Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations for car accident damages exceeding five-year limit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a car accident claim. The court found that while the plaintiff's initial claim was time-barred, future damages arising from the accident were not, creating a valid legal ground for appeal. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination of the future damages claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 para. 2 of Law 489/1976; Art. 268 of the Civil Code: The five-year limitation period for car accident claims begins the day after the accident; future damages resulting from the same accident do not restart the limitation period and are subject to the same five-year limit from the accident date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2074 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2074/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 4-1-2022 δήλωση, καθώς και με τις από 4-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρίας.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοπίστη Σπανού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2564/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-8-2020 (αρ. ειδ. κατ. 279/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 179/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης (αρθ. 681Α Κ.Πολ.Δ. έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω πενταετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην πενταετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Για την έναρξη της πενταετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του κ.ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 8/2007). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα πενταετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 παρ.1 ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010). Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (αντικατασταθέν από το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013), η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (ΚΠολΔ 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην δε παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 261 ΑΚ ορίζεται ότι: " η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.
Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται, γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρώς από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη.
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (βλ.
ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους. Τούτο δε καθ' όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1445/2018). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω προκλήσεως παράνομης ζημίας, ήτοι σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο για το οποίο έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων, για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται κατ'αρχήν η επιμήκυνση τη πενταετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017, ΑΠ 8/2007).
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 317/2013), όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για την επιδίκαση διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενέστερου χρόνου, η παραγραφή για την οποία, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976, άρχισε την επομένη ημέρα του ατυχήματος (ολ ΑΠ 38/1996, ολ ΑΠ 23/1994).
Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει τη "διακοπή" της παραγραφής, ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά το νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 117/2004).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με την μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικα εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος (και ο Π. Σ., ήδη μη διάδικος) με την από 30-11-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 517/2010 προγενέστερη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιστορούσε ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 4-8-2008, στην Επαρχιακή Οδό Ν.
Μουδανιών-Παλιουρίου, η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων-αναιρεσίβλητος) συνεκρούσθη με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Χ. Μ. (μη διάδικος στην προκείμενη δίκη), ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, τα αναγραφόμενα ποσά ως αποζημίωση για την θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του, κατά το ως άνω ατύχημα, καθώς και τα αναγραφόμενα ποσά για την αποθετική ζημία και δη για την απώλεια εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από την επέλευση του ατυχήματος μέχρι τον Ιούνιο του 2010.
Με την υπ' αριθμό 1346/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποκλειστικά υπαίτιος της προκλήσεως του ατυχήματος κρίθηκε ο ως άνω οδηγός του- ασφαλισμένου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- ΙΧΕ αυτοκινήτου (Χ. Μ.), συνυπαίτιος δε στην επέλευση και έκταση του τραυματισμού του κρίθηκε ο ίδιος ο ενάγων-ήδη αναιρεσείων, κατά ποσοστό 30%, λόγω μη χρήσης κράνους και επίσης κρίθηκε μόνιμα ανάπηρος και ανίκανος συνεπεία του τραυματισμού του να εργασθεί ως τεχνίτης οικοδόμος, εργασία, την οποία ασκούσε μέχρι τον τραυματισμό του και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμα τα αγωγικά κονδύλια, όπως ακριβώς αναγράφεται στο αιτιολογικό και σκεπτικό της.
Ακολούθως, με την από 25-6-2013 (αρ. εκθ. Καταθ. 19936/29-7-2013) επίσης προγενέστερη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείουσα και ο μη διάδικος Χ. Μ.), οφείλουν να του καταβάλουν τα αναγραφόμενα ποσά, έκαστος εις ολόκληρον, ως απώλεια εισοδήματος, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του, αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων του, συνεπεία του τραυματισμού του, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2050, οπότε θα συνταξιοδοτείτο.
