Appeal dismissed; court upheld lower court's finding that collective agreements bind parties regardless of general mandatory status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court found that the plaintiff, an internal journalist, was bound by specific collective agreements applicable to her profession, even though those agreements were not declared generally mandatory by the Ministry of Labor. The court ruled that the parties had explicitly agreed to apply these collective terms to their employment contract, making them binding regardless of the collective agreements' general mandatory status or the parties' union membership. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied the law to the proven facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Collective agreements bind the parties to the employment relationship if agreed upon, irrespective of their general mandatory status or the parties' union membership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2075 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι κλαδικές και οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν αυτές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας επεκταθούν και κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η δέσμευση, στην περίπτωση αυτή, αρχίζει από την ημέρα εκδόσεως της Υπουργικής Αποφάσεως, ή, αν η επέκταση είχε ζητηθεί από το Συνδικάτο, από την ημέρα υποβολής του αιτήματος αυτού. Η δέσμευση άλλων προσώπων από τους κανονιστικούς όρους μιας ΣΣΕ μπορεί ακόμη να επέλθει είτε εκουσίως είτε με νόμο. Στις περιπτώσεις της εκούσιας ή νομοθετικής επεκτάσεως της ισχύος μιας ΣΣΕ η δέσμευση είναι αυτοδίκαιη και δεν προϋποθέτει την κήρυξη αυτής γενικώς υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
Αριθμός 2075/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γκότση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Χριστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 714/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7444/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της, ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού, διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 § 2 και 11 § 2 του ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές και οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν αυτές, οι οποίες δεσμεύουν ήδη το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, επεκταθούν και κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος.
Η δέσμευση δε στην περίπτωση αυτή αρχίζει από την ημέρα εκδόσεως της Υπουργικής Αποφάσεως ή, αν η επέκταση είχε ζητηθεί από το Συνδικάτο, από την ημέρα υποβολής του αιτήματος αυτού. Περαιτέρω, η δέσμευση άλλων προσώπων από τους κανονιστικούς όρους μιας ΣΣΕ, μπορεί ακόμη να επέλθει είτε εκουσίως, με τη συνυπογραφή της ΣΣΕ, την προσχώρηση σ' αυτήν με έγγραφη δήλωση των εργατικών και εργοδοτικών σωματείων και με την ατομική επέκταση της δεσμεύσεως, είτε με νόμο.
Στις περιπτώσεις της εκούσιας ή νομοθετικής επεκτάσεως της ισχύος μιας ΣΣΕ η δέσμευση είναι αυτοδίκαιη και δεν προϋποθέτει την κήρυξη αυτής γενικώς υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατ' ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα:
Η εναγομένη, ιδιοκτήτρια της ημερήσιας αθλητικής εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην ..., με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσέλαβε, την 1-5-1998, την ενάγουσα, η οποία δεν είχε προϋπηρεσία ως συντάκτρια εφημερίδας, ήταν όμως πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, καθώς και σχολής δημοσιογραφίας με εξειδίκευση στην αθλητική δημοσιογραφία, γνώριζε τέσσερις ξένες γλώσσες (γαλλικά άριστα, αγγλικά πολύ καλά και ιταλικά και ισπανικά μέτρια) και χειριζόταν άριστα τους Η/Υ, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, αρχικά ως μαθητευόμενη και μετά παρέλευση τριμήνου ως εσωτερική αθλητική συντάκτρια της άνω εφημερίδας.
Ειδικότερα, η πρόσληψή της έγινε από τον τότε διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας ..., ο οποίος, εκτιμώντας τα αυξημένα τυπικά της προσόντα, της ανέθεσε αμέσως την επιμέλεια της σταθερής στήλης της εφημερίδας "Τα άλλα σπορ", στην οποία (στήλη) έγγραφε καθημερινά ενυπόγραφα άρθρα, με ειδήσεις και ρεπορτάζ για τα αθλήματα της ιστιοπλοϊας, ποδηλασίας , χειροσφαίρισης, επιτραπέζιας αντισφαίρισης κλπ.
Παράλληλα της ανέθεσε τη συλλογή και δημοσίευση αθλητικών ειδήσεων από ελληνικά και διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, , τη λήψη συνεντεύξεων από σημαντικά πρόσωπα του αθλητικού χώρου , καθώς και την κάλυψη των ειδήσεων και ρεπορτάζ των ποδοσφαιρικών ομάδων αρχικά της Β' και στη συνέχεια της Α' Εθνικής κατηγορίας.
