκρυψε με αποτέλεσμα αυτός να θεωρήσει ότι το κεφάλαιό της εξακολουθούσε να είναι εγγυημένο και άμεσα διαθέσιμο και για τον λόγο αυτό να μην προβεί τότε στην ρευστοποίηση των μερίδων της. Επί τη βάσει των εν λόγω αγωγικών ισχυρισμών πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ενάγων συνδέει την επικαλούμενη ζημία του, την αποκατάσταση της οποίας διεκδικεί, με την αδυναμία του να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες και όχι με τα κατ' ιδίαν χαρακτηριστικά κάθε ενός από τα δύο προγράμματα στα οποία εντάχθηκε ή με τις ενδεχομένως διαφορετικές από αυτές που ανέμενε αποδόσεις τους.

Πλην όμως ο Κανονισμός 575/2013 που ετέθη σε ισχύ από 1/1/2014 δεν έθιξε τα δικαιώματα των συνεταίρων ήτοι του ενάγοντος, σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που κατείχαν. Με τον εν λόγω Κανονισμό μόνον εποπτικής φύσεως διατάξεις ετίθεντο και δεν ρυθμίζονται οι έννομες σχέσεις συνεταιριστικής τράπεζας και συνεταίρων.

Η εναγομένη κατήργησε την σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" όπως είχε συμβατικώς το δικαίωμα, ενόψει της επικείμενης ενάρξεως ισχύος του άνω Κανονισμού λόγω της εγγυημένης μερισματικής απόδοσης που υποσχόταν η ίδια μέσω της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και όχι λόγω υποχρεώσεων ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που είχαν ενταχθεί στην σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" στην τιμή κτήσεώς τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.

Ο Κανονισμός 575/2013 ουδόλως μετέβαλε το καθεστώς ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που ρυθμιζόταν, όπως προαναφέρεται από το Ν.1667/1986 και το Καταστατικό της εναγομένης. Το μόνο δικαίωμα που απώλεσε ο ενάγων με την λύση της "Χρυσής Επένδυσης" ήταν το δικαίωμα στην εγγυημένη μερισματική απόδοση, πλην όμως ο ενάγων δεν συνδέει την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος με την επικαλούμενη από αυτόν ζημία του αλλά ούτε και προκύπτει στενή αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης ζημίας και της απώλειας του ως άνω δικαιώματος.

Περαιτέρω, κρίνεται ότι σε περίπτωση που οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης είχαν εκθέσει στον ενάγοντα ότι αποκτώντας κανείς συνεταιριστικές μερίδες αποκτά και το δικαίωμα να ζητεί την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών του μερίδων, γεγονός αληθές κατά τον επίδικο χρόνο, δεν συντρέχει περίπτωση εξαπάτησης του ενάγοντος εκ του γεγονότος ότι το καθεστώς της ρευστοποίησης τροποποιήθηκε προσωρινά λόγω γεγονότων συνδεομένων με την πρωτοφανή και απρόβλεπτη κρίση του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, που κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 2015 και οδήγησε στην τραπεζική αργία και τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων που διήρκεσαν για χρονικό διάστημα ανώτερο της τετραετίας, γεγονότα δηλαδή μελλοντικά και αβέβαια, τα οποία δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν οι προστηθέντες της εναγομένης.

Εξάλλου οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να διαβεβαιώσουν και για το μέλλον του ενάγοντα ότι τα συνεταιριστικά μερίδια ήταν σταθερής αξίας και άμεσα ρευστοποιήσιμα αφού πολύ καλά γνώριζαν ότι τυχόν τέτοια διαβεβαίωση θα μπορούσε εύκολα να διαψευσθεί, δεδομένου ότι στο καταστατικό της εναγομένης αναφέρεται ρητώς ότι η αξία των συνεταιριστικών μεριδίων είναι μεταβλητή και ότι η ρευστοποίηση τελεί υπό όρους και προϋποθέσεις και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (του ΔΣ και της ΓΣ αυτού) και γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 Ν. 4261/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παραγράφων 7 και 9 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986.

Το Καταστατικό είναι δημοσιευμένο στο διαδίκτυο και προσιτό σε όλους, οι σχετικές δε προβλέψεις του, είναι διατυπωμένες σε απλή γλώσσα και απόλυτα κατανοητές από τον μέσο συνετό πολίτη, όπως ο ενάγων, ώστε δεν χωρεί περιθώριο για παραπλάνηση. Κρίνεται περαιτέρω, ότι δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικών ούτε γνώση και εμπειρία σε χρηματοοικονομικά θέματα, η κατανόηση του ότι ο συνεταίρος αποκτώντας συνεταιριστικές μερίδες μίας συνεταιριστικής τράπεζας αναλαμβάνει κινδύνους που είναι σύμφυτοι με την οικονομική πορεία της Τράπεζας ως επιχείρησης και συνδέονται με το ευρύτερο εγχώριο και διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Η γνώση δε αυτή είναι δεδομένη για κάθε μέσο συναλλασσόμενο, όπως ο ενάγων, ο οποίος είχε περιουσία τουλάχιστον 500.000 Ευρώ, ασκούσε με επιτυχία επιχειρηματική δραστηριότητα και η συναλλακτική εμπειρία του είναι πολύ μεγαλύτερη αυτής του μέσου συναλλασσομένου. Εξάλλου, η τοποθέτηση των χρημάτων του ενάγοντος σε προθεσμιακή κατάθεση το έτος 2013, οπότε ο τελευταίος απέκτησε τις περισσότερες συνεταιριστικές μερίδες, δεν παρίστατο ασφαλής, όπως προαναφέρεται λόγω του πρόσφατου κουρέματος των καταθέσεων στην Κύπρο και της επερχόμενης χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας οπότε οι καταθέτες ωθούνταν σε αποσύρσεις των κεφαλαίων τους από τις τραπεζικές καταθέσεις.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι προστηθέντες της εναγομένης δεν εξαπάτησαν τον ενάγοντα με την έννοια του άρθρου 147 του ΑΚ, προκειμένου τούτος να διαμορφώσει δικαιοπρακτική βούληση τείνουσα στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, οι οποίες και δεν πάσχουν ακυρότητα εκ του λόγου αυτού (απάτης). Ως εκ τούτου το αγωγικό αίτημα να ακυρωθούν α) η από 9/12/2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από την εναγομένη στον ενάγοντα 14.412 συνεταιριστικών τραπεζικών μερίδων και β) η από 9/12/2014 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας από την εναγομένη στον ενάγοντα 520 συνεταιριστικών μερίδων ελέγχεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Περαιτέρω, ο ενάγων αποδίδει αδικοπρακτική συμπεριφορά στην εναγομένη λόγω της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής λόγω του ότι τον εξαπάτησαν προκειμένου να συνάψει μαζί της, τις ως άνω επίδικες συμβάσεις. Επιπλέον, συνδέει την επικαλούμενη αυτή συμπεριφορά με την επικαλούμενη ζημία του εναγομένου του συνολικού ύψους 522.620 Ευρώ, ισόποση του επενδυθέντος κεφαλαίου του, συνιστάμενη τούτη στην απαγόρευση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων της εναγομένης.