Επί της αγωγής αυτής το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 73/2016 τελεσίδικη απόφασή του, έκρινε τον ενάγοντα εν μέρει ανίκανο προς εργασία για το το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι την 31-12-2016 και επιδίκασε αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων που θα αποκέρδαινε από την εργασία του κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα και δεν τραυματιζόταν, ενώ απέρριψε ως πρόωρα ασκηθείσα την αξίωση αποζημίωσης για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από την 1-1-2017 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2050, με την αιτιολογία ότι "από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στη δίκη λόγω της διαρκώς μεταβαλλόμενης κατάστασης στη συγκεκριμένη αγορά εργασίας και του ύψους των καταβαλλόμενων αποδοχών, αλλά και της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης, η οποία πλήττει κυρίως τους ασχολούμενους με τις οικοδομικές δραστηριότητες, το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαγνώσει, για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, το ύψος των αποδοχών που κατά μήνα θα εισέπραττε ο ενάγων, αλλά ούτε και την μετέπειτα κατάσταση της υγείας του".
Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την ένδικη από 16-3-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5696/7-4-2017 αγωγή του, στην οποία ιστορούσε ότι μετά την πάροδο εννέα ετών από το ατύχημα δεν αποκαταστάθηκε η υγεία του και έχει μόνιμες και μη ανατάξιμες εγκεφαλικές βλάβες, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί ν' ασκήσει οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα για όλη τη ζωή του και ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά του στο σύνολό του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω προαναφερομένων εναγομένων να του καταβάλουν, ως απώλεια εισοδήματος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το προαναφερθέν τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως και την συνταξιοδότησή του, που θα λάμβανε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2050, το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό, καταβλητέο εφάπαξ.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη 179/2019 απόφασή του, δικάζοντας επί της ένδικης (τρίτης κατά χρονολογική σειρά) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και κρίνοντας επί της προβληθείσας από τους εναγομένους ενστάσεως πενταετούς παραγραφής της αξιώσεώς του για διαφυγόντα εισοδήματα, του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 4-8-2008 και περί ώρα 03.50', ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά τον παραπάνω χρόνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και κινούμενος στο 25ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Ν.Μουδανίων-Παλιουρίου Χαλκιδικής, προκάλεσε με αποκλειστική υπαιτιότητά του ατύχημα, όταν το πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε, συγκρούσθηκε με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ο τελευταίος.
Για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, η υπ' αριθμόν 1346/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων, με αριθμούς εκθ.
καταθ. 3669/11-11-2011 (των εναγομένων) και 753/2-3-2012 (του ενάγοντος), οι οποίες εφέσεις στρέφονταν κατά της υπ' αριθμόν 26581/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (και της συνεκκαλούμενης με αυτήν υπ' αριθμόν 2524/2011 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, από τον ενάγοντα και τον Π.
Σ., ως ιδιοκτήτη της ανωτέρω δίκυκλης μοτοσικλέτας, που καταστράφηκε ολοσχερώς από την ένδικη σύγκρουση, κατά των εναγομένων από 30-11-2009 (αριθμ.εκθ. καταθ. 517/8-1-2010) αγωγή αποζημίωσης, η οποία στηριζόταν στην ίδια με την υπό κρίση αγωγή ιστορική και νομική αιτία [...]. Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση, κρίθηκε ότι συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 30%, στην πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι είναι ο ενάγων λόγω της παράλειψής του να φέρει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προστατευτικό κράνος.
Κρίθηκε, περαιτέρω, με την ως άνω απόφαση, ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρά από το ένδικο ατύχημα και διακομίσθηκε διασωληνωμένος με ασθενοφόρο από το Κέντρο Υγείας Κασσανδρείας στο Νοσοκομείο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" της Θεσσαλονίκης, με χαμηλό επίπεδο συνείδησης και αντίδραση μόνο στα επώδυνα. Έφερε ευμέγεθες θλαστικό τραύμα (αρ) μετωπροβρεγματικά και άνω χείλους, ανισοκορία υπέρ της (αρ) και σημείο raccoon eyes.
