Legislator Case Law & Legislation
2075/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, ruling facts and evidence evaluation are non-reviewable.

Case Number 2075/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment in a personal injury case involving a pedestrian and a motorcyclist. The appellant argued the lower court erred in applying legal provisions regarding fault, but the court held that the assessment of evidence and the weighing of facts fall under the exclusive discretion of the trial court. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate a clear legal error in the application of substantive law, as the court's reasoning on the parties' conduct was sufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the trial court's evaluation of evidence or the weighing of facts, and an appeal based on alleged errors in applying substantive law is inadmissible unless the application is clearly erroneous and renders the legal reasoning impossible to verify.

Keywords

AI generated
tort liability fault assessment appeal admissibility evidence evaluation non-reviewable discretion substantive law application judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 527(1) of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2075 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2075/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κλάππα, ο οποίος ανακάλεσε την από 19 Νοεμβρίου 2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαϊου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3629/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2653/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπN/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη και τις παραδοχές της πρωτόδικης (3629/2001 απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών) που ενσωματώθηκε σ΄ αυτή, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Την 10.9.1999 και την 17.00 ώρα ο ενάγων βρισκόταν πεζός

στην οδό Φιλελλήνων των Αθηνών στο ύψος του αριθμού 4. Η οδός αυτή είναι μονόδρομος και έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 12μ. Ο ενάγων είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα τον παραπάνω δρόμο από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων. 'Αρχισε λοιπόν ο πεζός να διασχίζει διά μέσου των σχεδόν ακινητοποιημένων, λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης, οχημάτων τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας.

΄Oταν έφθασε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας κινιόταν σ' αυτή ένα λεωφορείο, το οποίο επίσης είχε διακόψει την κίνησή του λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης και έτσι ο πεζός συνέχιζε να διασχίσει, μπροστά από το λεωφορείο και την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. ΄Οταν όμως ο πεζός βγήκε στην τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας, μη έχοντας πλέον κάλυψη από το λεωφορείο, κινιόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής η ....δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε κανονικά με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων την ώρα (όριο ταχύτητας 50 χλμ ανά ώρα) o ....

και την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη κάλυπτε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "Αγροτική ΑΕ". 0 .... αντιλήφτηκε ξαφνικά και σε ελάχιστη απόσταση τον πεζό, να προσπαθεί να διασχίσει τη λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία κινιόταν ο ίδιος και ενήργησε αμέσως αποφευκτικά, ενεργώντας αριστερό ελιγμό του διτρόχου. 'Ομως δεν κατάφερε ο παραπάνω οδηγός ν' αποφύγει τον πεζό, τον οποίο κτύπησε με το δεξιό μέρος του τιμονιού της μοτοσυκλέττας με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο - οδηγός και πεζός- κάτω προς τη δεξιά πλευρά του δρόμου, όπου είναι και το ρείθρο του πεζοδρομίου και να κτυπήσει ο πεζός ενάγων στα κάγκελα που υπάρχουν επάνω στο ρείθρο.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλακέντων στο παραπάνω ατύχημα προσώπων και το προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας. Με τα δεδομένα αυτά αποκλειστικά υπαίτιος του παραπάνω ατυχήματος και του αποτελέσματος που είχε να τραυματιστεί ο ενάγων είναι ο ίδιος, διότι αυτός από έλλειψη της προσοχής επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό Φιλελλήνων, που είναι δρόμος με πυκνή κίνηση οχημάτων, εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπήρχαν σε απόσταση 27μ.

από το σημείο του ατυχήματος και τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει (άρθρο 38 παρ. 4 περ. α΄ του ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.). Σε κάθε όμως περίπτωση, εφόσον απεφάσισε να διασχίσει ο ενάγων το δρόμο εκτός διαβάσεων, όφειλε, κινούμενος διά μέσου οχημάτων που προσωρινά είχαν διακόψει την κίνησή τους λόγω της συμφόρησης που αναφέρθηκε να ελέγξει ότι με την αντικανονική αυτή κίνησή του δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 περ.

ε΄ του Κ.Ο.Κ.). Αντίθετα αυτός αφού διέσχισε και τις τρείς λωρίδες κυκλοφορίας και πέρασε μπροστά από το ακινητοποιημένο στην τρίτη λωρίδα λεωφορείο και πριν διασχίσει την τέταρτη λωρίδα όφειλε να ελέγξει την κίνηση και στη λωρίδα αυτή, την οποία επρόκειτο να διασχίσει, και εφόσον είναι επιτρεπτή η μεταξύ παράλληλα κινουμένων οχημάτων κίνηση διτρόχων, ν' αναμείνει τη διέλευση του διτρόχου του ....

πριν επιχειρήσει τη διάβαση της τέταρτης λωρίδας. Αντίθετα προς την αμελή συμπεριφορά του πεζού δεν αποδείχτηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν αμέλεια του οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο οδηγός κινιόταν κανονικά (με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα) στο αριστερό άκρο της τέταρτης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Φιλελλήνων, οδηγώντας με σύνεση και προσοχή, έχοντας ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις συνθήκες του δρόμου.