Πλην όμως η αδυναμία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων της εναγομένης οφείλεται στην υποχρέωση αυτής να συμμορφωθεί σε νομοθετικές διατάξεις αναγκαστικού περιεχομένου και ειδικότερα των άρθρων 6 παρ. 2 περ. θ του Ν. 1667/1986 (όπως η περίπτωση θ προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 Ν. 4141/2013), σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 7 και παρ. 9, εδάφιο τελευταίο του ίδιου νόμου και του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014.

Συνεπώς η αδυναμία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων εκ μέρους της εναγομένης δεν ανάγεται στην σφαίρα επιρροής αυτής καθόσον δεν υφίσταται στενή αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των επικαλούμενων με την αγωγή ενεργειών των προστηθέντων υπαλλήλων της κατά την κατάρτιση των ως άνω δύο επίδικων συμβάσεων και της επικαλούμενης ζημίας του ενάγοντος. Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 147, 149, 914, 919, 922, 932 ΑΚ και το σχετικό αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 522.620 Ευρώ για αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και το ποσό των 52.262 Ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, κρίνεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Κατά συνέπειαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι στοιχειοθετείται απάτη κατ' άρθρο 147 ΑΚ και αδικοπραξία κατ' άρθρα 914 επ. ΑΚ, σε βάρος του ενάγοντος λόγω της παραπλάνησης αυτού από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, στην συνέχεια δε ακύρωσε τις προαναφερόμενες δύο δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν στις 9/12/2013 και 9/12/2014 αντιστοίχως, και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 522.620 Ευρώ για αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και το ποσό των 20.000 Ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου αλλά και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως κατ' ουσίαν βάσιμων του πρώτου και του δεύτερου λόγου της ένδικης εφέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί προς εκ νέου εκδίκαση η υπόθεση και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή, να απορριφθεί τούτη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 147, 149, 914, 922, 932 ΑΚ, 64 παρ. 2, 70 του ΚΠολΔ και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τις νομικές βάσεις της που σωρεύονται στο αγωγικό δικόγραφο επικουρικά και δεν έχουν ερευνηθεί κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κρίνεται ότι για τους προεκτιθέμενους λόγους για τους οποίους κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη κατ' άρθρο 147 του ΑΚ, δεν στοιχειοθετείται και πλάνη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής βούλησης τους ενάγοντος κατ' άρθρα 140 και 142 ΑΚ. Ως εκ τούτου το σχετικό αγωγικό αίτημα περί ακύρωσης των προαναφερόμενων δύο δικαιοπραξιών λόγω πλάνης του ενάγοντος ελέγχεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη παραβίασε την κοινωνικώς επιβεβλημένη εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς κατ' άρθρο 288 ΑΚ, υποχρέωση για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας στα έννομα αγαθά του ενάγοντος.

Εξάλλου, το ποιές υποχρεώσεις επιμέλειας επιβάλλει η καλή πίστη εκτιμάται με στάθμιση ακριβώς και των τυχόν αντίθετων συμφερόντων, όπως αυτά εκφράζονται με τη δυνατότητα άσκησης των αναλογουσών ελευθεριών. Η καλή πίστη επιβάλλει να μην διευρυνθούν οι γενικές υποχρεώσεις επιμέλειας πέραν ενός ορίου, με συνέπεια την υπέρμετρη συρρίκνωση των δυνατοτήτων άσκησης των ελευθεριών του αντισυμβαλλομένου.

Η γενική υποχρέωση προστασίας και ασφάλειας των άλλων μπορεί να γίνει δεκτή μόνο στο μέτρο που παραβιάζονται οι νομοθετικά κατοχυρωμένες αρχές του δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη προκάλεσε οιασδήποτε μορφής πλάνη σε βάρος του ενάγοντος με απατηλές υποσχέσεις. Η αγορά των ανωτέρω συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα έλαβε χώρα κατόπιν ενημερώσεως για την λειτουργία αυτών, την στιγμή της αγοράς τους η ρευστοποίηση ήταν ευχερής και χωρίς περιορισμούς, η εναγομένη δεν παρουσίασε τα δύο επίδικα προγράμματα ως είδος προθεσμιακών καταθέσεων, δεν εγγυήθηκε το κεφάλαιο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" αλλά ρητώς μόνο την απόδοση του κεφαλαίου, το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" καταργήθηκε λόγω του νέου πλαισίου λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών, ως συνέπεια της διεθνούς οικονομικής κρίσης και όχι ως μεθόδευση για να αποσείσει τις ευθύνες της από την κακή διαχείριση των οικονομικών της μεγεθών, ενώ ουδεμία ενέργεια αποδείχθηκε για μεθοδευμένη παρακράτηση του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση".

