Legislator Case Law & Legislation
2075/2007 AI generated

2075/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2075/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1086/1621.18/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/6/2006 αίτησή του και τους από 1/11/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 2/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου.

Legislator headnote

AI generated

2075/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Keywords

AI generated
war damages reparation act of accession of Greece reparations for ethnic persecution decisions relating to emoluments public levies dispute development charges
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2075 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2075/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο Γιαννιτσών Στυλιανό Βαμβίνη του Αθανασίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καπουρτζούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., Δικηγόρου και κατοίκου Γιαννιτσών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1086/1621.18/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/6/2006 αίτησή του και τους από 1/11/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 2/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως με τα άρθρα 48 παρ. 1 και 52 εδαφ. γ του ν.δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" και τα άρθρα 90 και 94 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται προκειμένου για την έναντι των ΝΠΔΔ και του Δημοσίου πενταετή παραγραφή των απαιτήσεων των τρίτων..

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και μοναδικός λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο, παρά την υποχρέωσή του να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την πενταετή παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής σε βάρος του αποτελούντος ΝΠΔΔ αναιρεσείοντος Δήμου Γιαννιτσών, παρέλειψε να το πράξει, είναι απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στα αναιρετήρια (κύριο και πρόσθετο) ότι ο ως άνω περί περιγραφής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων" σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της συνισταμένης σε ορισμένη χρηματική απαίτηση αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση εκ του άρθρου 102 του ίδιου Κώδικα, η οποία έχει ως βάση ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο και τούτο μπορούσε να το αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αναφερόμενο σε ορισμένη χρηματική ποσότητα αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των.

Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος , αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋπόθεσης εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως αν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Στον αναιρεσίβλητο, που είναι δικηγόρος, ύστερα από εντολή του αναιρεσείοντος Δήμου Γιαννιτσών, με βάση τη με αρίθμ. 83/13-10-1995 ομόφωνη απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, ανατέθηκε δια του Δημάρχου Μ1 επειδή δεν απασχολούσε κάποιο δικηγόρο με πάγια αντιμισθία, η υπόθεση της διεκδίκησης των πολεμικών του επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκειμένου να αποζημιωθεί για τις ζημιές που υπέστη από την εγκληματική συμπεριφορά του Γερμανικού καθεστώτος της περιόδου 1941-1944, καθώς επίσης και στους συναδέλφους του Χ1 και Χ2 με τη προβλεπόμενη από το νόμο αμοιβή πληρεξουσίων δικηγόρων και συγκεκριμένα από το άρθρο 290 του ΠΔ 323/1989.

Ο αναιρεσίβλητος που ήταν γνώστης των ιστορικών γεγονότων της ανωτέρω περιόδου, συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την από 21-2-1996 αγωγή, που νομίμως επιδόθηκε στο εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο την 15-9-1996. Στην αγωγή περιγράφει τις γενόμενες καταστροφές των πραγμάτων της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος Δήμου Γιαννιτσών, στους αναφερόμενους χρόνους, προσδιορίζει με ακρίβεια την αξία καθενός από αυτά κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και τη συνολική τους αξία στο ποσό των 434.000.000 δραχμών.

Του περιεχομένου της ανωτέρω αγωγής έλαβε γνώση τόσο ο αναιρεσείων Δήμος, όσο και οι δύο συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου Χ2 και Χ1, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν το ύψος του αγωγικού αιτήματος και ειδικότερα δεν διατύπωσαν κάποια αντίρρηση σχετικά με το ότι αυτό ήταν προφανώς εξογκωμένο στο σύνολό του ή σε ορισμένα σημεία.

Τα αμέσως ανωτέρω ενισχύονται και από το ότι κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών στις 7-4-1998 ο τότε ενάγων Δήμος Γιαννιτσών, δια του νομικού του συμβούλου Χαράλαμπου Καπουρτζίδη, στον οποίο είχε αναθέσει πλέον την υπόθεση συζήτησε αυτή, χωρίς να περιορίσει το αίτημα της αγωγής.

Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Χ2 αποδεικνύεται ότι μεταξύ του εναγόμενου Δήμου και του ενάγοντος δεν έγινε ρητή συμφωνία ότι ο τελευταίος στον οποίο ο εναγόμενος ανέθεσε την ως άνω υπόθεση δεν θα εισπράξει αμοιβή. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι στις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ του τότε Δημάρχου του αναιρεσείοντος Μ1 και του Δ.Σ του Δικηγορικού Συλλόγου Γιαννιτσών δεν είχε λεχθεί ρητά κάτι σχετικά μ' αυτό.

Με βάση τα ανωτέρω, τα όσα αντιθέτως ενόρκως βεβαιώνει ο μάρτυρας ανταποδείξεως Μ1 ελάχιστα πειστικά κρίνονται. Ενόψει αυτών η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που προέβαλε ο αναιρεσείων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την υπόθεση που του ανέθεσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 290 του ΠΔ 323/1989 αμοιβή και ότι ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του δεν δημιούργησε στον αναιρεσείοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα του καταβάλει αμοιβή για τις ως άνω υπηρεσίες που του προσέφερε.

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και η ένσταση του αναιρεσείοντος με την οποία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός της αμοιβής του ενάγοντος κατά το άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων πρέπει να γίνει επί του ποσού των 50.000.000 δραχμών που πραγματικά έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή και όχι επί του αιτήματος αυτής των 430.000.000 δραχμών, που είναι προφανώς εξογκωμένο, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα ποσό 12.737 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, και, κατά μερική παραδοχή της τελευταίας, αναγνώρισε ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο το ίδιο ως άνω ποσό ατόκως.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών καθώς και εκείνων του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος κατά το δεύτερο και τρίτο μέρη του, και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, εκ των άρθρων 559 αρίθμ. 1 περ α και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος, κατά τις από τους αριθμούς 11 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο:

α) δεν έλαβε υπόψη του την 154/2-9-2005 ένορκη βεβαίωση του Μ1, που νόμιμα προσκόμισε, υπό την έννοια ότι δεν προσέδωσε στη βεβαίωση του εν λόγω μάρτυρά του την ανάλογη αξιοπιστία και β) δεν έλαβε υπόψη του όσα πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν από τον ως άνω μάρτυρά του, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη για εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρίθμ 1 περ. β Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την παραδοχή του πως η αξία του αντικειμένου της από 21-2-1996 αγωγής, που κατ' εντολή του αναιρεσείοντος συνέταξε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, ανερχόταν στο ποσό των 434.000.000 δραχμών και το αίτημά της δεν ήταν εξογκωμένο, αν και αφορούσε σε ζημίες καταστραφέντων αντικειμένων και εγκαταστάσεων ευτελούς ποιότητας, παρεβίασε αντίθετο δίδαγμα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση διδάγματος της κοινής πείρας δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρίθμ 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν δέχθηκε ως αληθινά και ανταποκρινόμενα προς τα πράγματα τα από τους μάρτυρές του Μ1 και Χ2 κατατεθέντα πραγματικά για την ένδικη διαφορά. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση και τους από 1-1-2006 πρόσθετους λόγους του Δήμου Γιαννιτσών περί αναιρέσεως της 79/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