Ο απεικονιστικός έλεγχος έδειξε παρουσία μικρών αιμορραγικών εστιών στη γέφυρα και το μεσεγκέλαδο, συνοδό υπαρραχνοειδή αιμορραγία στο σκηνίδιο της παραγκεφαλίδας και στις φλοϊκές αύλακες του θόλου του μετωπιαίου και βρεγματικού λοβού (αρ), μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα κροταφομετωπιαία (αρ), μικρού βαθμού οίδημα κυρίω στην κατανομή του (αρ) εγκεφαλικού ημισφαιρίου, κατάγματα στην οροφή αμφοτέρων των οφθαλμικών κόγχων, κατάγματα πολλαπλά στις ηθμοειδείς κυψέλες, δύο κατάγματα του σφηνοειδούς ζυγωματικού οστού με παρεκτόπιση, κατάγματα ρινικών οστών, μικρό κάταγμα στο κάτω χείλος του ιγμορείου, διάσταση-κάταγμα της άνω γνάθου και διάσταση μεταξύ αρ.
πτερυγοειδούς απόφυσης και κάτω γνάθου, πνευμονικές θλάσεις στα βασικά τμήματα των κάτω λοβών. Νοσηλεύθηκε στο πιο πάνω νοσοκομείο μέχρι την 26-9-2008, οπότε εξήλθε με ικανοποιητικό επίπεδο συνείδησης και επικοινωνίας, παρουσίαζε όμως βραδυψυχισμό και αναφερόμενες διαταραχές συμπεριφοράς. Του συνεστήθη εντατική φυσικοθεραπεία, αποφυγή έντονης σωματικής κόπωσης και καταπόνησης, λήψη αντιεπίληπτικής αγωγής, σε περίπτωση δε επιμονής των διαταραχών συμπεριφοράς, συνεστήθη ψυχιατρική επανεκτίμηση και επανεξέταση με αξονική τομογραφία εγκεφάλου εντός μηνός.
Κατόπιν επανεξετάσεων (αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας και κλινικών εξετάσεων), στις οποίες υποβλήθηκε στη συνέχεια, διαπιστώθηκε η παρουσία καταγμάτων στη μείζονα πτέρυγα του σφηνοειδούς-έξω τοίχωμα του αρ. οφθαλμικού κόγχου και στο αρ. ημιμόριο του μετωπιαίου εγκεφαλικού οστού και αντιπροσωπευτικές ενδείξεις μετατραυματικής αρχής θλάσης του εγκεφαλικού οστού και ήπια διεύρινση των παλγίων κοιλιώ ν του εγκεφάλου και, συνεπεία αυτών, βρέθηκε να πάσχει από μεταδιασεισικό σύνδρομο, οξύ μετατραυματικό σοκ, έντονο άγχος, καταθλιπτικό συναίσθημα, ευερεθιστότητα και επιθετικότητα και ακολούθησε ψυχοθεραπευτική αγωγή.
Στη συνέχεια, με γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, κρίθηκε ανάπηρος από 26-6-2009 έως 30-6-2011 με ποσοστό αναπηρίας 55% και από 16-12-2011 έως 31-12-2014 με ποσοστό αναπηρίας 67%, ως πάσχων από παλαιά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με κρίσεις επιληψίας και μετατραυματικό σύνδρομο. Τέλος, σύμφωνα με την 488/11-12-2013 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου "Γ.
ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" της Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματική επιληψία μετά από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Έκτοτε, παρουσιάζει ο ενάγων επιληπτικές κρίσεις, βραδυψυχισμό και διαταραχές συμπεριφοράς. Οι επιπληπτικές κρίσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να προσδιορισθεί κατ'έτος εκδηλώνονται με κραυγή, πτώση στο έδαφος και γενικευμένους τονικοκλονικούς σπασμούς, ενώ χρήζουν θεραπευτικής αγωγής διά βίου, καθόσον οι εγκεφαλικές βλάβες δεν είναι ανατάξιμες.