Ως εκ τούτου ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Για τους ίδιους δε προαναφερόμενους λόγους κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται ουδεμία αντίθεση στα χρηστά ήθη από τις ενέργειες της εναγομένης δια των προστηθέντων υπαλλήλων της έναντι του ενάγοντος κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων κατ' άρθρο 178 ΑΚ και κατά συνέπειαν το αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας αυτών για τον παραπάνω λόγο ελέγχεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Επιπλέον, για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους κρίνεται ότι δεν υφίσταται αφενός ουδεμία εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης και αφετέρου ουδεμία δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής στις επίδικες ως άνω δύο συμβάσεις. Ως εκ τούτου το αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας αυτών κατ' άρθρο 179 ΑΚ κρίνεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Επίσης το αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης προς καταβολή αποζημιώσεως στον ενάγοντα λόγω πταίσματος αυτής κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ελέγχεται απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο καθώς προϋπόθεση θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης κατ' άρθρα 197 και 198 ΑΚ είναι το στάδιο των διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει, αφότου εκδηλωθεί ενδιαφέρον για την σύναψη συμβάσεως και λήγει, όταν, είτε συναφθεί η επιδιωκόμενη σύμβαση, είτε διακοπούν οριστικά οι διαπραγματεύσεις και έτσι ματαιωθεί η σύναψή της ...

Αν όμως η υπαίτια αυτή συμπεριφορά εκδηλώνεται πριν αρχίσει το στάδιο των διαπραγματεύσεων ή μετά τη λήξη του, δεν γεννιέται υποχρέωση αποζημίωσης κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 198 ΑΚ ... Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ακυρότητας της σύμβασης που καταρτίστηκε όταν ο υπαίτιος έδωσε διαβεβαιώσεις για την κατάρτιση της σύμβασης ή απέκρυψε τους λόγους της ακυρότητας αυτής, οπότε έχει υποχρέωση αποκατάσταση της ζημίας του άλλου που πίστεψε στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης ...

Στην προκειμένη όμως περίπτωση αμφότερες οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν εγκύρως κατά τα προαναφερόμενα και ως εκ τούτου δεν γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Αναφορικά με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ ο ενάγων ούτε επικαλείται αλλ' ούτε και αποδεικνύεται ότι οι συγκεκριμένοι ως άνω προστηθέντες της εναγομένης επιδίωκαν ή αποδέχονταν ως βέβαιο ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους την βλάβη του ενάγοντος, όπως απαιτείται για την κατάφαση αυτού ...

Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρεται, δεν υφίσταται στενή αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης και της φερόμενης ζημίας που υπέστη ο ενάγων. Ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ελέγχεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τη νομική βάση του άρθρου 919 ΑΚ.

Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απώλεσε στο σύνολό τους τα χρήματα που κατέβαλε για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων της εναγομένης, υφιστάμενος συνολική ζημία ύψους 522.620 Ευρώ, καθώς έχουν ουσιαστικά εξανεμισθεί ως απόρροια της απαξίωσης της τιμής τους. Στηρίζει δε την αξίωσή του στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 361 ΑΚ, επικαλούμενος σχετική συμβατική της υποχρέωση.

Ωστόσο, σε καμία από τις δύο καταρτισθείσες με τον ενάγοντα συμβάσεις, ήτοι στην από 9/12/2013 σύμβαση ειδικού λογαριασμού καταθέσεων "αποδίδω" και την από 9/12/2014 σύμβαση αγοράς 520 συνεταιριστικών μερίδων και ένταξης αυτών στον ως άνω ειδικό καταθετικό λογαριασμό, δεν έχει υπάρξει εκ μέρους της εναγομένης ανάληψη οποιασδήποτε τέτοιας συμβατικής υποχρέωσης.

Σε αμφότερες τις συμβάσεις γίνεται λόγος μόνο για την απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντος, το ύψος της οποίας η εναγομένη υποσχόταν εγγυημένο, ενώ ουδόλως γινόταν λόγος για "εγγυημένο κεφάλαιο", όπως ο ενάγων υποστηρίζει. Όπως δε προαναφέρεται, η εναγομένη τήρησε πλήρως την συμβατική της υποχρέωση ως προς τις αποδόσεις του κεφαλαίου του ενάγοντος, στον οποίο κατέβαλε τα συμβατικώς συμφωνηθέντα ποσά, γεγονός που ο ενάγων δεν αμφισβητεί.

Εξάλλου, σε αμφότερες τις συμβάσεις γίνεται αναφορά στις συνεταιριστικές μερίδες μόνο για τον υπολογισμό του κεφαλαίου, που θα κατατίθετο στους δύο λογαριασμούς ("χρυσή κατάθεση" και "αποδίδω"), ώστε να καλύπτεται ο όρος ως προς την αναλογία μεταξύ των δύο μεγεθών. Σε καμία από τις δύο συμβάσεις δεν αναλαμβάνει η εναγομένη την υποχρέωση να διατηρήσει σταθερή της αξία των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος ούτε και να τις ρευστοποιεί σε κάθε ζήτηση αυτού και μάλιστα έναντι του ποσού που αυτός είχε καταβάλει για την απόκτησή τους.

Στην περίπτωση της "Χρυσής Επένδυσης" γίνεται λόγος για "αποδέσμευση συνεταιριστικών μερίδων μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος (90 ημέρες), η δε ρευστοποίηση των μερίδων δεν συνδέεται υποχρεωτικά ούτε και με το κλείσιμο του προγράμματος, αφού μπορεί να λάβει χώρα ακόμα και σε μεταγενέστερο αυτού χρόνο.

