Legislator Case Law & Legislation
2075/2022 AI generated

Appeal dismissed because small claims procedure excludes appeals and procedural errors are inadmissible.

Case Number 2075/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision that had rejected an appeal as inadmissible. The appellants argued the lower court erred by treating a small claims case as a regular property dispute, violating specific procedural rules. The court held that small claims cases are explicitly excluded from the appeal process, rendering the initial rejection of the appeal procedurally correct and the subsequent appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: Appeals against decisions in small claims proceedings are inadmissible as such proceedings are excluded from the appellate jurisdiction.

Keywords

AI generated
small claims procedure inadmissible appeal procedural error appeal jurisdiction civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 466 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 560, number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1747/2017
Supreme Court Case 1753/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2075 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2075/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βακουφάρη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Γ. Μ. του Α. παραιτείται από τα δικόγραφα της από 16-9-2019 αιτήσεως και των από 3-9-2020 προσθέτων λόγων για αναίρεση της 7193/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Των αναιρεσιβλήτων: … οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7193/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-9-2019 αίτησή τους και τους από 3-9-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ.

γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 1049/2021, ΑΠ 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμούς: … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … και … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου… , που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 16-9-2019 αίτησης αναίρεσης και των από 3-9-2020 πρόσθετων λόγων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη συζήτηση της 8-1-2021, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και στους δύο αναιρεσίβλητους, καλούμενους να παραστούν κατά τη συζήτηση εκείνη, κατά την οποία όμως, η συζήτηση αναβλήθηκε, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (1-4-2022).

Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' Κ ΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ) αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήση τους.

Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 296, 297, 299 και 495 § 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί, άρα και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' αρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή κατ' αρθ. 98 ΚΠολΔ απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής (αρθ. 94 § 1,96 § 1ΚΠολΔ).

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης, ενώ εξάλλου ειδικότερα η παραίτηση που γίνεται κατά την συζήτηση με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργούμενου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησης κατ' αρθ. 576 § 3 ΚΠολΔ λόγω μη κλήτευσης του (ΑΠ 776/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, φερομένης και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς συζήτηση μετά την αναβολή, αιτήσει της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 8-1-2021, η δεύτερη αναιρεσείουσα Γ. Μ. του Α., με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο (ειδική) πληρεξουσιότητα δικηγόρου της (με αριθ.

… πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …), παραιτήθηκε από τα δικόγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των από 3-9-2020 προσθέτων λόγων αναίρεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους εναγομένους, και συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ.1 εδ.1 του ίδιου κώδικα η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, ως προς την παραιτηθείσα δεύτερη αναιρεσείουσα, να θεωρηθούν ότι δεν έχουν ασκηθεί (ΑΠ 1382/2014).

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1386/2019).

Η περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚπολΔ (ΑΠ 1163/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (που ισχύει, από 1.1.2016), αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, η εκ άρθρου 560 περ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου με αιτίαση την παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές (ΑΠ 395/2017, AΠ 1054/2009, ΑΠ 1309/1984). Εξ άλλου, στην περίπτωση που δικαστική απόφαση εκδόθηκε κατ` εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον επιτρέπεται είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε, είτε βάση αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί (ΟλΑΠ 5/1985, ΑΠ 52/2009).

Τούτο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποίαν ειδική διάταξη νόμου δεν επιτρέπει την άσκηση ορισμένου ενδίκου μέσου κατά των εκδιδομένων, κατά την υπ` αυτής προβλεπόμενη διαδικασία αποφάσεων, ως εκ της φύσεως των υποθέσεων που υπάγονται σ` αυτήν, διότι δίκαιον και επιεικές είναι, τα σφάλματα του Δικαστηρίου ως προς το είδος της τηρητέας για την εκδίκαση της υποθέσεως διαδικασίας να μην αποβαίνουν σε βάρος των διαδίκων, ιδίως όταν κατά την εσφαλμένως τηρηθείσα διαδικασία δεν ερευνήθηκαν από το Δικαστήριο ενστάσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων, που ενδεχομένως θα ερευνώνταν κατά την διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, ώστε οι διάδικοι να μη στερηθούν ενδίκου μέσου που επιτρέπεται κατά της αποφάσεως, που εξεδόθη κατά την διαδικασία η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου (αρχή της μείζονος εύνοιας).