Επίσης, έγινε δεκτό με την πιο πάνω απόφαση, ότι , προ του ατυχήματος ο ενάγων εργαζόταν ως τεχνίτης οικοδόμος, με εργοδότη τον πατέρα του Π. Σ., αποκερδαίνοντας από την εργασία αυτή καθαρό ημερομίσθιο 50 ευρώ και ότι, συνεπεία του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία από την επομένη ημέρα του ατυχήματος (5-8-2008) μέχρι και το τέλος Μαΐου 2010, ήτοι για ολόκληρο το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, κατά οποίο θα συνέχιζε να παρέχει την ίδια ως άνω εργασία, εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα και δεν τραυματιζόταν και απώλεσε τα εισοδήματα, που θα αποκέρδαινε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την ως άνω εργασία του, επιδικάζοντας, εκτός των άλλων κονδυλίων, στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη από την αιτία αυτή και για το χρονικό διάστημα μέχρι και τον Μάιο του 2010 το συνολικό ποσό των 16.344,78 ευρώ [...] Τα εν λόγω προβλήματα υγείας κρίθηκε, επίσης, ότι συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας, κατά το άρθρο 931 ΑΚ και επηρεάζουν δυσμενώς το επαγγελματικό του μέλλον, διότι τον εμποδίζουν να εργάζεται στην εργασία, που ασκούσε μέχρι τον τραυματισμό του, αφού οι οικοδομικές εργασίες απαιτούν ορθοστασία και έντονη σωματική καταπόνηση, ενώ δεν είναι σε θέση να εργασθεί σε άλλες εργασίες, πνευματικής φύσης, λόγω των περιορισμένων γραμματικών γνώσεών του και για το λόγο μάλιστα αυτό, του επιδιάσθηκε, με την ανωτέρω υπ' αριθμόν 1346/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως πρόσθετη χρηματική παροχή το ποσό των 15.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 25-6-2013 (αριθμ. εκθ.καταθ. 19936/29-7-2013) αγωγή αποζημίωσης για την απώλεια των εισοδημάτων από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι την συνταξιοδότησή του το μήνα Δεκέμβριο του 2050, επί της οποίας (αγωγής) εκδόθηκε η 4363/2015 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκηθείσας έφεσης (με ημερομηνία 29-4-2015 και υπ'αριθμ.
καταθ. 1597/4-5-2015) από τους ηττηθέντες εναγομένους, η υπ' αριθμόν 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι, με γνωμάτευση της αρμόδιας Επιτροπής του ΙΚΑ, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως την 31-12-2016 με ποσοστό αναπηρίας 67% ως πάσχων από κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κρίσεις επιληψίας, μετατραυματικές και μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο και ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας του έτυχε απαλλαγής από την υποχρέωση στράτευσης, επειδή κρίθηκε ακατάλληλος (Ι-5). [...].
Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων συνέχισε να είναι ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του τεχνίτη οικοδόμου που προηγουμένως ασκούσε και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014, με αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό των 48.000 , το οποίο θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του[...] και περαιτέρω, ότι η ανικανότητά του για εργασία θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι την 31-12-2016 και, συνεπώς, θα απωλέσει το ποσόν των 50.400 ευρώ συνολικά ...