Εξάλλου, η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος των συνεταιριστικών μερίδων έγινε, όπως προεκτίθεται, αυτοτελώς με ιδιαίτερη σύμβαση, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", στην συνέχεια δε αποφάσισε να τις διατηρήσει προκειμένου να αποκτήσει λογαριασμό "αποδίδω", εξακολούθησε δε να τις κατέχει ακόμα και μετά το κλείσιμο του τελευταίου αυτού λογαριασμού χωρίς να ζητήσει τη ρευστοποίησή τους, γεγονός που καταδεικνύει την διαφοροποίηση και την αυτοτέλεια των σχετικών συμβάσεων.

Τα θέματα δε ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που προαναφέρονται καθώς και από το Καταστατικό της εναγομένης. Με τα δεδομένα όμως αυτά κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων θέτει για πρώτη φορά θέμα κύρους των συμβάσεων απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων, όχι λόγω ελαττωμάτων στην δήλωση βούλησής του, όπως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του, υποστηρίζοντας ότι η δικαιοπρακτική του βούληση δεν ήταν η απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων αλλά το άνοιγμα καταθετικού λογαριασμού, αλλά ως προς την διαδικασία απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων.

Με τον νέο όμως αυτό ισχυρισμό που προβάλλεται το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις του από τον εφεσίβλητο ενάγοντα, μεταβάλλεται η βάση της αγωγής του διότι επικαλείται το πρώτον ελαττώματα στη δήλωση βούλησης της εναγόμενης τράπεζας και όχι του ιδίου κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Επιπλέον, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν γεννήθηκε μετά την συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν είναι προνομιακός.

Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ενάγοντος ελέγχεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 527 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων αποδίδει στην εναγομένη αδικοπρακτική συμπεριφορά συνιστάμενη και στο ότι δεν προέβη στον σχηματισμό του επενδυτικού της(ενν. του) προφίλ, όπως υποχρεούτο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3606/2007, ώστε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για συντηρητικό επενδυτή.

Πλην όμως για να ανακύπτει υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3606/2007 πρέπει το αντικείμενο των συμβάσεων και συναλλαγών να είναι χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 3606/2007. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ούτε οι συμβάσεις για την διάθεση στον ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων που εξέδιδε η εναγομένη, ούτε οι συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" και "Αποδίδω" είχαν ως αντικείμενο κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια του Ν. 3606/2007, ήτοι από αυτά που αριθμούνται στο άρθρο 5 του Ν. 3606/2007.

Ειδικότερα, η απόκτηση από τον ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στην λειτουργία του συνεταιρισμού. Χαρακτηριστικό είναι και το υπ' αριθμ.

πρωτ. 3581/21.9.2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μονάδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του Ν. 3606/2007, ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες", για το λόγο ότι η εναγομένη δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου, καταλήγει δε με βάση αυτά στο συμπέρασμα ότι "η διάθεση συνεταιριστικών μερίδων (από την εναγομένη) δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του Ν. 3606/2007.

Συνεπώς, καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε η εναγομένη να προβεί στην τήρηση των οριζομένων από το Ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου διαπιστωθούν χαρακτηριστικά του ενάγοντος ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της.

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α 277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007) και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους.

Το ρυθμιστικό πεδίο όμως εφαρμογής της εν λόγω Πράξης εκτείνεται σε συγκεκριμένο κατάλογο των τραπεζικών εργασιών που αναφέρει (καταθέσεις, χορηγήσεις, πιστωτικές κάρτες, παράγωγα, νομική θέση και δικαιώματα των συναλλασσομένων) και υποχρεώνει αυτά να ενημερώνουν μια περιοδικά τους πελάτες τους είτε με ενημερωτικά φυλλάδια για τα επιτόκια, τα έξοδα, προμήθειες και φόρους ή τέλη είτε για τα βασικά επιτόκια μέσω του τύπου.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν όλους τους όρους της σύμβασης πριν τη σύναψή της. Σε περίπτωση μονομερούς τροποποίησης των όρων της σύμβασης οι τράπεζες υποχρεούνται να παρέχουν στον πελάτη εξατομικευμένη ενημέρωση για την αποφυγή παρανοήσεων και προθεσμία 30 ημερών για την αποδοχή των νέων όρων ή την καταγγελία της σύμβασης.

Όσον αφορά στις καταθέσεις, παρέχεται ενημέρωση τουλάχιστον κάθε τρίμηνο. Σύμφωνα με την παραπάνω ΠΔ/ΤΕ, σε περίπτωση παραπόνων οι πελάτες μπορούν να απευθύνονται στον προϊστάμενο του καταστήματος και κατόπιν στην υπηρεσία παραπόνων, την οποία οι τράπεζες υποχρεούνται να συστήσουν για την εξέταση παραπόνων και καταγγελιών.

Σε περίπτωση που δεν μείνουν ικανοποιημένοι ή εφόσον παρέλθουν 10 ημέρες χωρίς να έχουν λάβει σχετική απάντηση, μπορούν εντός προθεσμίας ενός μηνός να απευθύνονται εγγράφως, με το ειδικό έντυπο παραπόνων, στον Μεσολαβητή Τραπεζικών - Επενδυτικών Υπηρεσιών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι παρά τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από τον ενάγοντα, η εν λόγω 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ουδόλως εφαρμόζεται το ζήτημα της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων που δεν υπάγεται σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεών της, ως έχουσα αποκλειστικά μορφή εταιρικής πράξης και όχι επενδύσεως.

Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή σε ζητήματα σχετιζόμενα με την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων, διότι κατά τον ορισμό του καταναλωτή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α του Ν. 2251/1994 πρέπει να προσφέρονται στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες (αντικειμενική προϋπόθεση) με τελικούς αποδέκτες φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ένωση προσώπων (υποκειμενική προϋπόθεση) για να κάνουν τα πρόσωπα αυτά, στα οποία προορίζονται τα προϊόντα 4 υπηρεσίες, "χρήση" αυτών (λειτουργική προϋπόθεση).

Πλην όμως η συμμετοχή σε εταιρικό σχήμα, με την απόκτηση εταιρικών μεριδίων απ' ευθείας από τον εκδότη τους δεν εμπίπτει στην παραπάνω έννοια. Στην περίπτωση της διάθεσης, από την πλευρά του συνεταιρισμού και, αντιστοίχως, της απόκτησης εκ μέρους του συνεταίρου, συνεταιριστικών μερίδων, δεν πληρούνται τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για τον ορισμό ενός προσώπου ως "καταναλωτή", καθόσον η όλη συναλλαγή συνδέεται με την εταιρική (συνεταιριστική) ιδιότητα του συνεταίρου και τα εξ αυτής προσδοκώμενα από τον τελευταίο οφέλη, μη συνιστώσα κατ' αποτέλεσμα διαφορά στηριζόμενη στο Ν. 2251/1994.

Η συναλλαγή που έχει ως αντικείμενο την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων δεν συνδέεται με την ιδιότητα του συνεταιρισμού ως πιστωτικού ιδρύματος αλλά είναι όμοιου περιεχομένου με κάθε αντίστοιχη συναλλαγή οποιουδήποτε συνεταιρισμού με συνεταίρο. Δηλαδή, δεν συνδέεται με την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από τον συνεταιρισμό και κατά τούτο, δεν αφορά την παροχή υπηρεσιών ή την διάθεση προϊόντων με αποδέκτη καταναλωτή αλλά συνδέεται με την συνεταιριστική συμμετοχή στον ίδιο συνεταιρισμό που εκδίδει τις συνεταιριστικές μερίδες.

Στην διατύπωση αυτή δε, έχει καταλήξει και ο Συνήγορος του Καταναλωτή σε συναφή με την ένδικη υπόθεση (βλ. σχετικό XXXIII απόσπασμα από το με αριθμό πρωτ. 24246/4.6.2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Καταναλωτή). Ως εκ τούτου η αγωγή κατά το μέρος που τείνει να βασιστεί στο Ν. 2254/1994 ελέγχεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επιπλέον, ως προς την εφαρμογή του Ν. 3371/2005 που επικαλείται ο ενάγων στην σελίδα 52 της ένδικης αγωγής του, σε σχέση με την θέσπιση υποχρέωσης των υπαλλήλων των ΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες να διαθέτουν πιστοποιητικά καταλληλόλητας, πρέπει να σημειωθεί ότι το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω νόμου αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Προϋποθέτει, δηλαδή, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά μέσα/κινητές αξίες στην έννοια των οποίων δεν εμπίπτει η διάθεση συνεταιριστικών μερίδων, όπως προαναφέρεται. Ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί της ένδικης αγωγής κρίνονται απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση 1/452/1.11.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2136/1.11.2007, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του N. 3606/2007, ετέθησαν Κανόνες Συμπεριφοράς των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ). Η απόφαση αυτή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 29 παρ. 1 της εν λόγω αποφάσεως.

Επομένως, ο Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών υπηρεσιών που κυρώθηκε με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας από 11/4/1997, τον οποίο επικαλείται επιγραμματικά ο ενάγων στην ένδικη αγωγή, έχει καταργηθεί από 1/11/2007. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Κώδικας αυτός προϋπέθετε την εφαρμογή του Ν. 3606/2007 και την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία όμως δεν στοιχειοθετείται στην επίδικη υπόθεση.