Ο οδηγός αυτός βρισκόταν σε αντικειμενική αδυναμία να αντιληφτεί την κίνηση του πεζoύ, ο οποίος είχε κάθετα, όπως προαναφέρθηκε, διασχίσει τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου, διότι το οπτικό του πεδίο ήταν περιορισμένο λόγω του παράλληλα και μπροστά απ' αυτόν κινουμένου λεωφορείου και δεν ήταν δυνατόν ν' αναμένει ότι ξαφνικά θα βρισκόταν μπροστά του πεζός, τον οποίο αντιλήφτηκε σε ελάχιστη απόσταση, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ο οποίος ήταν ενδεδειγμένος για την αποφυγή της παράσυρσης του πεζού, ο οποίος όμως δεν αποφεύκτηκε λόγω της ελάχιστης απόστασης που χώριζε το κινούμενο δίτροχο από τον πεζό.

Ούτε άλλωστε αποδείχτηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο αυξημένη ταχύτητα στο δίτροχο και κυρίως η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αύξηση της ταχύτητας στη μοτοσικλέτα, ισχυρισμός που προβάλλεται το πρώτον με την αγωγή. Αλλά ούτε και η επικαλούμενη υπέρβαση από δεξιά άλλου οχήματος από τη μοτοσικλέτα του ...

αποδείχτηκε, εφόσον η κίνηση διτρόχου μεταξύ παράλληλα κινουμένων οχημάτων δεν αποτελεί υπέρβαση. Εφόσον λοιπόν αποδείχτηκε ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο που με όμοιες σκέψεις απέρριψε την αγωγή, ορθά ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την κρινόμενη έφεση είναι ουσιαστικά αβάσιμα και η έφεση πρέπει ν΄ απορριφθεί στο σύνολό της". ΄Ετσι κρίνοντας το Εφετείο και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Δεν παραβίασε α) τις παραπάνω διατάξεις, που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε στην υπόθεση, β) ούτε τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο των άρθρων 12 παρ. 1 εδ. β, 16 παρ. 1-3, 17 παρ. 1-3 και 5, 19 παρ. 1-3 και 39 παρ. 1-5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), με παράλειψη εφαρμογής ή ορθής εφαρμογής τους και γ) ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

΄Ετσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Συνακόλουθα, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα και προσάπτουν, με ανεπτυγμένες (αβάσιμες) αιτιολογίες, τις αντίστοιχες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους που πλήττουν, με το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάμεσα στα οποία και αυτά της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ως άνω αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αναφέρονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, δηλαδή α) την από 12-6-2003 δήλωση, για συνυπαιτιότητα στο ατύχημα, του ...

οδηγού της μοτοσικλέτας, προς τον αναιρεσείοντα, ενόψει ποινικής δίκης (για σωματική βλάβη από αμέλεια εντελώς ελαφρά σε βάρος του τελευταίου), που έγινε την ίδια ημερομηνία (12.6.2003), β) την 8035/12.6.2003 απόφαση του Γ΄ μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην οποία (κατά τα υποσχεθέντα) επαναλήφθηκε η δήλωση του κατηγορούμενου για τη σωματική βλάβη ως άνω ....

ότι "υπήρχε συνυπαιτιότητα δική του και του μηνυτή" και γ) την από 10-12-1999 προανακριτική απολογία του ίδιου ...., όπου προσδιορίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας σε σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Για τη συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών, για τα οποία έγινε ειδικός λόγος στην από 24.6.2003 έφεση του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη και οι συναφείς ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης στις από 2.12.2003 προτάσεις της στο Εφετείο, κατά τους οποίους ο αναιρεσείων στο ποινικό δικαστήριο ζήτησε να μην τιμωρηθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας , αφού προηγουμένως απέσπασε απ΄ αυτόν τις άνω δηλώσεις του για ύπαρξη ευθύνης του, παρά το γεγονός ότι ο οδηγός αυτός "τόσο στην προανακριτική του κατάθεση, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε αρνηθεί κάθε υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα", επομένως οι δηλώσεις του είχαν σκοπιμότητα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός, που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, διότι αποδείχτηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος (στο οποίο τραυματίστηκε) είναι ο ίδιος ο παθών, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε και η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) ασφαλιστική εταιρεία. ΄Ολοι οι αντίθετοι αγωγικοί ισχυρισμοί και λόγοι της από 24-6-2003 έφεσης του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) κατά της πρωτόδικης 3629/2001 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (που επικυρώθηκε) απορρίφθηκαν στην ουσία ως αβάσιμοι με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τις από 2-12-2003 εμπρόθεσμες προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη ζήτησε αιτιολογημένα την απόρριψη της έφεσης γιατί δεν ήταν νόμιμη και βάσιμη, ισχυρίστηκε δε παραδεκτά και πάλι, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου της (άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του είναι ο αναιρεσείων, για τους εκτιθέμενους εκεί λόγους, ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν βαρύνεται με κάποια αμέλεια στην επέλευση του ατυχήματος αυτού.

Με αυτά τα δεδομένα, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, ότι τάχα το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί εδώ για την απόρριψη της αγωγής έλαβε υπόψη παρά το νόμο "τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι τυγχάνει αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των επιζήμιων απ΄ αυτό συνεπειών ο αναιρεσείων - πεζός", παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός στην κατ΄ έφεση δίκη δεν επαναφέρθηκε σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔικ και άρα ήταν απαράδεκτος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 2653/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