Από το έτος 2002 η ενάγουσα ανέλαβε μαζί με το συνάδελφό της ... την επιμέλεια της μόνιμης στήλης "...", στην οποία έγραφε καθημερινά όλες τις σημαντικές ειδήσεις που αφορούσαν τους επικείμενους ολυμπιακούς αγώνες (2004). Για την εκτέλεση των άνω καθηκόντων της προσερχόταν καθημερινά στα γραφεία της εφημερίδας, στην ...
επί της οδού ..., όπου και εργαζόταν επί 8ωρο ημερησίως (συνήθως από 13.00 έως 21.00), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ενώ μερικές φορές, όταν επρόκειτο να λάβει συνέντευξη ή να παρακολουθήσει κάποια αθλητική εκδήλωση, απασχολείτο εκτός γραφείου. Η εργασία της, δηλαδή, ήταν κυρίως εργασία " εσωτερικού συντάκτη" και δευτερευόντως "εξωτερικού συντάκτη".
Τα καθήκοντα του τελευταίου συνίστανται αποκλειστικά στην κάλυψη αθλητικών γεγονότων (αγώνων κλπ), τη λήψη συνεντεύξεων από αθλητικούς παράγοντες κλπ, τη συλλογή πληροφοριών και την εν γένει παρακολούθηση της αθλητικής επικαιρότητας με επιτόπια μετάβαση του συντάκτη στους χώρους των αθλητικών εκδηλώσεων.
Ο εξωτερικός συντάκτης απασχολείται προεχόντως εκτός των γραφείων της εφημερίδας, στην οποία προσέρχεται μόνο για να παραδώσει το υλικό του ή για να συντάξει το σχετικό με το ρεπορτάζ του άρθρο που δημοσιεύεται, πολλές φορές ενυπόγραφο, μετά από έλεγχο του συντάκτη ύλης και του αρχισυντάκτη. Αντίθετα, ο εσωτερικός συντάκτης απασχολείται προεχόντως στα γραφεία της εφημερίδας, επιμελείται της σύνταξης άρθρων με ειδήσεις και ρεπορτάζ, έχει πολλές φορές δική του στήλη στην εφημερίδα και υπόκειται στον έλεγχο του προϊσταμένου του τμήματός του, καθώς κα του αρχισυντάκτη, που είναι και ο μόνος αρμόδιος για τον τελικό έλεγχο και την έγκριση κάθε δημοσιεύματος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα εργαζόταν ως "εξωτερική συντάκτρια", αφού η τελευταία απασχολείτο κατά κύριο λόγο εντός του γραφείου της εφημερίδας, έχοντας τα προαναφερόμενα καθήκοντα και όχι εκτός γραφείων , με αποκλειστικά καθήκοντα την κάλυψη αθλητικών γεγονότων, τη συλλογή πληροφοριών και τη λήψη συνεντεύξεων.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι κατά τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως οι διάδικοι συμφώνησαν ότι θα εφαρμόζονται στη μεταξύ τους σχέση οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε εφημερίδες- μέλη της ΕΙΗΕΑ" , ήτοι εν προκειμένω οι από 16-12-97, 30-12-99, 26-6-01, 10-4-02 και 14-5-03 ΣΣΕ και ορισμένα άρθρα προγενέστερων ΣΣΕ (όπως των από 26-10-89 και 16-11-90 ΣΣΕ) που διατηρήθηκαν σε ισχύ, καθώς και οι συναφθείσες μεταξύ ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ ιδιωτικές συμφωνίες (η από 26-6-01 ιδιωτική συμφωνία).
Με τη συμφωνία αυτή που είναι καθ' όλα έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), οι όροι των άνω ΣΣΕ και ιδιωτικών συμφωνιών, κατέστησαν αναπόσπαστο μέρος της ατομικής εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας και εφαρμόζονται από της ενάρξεως της ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνο κηρύξεως των ΣΣΕ γενικώς υποχρεωτικών ή της ιδιότητας των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ).Από της προσλήψεώς της (1-5-1998) η ενάγουσα παρείχε την εργασία της υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο της εργοδότριάς της, πλην όμως η τελευταία δεν της κατέβαλλε καθόλου τις αποδοχές μέχρι και τον Αύγουστο του 1998, έκτοτε δε και μέχρι 1-12-2003 που λύθηκε η σύμβαση των διαδίκων (με οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας ) της κατέβαλλε αποδοχές που υπολείπονταν των συμφωνημένων-νομίμων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ορθώς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως εσωτερική συντάκτρια και, ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς το χαρακτηρισμό της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης ως συμβάσεως εσωτερικού συντάκτη και όχι εξωτερικού συντάκτη, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα του ως άνω υπαγωγικού συλλογισμού.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7444/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