Ως εκ τούτου ο σχετικής αγωγικός ισχυρισμός ελέγχεται απορριπτέος ως μη νόμιμος. Μη υπάρχουσας άλλης νομικής βάσης προς κατ' ουσίαν έρευνα της ένδικης αγωγής κρίνεται τούτη απορριπτέα στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ως βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και στη συνέχεια δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη από 13-2-2017 αγωγή του δικαιοπάροχου των αναιρεσειουσών ως ουσία αβάσιμη.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην και χωρίς σαφή διάκριση τις από τους αριθμούς 1, 8, 11, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς όμως, ως προς τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου αυτού αιτιάσεις, να παραθέτουν πλήρεις τις ανωτέρω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα δε παραθέτουν μικρά αποσπάσματα αυτών κατ' επιλογήν τους και χωρίς να αναφέρουν σαφώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που επικαλούνται ότι παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή τους και συνεπώς οι λόγοι αυτοί, όπως προαναφέρθηκε είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 147, 149, 297, 298, 281, 288,330, 914, 932 του ΑΚ, 1 παρ. 2,3 4ζ', 2 παρ. 7,9 του Ν. 1667/1986, 149 του Ν. 4261/2014, 8 του Ν.2251/1994, 4,5,25 του Ν. 3606/2007 και την υπ' αριθ. 2501/31-10-2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, είτε με εξαπάτηση του αρχικώς ενάγοντος, είτε με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με την προκληθείσα στις αναιρεσείουσες ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειουσών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις άνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α] ο εναγόμενος δεν προκάλεσε οιασδήποτε μορφής πλάνη σε βάρος της ενάγουσας δια της αναφοράς απατηλών υποσχέσεων, αφού η αγορά μεριδίων του εναγομένου από τον αρχικώς ενάγοντα έλαβε χώρα κατόπιν σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόδοση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις του όσο και το γεγονός της ένταξής του στο πρόγραμμα <<χρυσή επένδυση>> και στη συνέχεια της διατήρησης του στο λογαριασμό <<αποδίδω>>, χωρίς να εξαπατηθεί, παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, τη στιγμή της αγοράς τους, η ρευστοποίηση ήταν ευχερής και χωρίς περιορισμούς, οι κίνδυνοι κατοχής των μεριδίων ήταν απομακρυσμένοι αλλά γνωστοί, ο εναγόμενος δεν παρουσίασε τα δύο επίμαχα προγράμματα ως <<είδος προθεσμιακών καταθέσεων>>, δεν εγγυήθηκε ρητά την απόδοση του κεφαλαίου, το πρόγραμμα <<χρυσή επένδυση>> καταργήθηκε λόγω του νέου πλαισίου λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών απότοκο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και όχι ως μεθόδευση για να αποσείσει τις φερόμενες ευθύνες του από την κακή διαχείριση των οικονομικών του μεγεθών και η δημιουργία του προγράμματος <<αποδίδω>> αποσκοπούσε στη θεμιτή και νόμιμη [υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο] επιβράβευση των συνεταιριστών, ενώ ουδεμία ενέργειά του αποδείχθηκε για μεθοδευμένη παρακράτηση από την ενάγουσα των μερίδων κατά την κατάργηση του προγράμματος <<χρυσή επένδυση>>, β] καμία από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3606/2007, καθόσον ούτε οι συμβάσεις για τη διάθεση στον αρχικώς ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων που εξέδιδε ο εναγόμενος, ούτε οι συμβάσεις <<χρυσή επένδυση>>, ούτε η σύμβαση <<αποδίδω>> είχαν ως αντικείμενο κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια του ν. 3606/2007, ειδικά δε η απόκτηση από τον αρχικώς ενάγοντα συνεταιριστικών μεριδίων δεν αποτελεί συναλλαγή αφορώσα <<κινητές αξίες>>, δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού και συνεπώς καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του αρχικώς ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του, γ] η με αριθ. 2501/31-10-2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ουδόλως εφαρμόζεται στο ζήτημα της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, καθόσον το ρυθμιστικό πεδίο της εν λόγω Πράξης εκτείνεται σε συγκεκριμένο κατάλογο των τραπεζικών εργασιών που αναφέρει [καταθέσεις, χορηγήσεις, πιστωτικές κάρτες, παράγωγα, νομική θέση και δικαιώματα των συναλλασσομένων], ενώ η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων δεν υπάγεται σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων, ως έχουσα αποκλειστικά μορφή εταιρικής πράξης και όχι επένδυσης, δ] η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας του αρχικώς ενάγοντος ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά, και πάντως η άνω συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγομένου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, το τεκμήριο του οποίου ανέτρεψε ο εναγόμενος αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του, και ε] η ζημία που υπέστη ο αρχικώς ενάγων δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά του εναγομένου, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στο εξαιρετικά απρόβλεπτο γεγονός της χρηματοοικονομικής κρίσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος.

Επίσης, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή η μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία των αναιρεσειουσών δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειουσών, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α] ότι ο αρχικώς ενάγων, ηλικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 74 ετών, έλαβε γνώση της ύπαρξης του ανωτέρω προγράμματος με το διακριτικό τίτλο <<χρυσή επένδυση>> από τον τότε Διευθυντή του υποκαταστήματος του εναγομένου στο Περιστέρι Αττικής Β.

Τ., με τον οποίο διατηρούσε σχέση εμπιστοσύνης, αφού τον γνώριζε επί σειρά ετών, αφού διενεργούσε μαζί του τραπεζικές εργασίες όταν ήταν υπάλληλος της τράπεζας FBB στην οποία είχε κατατεθειμένα τα χρήματά του και ο οποίος μετά τα προβλήματα που παρουσίασε η ως άνω τράπεζα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, β] ότι ο αρχικώς ενάγων διερευνώντας τη δυνατότητα επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου του, ενόψει και της έντονης φημολογίας για <<κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων>>, που οδηγούσε τους καταθέτες να διακόπτουν τις προθεσμιακές καταθέσεις και να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε τράπεζες του εξωτερικού και έχοντας εμπιστοσύνη στον ανωτέρω διευθυντή του εναγομένου, ενημερώθηκε από αυτόν για τα προγράμματα του εναγομένου, γ] ότι ο εν λόγω διευθυντής του εναγομένου προέβη σε λεπτομερή ανάλυση της διττής υφής του προγράμματος, του εξήγησε την έννοια της συνεταιριστικής μερίδας, και της απόδοσης του προγράμματος, ουδόλως δε του αναφέρθηκε ότι το νέο προϊόν ήταν προθεσμιακή κατάθεση ή έστω ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης, δ] ότι ο αρχικώς ενάγων, αφού δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρακτική της τοποθέτησης των χρημάτων σε προθεσμιακούς λογαριασμούς και αποφάσισε να ενταχθεί στο πρόγραμμα <<χρυσή επένδυση>>, γνωρίζοντας από την ενημέρωση που έλαβε και το τι σημαίνει μερίδα, τι σημαίνει τραπεζικός λογαριασμός και τι ανέμενε από αυτά, ε] ότι όντας βέβαιος ο αρχικώς ενάγων για την επιλογή του, στις 6-12-2012 η σύζυγος του αρχικώς ενάγοντος υπέγραψε την υπ' αριθ. .../2012 σύμβαση ένταξης στο πρόγραμμα <<χρυσή κατάθεση>>, με τον προαναφερόμενο Διευθυντή του υποκαταστήματος Περιστερίου και την υπάλληλο Α.