Η συγκεκριμένη πλημμέλεια, δηλαδή η αιτίαση που προσάπτεται με αναίρεση στο δικαστήριο της ουσίας ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν υπέκειτο σε έφεση βρίσκει έρεισμα στον εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο, εφόσον η επίκληση εφαρμογής εσφαλμένης διαδικασίας ανάγεται σε δικονομικούς κανόνες.

Αντίστοιχη πλημμέλεια όμως δεν προβλέπεται επί προσβολής με αναίρεση αποφάσεων ειρηνοδικείου, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 512, 466-471 ΚΠολΔ που συνιστούν δικονομικούς και όχι ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017), πέραν του ότι κατά τη ρητή διάταξη του άνω άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ ο λόγος παραβίασης (ουσιαστικού) κανόνα δικαίου δεν μπορεί να προβληθεί επί υποθέσεων μικροδιαφορών (ΑΠ 1163/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βάσιμου των ερευνώμενων κύριου και πρόσθετου αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 και 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα:

Με την από 25-11-2016 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη μόνον η πρώτη αναιρεσείουσα (εφόσον η δεύτερη αναιρεσείουσα παραιτήθηκε της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα), ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη το ποσό των 892 ευρώ, που κατέβαλε στην δεύτερη εξ αυτών για αποκατάσταση των υλικών της ζημιών, κατά την μεταξύ τους σύμβαση (μικτής ασφάλισης αυτοκινήτου) και, κατά το οποίο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της (δεύτερης ενάγουσας) και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 1.050 ευρώ, που αποτελεί τη ζημία της (θετική και αποθετική), εκ του ενδίκου ατυχήματος, που έλαβε χώρα την …, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων ζημίες εκ τροχαίων ατυχημάτων στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή.

Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τα άρθρα 591, 614 ΚπολΔ, μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015 (άρθ.4 παρ.1 α'40 Α ΚπολΔ και 1 παρ. 1 π.δ. 354/1983, άρθ. 5 Ν. 733/1977), απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως εξοφλήσεως που πρότειναν οι εναγόμενοι. Κατά της ως άνω αποφάσεως, οι ενάγοντες άσκησαν την από 3-1-2019 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 7193/2019 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση με το ακόλουθο, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογικό: "Εν προκειμένω, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με τη με αριθμό ..αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης εκθέτουν ....

Ότι η εν λόγω σύγκρουση, έλαβε χώρα από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ... Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ... Πλην όμως η αγωγή αυτή, ως εκ του είδους και της αξίας του αντικειμένου της, υπαγόταν στη διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρο 466 επ. ΚπολΔ) και συνεπώς δεν επιτρέπεται άσκηση εφέσεως κατά της επ' αυτής εκδοθείσας 72/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, παρά το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε -εσφαλμένα- κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - αυτοκίνητα.

Επομένως, η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη..". Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, αποδίδονται στην ως άνω 7193/2019 προσβαλλόμενη απόφαση: α) η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚπολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις του νέου άρθρου 614 ΚπολΔ (όπως ίσχυε μετά το Ν. 4335/2015), το οποίο αποκλείει ρητά την εφαρμογή των ειδικών διατάξεων για τις μικροδιαφορές στις εκδικαζόμενες κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υποθέσεις (κύριος λόγος αναιρέσεως) και, β) οι εκ των άρθρων 560 αρ. 1 και 6 ΚπολΔ πλημμέλειες, για το λόγο ότι παραβίασθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 512 ΚπολΔ, 466 έως 472 ΚπολΔ ,12 παρ. 1 ΚπολΔ και αυτές των άρθρων 591 παρ. 6 ΚπολΔ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

Άπαντες οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι όμως είναι απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος πέραν του ότι πρόκειται για υπόθεση μικροδιαφορών που ρητά εξαιρείται του άρθρου 560 αρ.1ΚΠολΔ, διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του συνιστά η παραβίαση (υπό τη μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ενώ η επικαλούμενη παραβίαση ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 512, 466-472 ΚΠολΔ που συνιστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, και συνεπώς αυτή προβάλλεται μόνον με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ, ο οποίος ωστόσο δεν προβλέπεται στις υποθέσεις του ειρηνοδικείου.

Ο δε δεύτερος (πρόσθετος λόγος για την εκ πλαγόυ παραβίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚπολΔ), είναι απορριπτέος, διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του αποτελεί η έρευνα της υπόθεσης κατ` ουσίαν από το Εφετείο, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

Έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος ενόψει της ερημοδικίας των αναιρεσίβλητων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 16-9-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 3-9-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της με αριθμό 7193/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα Γ. Μ. του Α..

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16-9-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 3-9-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της με αριθμό 7193/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