Π. και αγόρασε 1.542 συνεταιριστικές μερίδες με χρέωση ποσού 52.970 ευρώ και επιπλέον μετέφερε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου το ποσό των 6.030 ευρώ, ενώ στις 25-1-2013 ο αρχικώς ενάγων υπέγραψε <<ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΥ / ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΩΝ>>, με βάση την οποία καταρτίστηκε η υπ' αριθ. .../2013 σύμβαση ένταξης στο πρόγραμμα <<χρυσή κατάθεση>>, με τους ίδιους ως άνω προστηθέντες του εναγομένου, για την αγορά 12.085 συνεταιριστικών μερίδων, αντί 35 ευρώ η καθεμία, από τον αρχικώς ενάγοντα, για τις οποίες κατέβαλε το συνολικό ποσό των 422.975 ευρώ, ενώ επιπλέον μετέφερε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου το ποσό των 47.025 ευρώ, στ] ότι ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013, ο εναγόμενος προκειμένου να δυνηθεί να συνυπολογίσει τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο σύνθετο πρόγραμμα <<χρυσή επένδυση>> στα ίδια κεφάλαιά του, προχώρησε στην κατάργησή του και στη δημιουργία του αποκλειστικού καταθετικού προγράμματος <<αποδίδω>>, ζ] ότι ακολούθως οι διάδικοι υπέγραψαν την με ημερομηνία 9-12-2013 <<Διακοπή επενδυτικού προγράμματος <<Χρυσή Επένδυση>> - λύση σύμβασης>>, και την ίδια ημέρα ο αρχικώς ενάγων συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων του, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό <<αποδίδω>>, υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, μη έχοντας καμία αμφιβολία για την υφή των ενεργειών του, ενώ προηγουμένως στις 9-12-2013 υπέβαλε στον εναγόμενο νέα αίτηση αγοράς 786 συνεταιριστικών μερίδων, η οποία έγινε αποδεκτή και εκδόθηκαν οι μερίδες αυτές έναντι τιμήματος 27.510 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε και, επιπλέον, ο αρχικώς ενάγων απέκτησε παραγώγως από τη σύζυγό του την ίδια ημέρα 1.541 συνεταιριστικές μερίδες, χωρίς να καταβάλει τίμημα, με αποτέλεσμα να κατέχει συνολικά 14.412 συνεταιριστικές μερίδες, παρέλαβε δε ανεπιφύλακτα τον σχετικό ονομαστικό βεβαιωτικό τίτλο, που εκδόθηκε στις 9-12-2013, η] ότι υπό το έκτακτο καθεστώς απρόβλεπτης και γενικευμένης ανασφάλειας στον χώρο των τραπεζών, που δημιουργήθηκε στις αρχές του 2015, ο εναγόμενος περί τον Μάιο του 2015, και για την προστασία του συνόλου των συνεταίρων και καταθετών, αποφάσισε νομίμως, όπως ορίζεται από το νόμο και το καταστατικό του, να περιορίσει αρχικά και να μην ικανοποιεί έπειτα για κάποιο διάστημα αιτήματα ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων, θ] ότι ο αρχικώς ενάγων στις 9-12-2014, όταν κατατέθηκαν οι τόκοι του προγράμματος <<Αποδίδω>>, ύψους 20.321,30 ευρώ, αγόρασε άλλες 520 συνεταιριστικές μερίδες και στις 10-12-2015 συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου του εναγομένου καταβάλλοντας το ποσό των 14.000 ευρώ, λαμβάνοντας άλλες 2.800 συνεταιριστικές μερίδες, στην τελευταία μάλιστα αγορά συνεταιριστικών μερίδων, ο αρχικώς ενάγων ομολογεί, στη σελίδα 28 της αγωγής του, ότι προέβη συνειδητά και με απόλυτη γνώση ότι αποκτούσε συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, με τη ιδιότητα του συνεταίρου, ι] ότι στη συνέχεια το Δ.Σ.

του εναγομένου δυνάμει της από 27-6-2015 απόφασής του αποφάσισε την προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μέχρι την ομαλοποίηση των έκτακτων οικονομικών συνθηκών, ούτως ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια του εναγομένου και συνακόλουθα, των κατόχων μερίδων του εναγομένου, οι οποίοι διαφορετικά θα κινδύνευαν με οριστική απώλεια των μερίδων τους και την αδυναμία είσπραξης οιουδήποτε ποσού, ια] ότι την 28.6.2015 κηρύχθηκε τραπεζική αργία για περιορισμένο αρχικά διάστημα και ακολούθως η αργία επεκτάθηκε χρονικά, ιβ] ότι τον Μάρτιο του 2016 ο εναγόμενος αποφάσισε να αποσύρει τον λογαριασμό <<αποδίδω>> και να λύσει όλες τις συμβάσεις <<αποδίδω>> είτε συναινετικά με τους συνεταίρους είτε με καταγγελία της σύμβασης κατά τους όρους αυτής και γι' αυτό απέστειλε προς τους συνεταίρους [και τον αρχικώς ενάγοντα] σχετική επιστολή ότι θα κλείσει τους λογαριασμούς εντός τριάντα ημερών και τους κάλεσε για συναινετική λύση των συμβάσεων, ιγ] ότι οι λογαριασμοί του αρχικώς ενάγοντος έκλεισαν στις 9-3-2016 συναινετικά, κατόπιν αίτησης του ιδίου και τα κατατεθέντα ποσά των 50.442 ευρώ και των 1.820 ευρώ στους εν λόγω λογαριασμούς, όπως και οι τόκοι κλεισίματος των λογαριασμών, μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό ταμιευτηρίου που υπέδειξε ο αρχικώς ενάγων στις αιτήσεις κλεισίματος, ιδ] ότι κατά την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων ο αρχικώς ενάγων είχε γίνει δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης αναφορικά με την συναλλαγή του αυτή [και μάλιστα από τον έμπιστό του διευθυντή του υποκαταστήματος του εναγομένου, με τον οποίο είχε μακρά συνεργασία στην προηγούμενη τράπεζα όπου εργαζόταν και ο αρχικώς ενάγων είχε τις καταθέσεις του], σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις του όσο και με το γεγονός της ένταξής του στο πρόγραμμα της <<χρυσής επένδυσης>> και στη συνέχεια της διατήρησής του σε σχέση με το λογαριασμό <<αποδίδω>>, χωρίς να εξαπατηθεί, παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τον ανωτέρω διευθυντή ή οποιονδήποτε άλλον υπάλληλο του εναγομένου, και ιε] ότι η επιγενόμενη σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ' ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή κατά τα τελευταία έτη συγκυρία στη χώρα και δεν πρόκειται συνεπώς για <<κίνδυνο>> που οι υπάλληλοι του εναγομένου μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να τον ενημερώσουν σχετικά.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αρ. 19(όχι δε και 17, που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος, αφού ειδικά σημειωθεί ότι η απόφαση δεν περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες για το "επενδυτικό προφίλ" του αρχικού ενάγοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες.

Ο ίδιος λόγος, καθ' ο μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. <<Πράγματα>> κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο[ολΑΠ 25/2003] και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει σ' αυτούς [ολΑΠ 14/2004], ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών [ΑΠ 146/2022, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα αγωγικούς ισχυρισμούς του δικαιοπαρόχου τους , στους οποίους αυτός προέβαλε ότι << Στην περίπτωση μου είναι απολύτως δεδομένο ότι σε καμία περίπτωση δεν είχα ως σκοπό, πραγματική ή έστω ενδεχόμενη βούληση αγοράς του παραμικρού συνεταιριστικού μεριδίου [πλην των μεριδίων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της δημόσιας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, όπως προείρηται].

Δεν θα προέβαινα ποτέ στη συνομολόγηση του συγκεκριμένου προγράμματος και στην παρισταμένη [κατά τα <<φαινόμενα>>] αγορά των συνεταιριστικών μεριδίων της τράπεζας εφόσον γνώριζα όσα παραπάνω αναφέρονται και εκ των υστέρων έγιναν γνωστά, για τα οποία ουδεμία - ούτε στο παραμικρό - ενημέρωση είχα και επιμελώς - επιμελέστατα απέκρυψαν οι προστηθέντες του αντιδίκου...Διατρέχοντας κανείς το ισχύον καταστατικό και τις ανακοινώσεις της αντιδίκου τράπεζας διαπιστώνει πως, εν προκειμένω, είχαν επιλεγεί στα πλαίσια των ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων του δικαίου των συνεταιρισμών τα παρακάτω σημαντικά για την περίπτωσή μας:

α] Ότι για την απόκτηση τόσο της υποχρεωτικής όσο και της προαιρετικής μερίδας θα έπρεπε, πέραν της ανωτέρω χρονοβόρου διαδικασίας υποβολής σχετικής αιτήσεως αποδοχής καταστατικού / αποφάσεων κτλ. το μέλος να καταβάλει επιπλέον 1) το δικαίωμα εγγραφής, 2) την υπεραξία που αναλογεί στις συνεταιριστικές μερίδες, 3) τυχόν έκτακτη εισφορά.

β] Ότι συνεταίρος, καταρχήν δεν μπορεί να αποχωρήσει οικειοθελώς πριν συμπληρώσει τουλάχιστον δύο [2] χρόνια, ως μέλος του συνεταιρισμού>>, οι οποίοι πραγματικοί ισχυρισμοί έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι καθίσταται σαφές ότι το σύνολο των ως άνω πολύ αυστηρών καταστατικών προβλέψεων εφόσον περιέρχονταν εις γνώση των συναλλασσομένων, θα δημιουργούσαν αμέσως την πεποίθηση ότι επρόκειτο για κανονικά και όχι για πλασματικά μερίδια, όπως τους έλεγαν, καθόσον η αγορά των μεριδίων, η έκδοση των πιστοποιητικών καθώς και η ρευστοποίηση δεν θα μπορούσε να γίνει αυθημερόν, εφόσον γινόταν σύννομα, και ότι το εναγόμενο δεν εφάρμοζε το καταστατικό του....

Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν <<πράγματα>>, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα της εξαπάτησης, άλλως της έλλειψης ενημέρωσης και γνώσης του αρχικώς ενάγοντος και συνακόλουθα της ευθύνης του εναγομένου και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε εν τοις πράγμασι τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αρχικού ενάγοντος, δεχόμενο τα αντίθετα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106,335, 338 - 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά [ολΑΠ 23/2008] Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους [ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019], προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [ολΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023], εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό όφειλε να λάβει υπόψη του. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη [ΑΠ 242/2023, ΑΠ779/2019].

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019].

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία [ΑΠ 1757/2024, ΑΠΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022].

Από τις διατάξεις των άρθρων339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη [ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020].

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία, υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό [ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την περιεχομένη στην σε. 37 των προτάσεών του δικαστική ομολογία του εναγομένου, όπου αναφέρεται: <<ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2015, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΤΡΑΠΕΖΑΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΝΑ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΕΙ ΤΙΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΡΙΔΕΣ ΑΜΕΣΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ, ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΙΣΗ Η ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ>>.>>. Ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της ομολογίας του εναγομένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα φερόμενα ως ομολογηθέντα πραγματικά περιστατικά, αφενός δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας και αφετέρου δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή την έκβαση της δίκης και στην πραγματικότητα συνιστούν επιχειρήματα του εναγομένου για την απόσειση της ευθύνης του.

Μετά από όλα αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Τέλος, οι αναιρεσείουσες που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα [άρθρα 176, 183 , 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2022 αίτηση των α] Δ. Α. του Π., β]Δ. Μ. του Π., γ] Δ. Γ. του Π. και δ] Δ. Α. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 238/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