Κατόπιν τούτων, επιδίκασε το Εφετείο στον ενάγοντα το ποσό των...ως αποζημίωση λόγω της απωλείας των εισοδημάτων του κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι την 31-12-2016, ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από την 1-1-2017 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2050, απέρριψε την αγωγική αξίωση του ενάγοντος της απώλειας των εισοδημάτων του ως προώρως ασκηθείσα, διότι όπως δέχθηκε "λόγω της διαρκώς μεταβαλλόμενης οικονομικής κρίσης στη συγκεκριμένη αγορά εργασίας και του ύψους των καταβαλλομένων αποδοχών, αλλά και της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης, η οποία πλήττει κυρίως τους απασχολούμενους με οικονομικές δραστηριότητες το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαγνώσει, για το περαιτέρω χρονικό διάστημα το ύψος των αποδοχών που κατά μήνα θα εισέπραττε ο ενάγων, αλλά ούτε και την μετέπειτα κατάσταση της υγείας του.καθόσον υποβάλλεται σε φαρμακευτική αγωγή".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υγεία του ενάγοντος και μετά την 31-12-2016 δεν έχει αποκατασταθεί ούτε καν βελτιωθεί, αφού παρά την την αντιεπιληπτική αγωγή που καθημερινά λαμβάνει και μάλιστα σε αυξημένες δόσεις, αλλά και με συνδυασμό φαρμακευτικών ουσιών [...] συνεχίζει να πάσχει, εξαιτίας των μόνιμων και μη ανατάξιμων εγκεφαλικών βλαβών που υπέστη, από μετατραυματική επιληψία η οποία στην παρούσα φάση χαρακτηρίζεται ως φαρμακοανθεκτική, συνεπεία της οποίας εμφανίζονται επιληπτικά επεισόδια.
Μάλιστα, επειδή την 30-6-2017 παρουσίασε επανειλημμένες επιληπτικές κρίσεις σε σύντομο χρόνο (το πρωί τρεις φορές και, στη συνέχεια, άλλη μια) προσήλθε στο Νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", όπου αντιμετωπίσθηκε η έξαρση των επεισοδίων με τη χορήγηση φαρμάκων (βλ. την υπ' αριθμ. Πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, που υπογράφεται από το θεράποντα ιατρό Δ.
Κ.). Ήδη δε, μετά την από 2-2-2016 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕΠΑ, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 31-12-2019 με ποσοστό αναπηρίας 67%, ως πάσχων από κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κρίσεις μετατραυματικές υπό διπλή φαρμακευτική αγωγή, μη ελεγχόμενες επαρκώς και βραδυψυχισμό.
Εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, του τραυματισμού του και της μετέπειτα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, εξέλιξης της υγείας του, η ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία θα εξακολουθήσει υφιστάμενη κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2017 μέχρι την 31-12-2022, κατά οποίο θα παραμείνει η μόνιμη και μη αναστρέψιμη αναπηρία του.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, θα εξακολουθήσει να είναι ανίκανος να εργασθεί, όπως πριν από την επέλευση του ατυχήματος, ως τεχνίτης οικοδόμος, απασχολούμενος στο συνεργείο του πατέρα του, Π. Σ., ο οποίος αναλάμβανε ως εργολάβος την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, διακοσμήσεων και ανακαινίσεων κτιρίων, οικιών και καταστημάτων, στην περιοχή της ….
Κατά μέσο όρο θα εργαζόταν επί 18 ημέρες ανά ημερολογιακό μήνα και θα εισέπραττε από την εργασία του αυτή καθαρό ημερομίσθιο 50 ευρώ. Έτσι, θα απωλέσει, το εισόδημα, που θα αποκέρδαινε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την ως άνω εργασία του, αν δεν τραυματιζόταν από το ατύχημα και δεν καθίστατο ανίκανος προς εργασία κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο με βεβαιότητα θα συνέχιζε κανονικά να εργάζεται, όπως και προηγουμένως.
Συνεπώς, δικαιούται ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία εξαιτίας της απωλείας των εισοδημάτων από την εργασία του [...]. Το αιτούμενο, όμως, για την απώλεια των εισοδημάτων ποσό, για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από την 1-1-2023 μέχρι και την συνταξιοδότησή του το Δεκέμβριο του 2050, κρίνεται απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν, δεδομένου ότι, από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στη δίκη και λόγω της διαρκώς μεταβαλλόμενης κατάστασης στη συγκεκριμένη αγορά εργασίας και του ύψους των καταβαλλόμενων αποδοχών, αλλά και της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης, που πλήττει από ετών την Ελλάδα, συνεπεία της οποίας παρατηρείται ύφεση στον κλάδο των οικοδομικών εργασιών σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, σταδιακά κατ' έτος επιδεινούμενη, με συνέπεια να μειώνεται συνεχώς αφενός, μεν το πεδίο εργασίας και η ζήτηση, αφετέρου δε το εισόδημα των απασχολουμένων με οικοδομικές δραστηριότητες το Δικαστήριο δεν δύναται να διαγνώσει με ασφάλεια από τώρα, για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, το ύψος του εισοδήματος, που θα αποκόμιζε μηνιαίως ο ενάγων, αλλά ούτε και την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του και την ολική ή μερική ανικανότητά του για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος ή οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου για αυτόν επαγγέλματος.
Προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, οι εναγόμενοι προέβαλαν παραδεκτά [...] ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος [...] και συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκαν ότι, από την επόμενη ημέρα που συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ήτοι από την 5-8-2008, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 215 παρ. 1α' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την 29-5-2017, που επιδόθηκε σε αυτούς η κρινόμενη αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με αποτέλεσμα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος εναντίον τους να έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 937 του ΑΚ και 10 παρ.2 του π.δ. 237/1986, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, που συμπληρώθηκε την 5-8-2013, χωρίς να έχει διακοπεί η παραγραφή αυτή με την άσκηση της προηγούμενης από 25-6-2013 αγωγής, διότι με την υπ' αριθμ. 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε για το (ήδη επίδικο) χρονικό διάστημα από την 1-1-2017 μέχρι την 31-12-2050 η αξίωση των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος, που αποτέλεσε αντικείμενο και της παραπάνω προγενέστερης αγωγής, ως προώρως ασκηθείσα , ήτοι για λόγο μη ουσιαστικό και η κρινόμενη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την έκδοση της πιο πάνω εφετειακής απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 13-1-2016, ήτοι μέχρι την 13-7-2016, αλλά την 29-5-2017, μετά την παρέλευση της από το άρθρο 263 εδ.
β'ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά ουσιαστική παραδοχή της ως άνω ένστασης παραγραφής, απέρριψε την υπό κρίση αγωγή για την αιτία αυτή, διότι, όπως δέχθηκε, η επίδικη αξίωση του ενάγοντος κατά των εναγομένων, που ασκήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, έχει παραγραφεί, λόγω παρέλευσης πενταετίας από το επίδικο ατύχημα.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η απόρριψη της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος (για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2017 έως την 31-12-2050), για το λόγο ότι ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί απόρριψη για τυπικό (μη ουσιαστικό) λόγο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 263 εδ. α' του ΑΚ και, συνεπώς, η παραγραφή ως προς την αξίωση αυτή θεωρείται ότι δεν διακόπηκε με την άσκηση της προηγούμενης από 25-6-2013 αγωγής, καθόσον η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τη νομίμως προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης λόγω άσκησης της ως άνω αγωγής ...
εντός πενταετίας από την ημέρα του ατυχήματος και επιμήκυνσης αυτής σε είκοσι έτη, λόγω βεβαίωσής της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (υπ' αριθμ. 1346/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) κατ'εφαρμογή του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε τελεσιδίκως επί της προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος, έγινε πράγματι δεκτό ότι η απαίτηση του ενάγοντος για την καταβολή αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του για το ήδη επίδικο (με την ένδικη αγωγή) χρονικό διάστημα από την 1-1-2017 μέχρι την 31-12-2050 δεν ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί εκ των προτέρων με ασφάλεια και, ως εκ τούτου, ότι δεν ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Κατόπιν δε τούτου, το Δικαστήριο απέρριψε την προηγούμενη αγωγή ως προς το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από 1-1-2017 έως 31-12-2050) ως προώρως ασκηθείσα. Η απόρριψη, όμως, αυτή, ήτοι για το λόγο ότι ασκήθηκε η αγωγή πρόωρα, αποτελεί απόρριψη για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Κρίνοντας, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η απόρριψη της αγωγής, αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ως προώρως ασκηθείσας, συνιστά απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο και ότι, συνακόλουθα, ο ενάγων έπρεπε να επανεγείρει την αγωγή του, για το εν λόγω χρονικό διάστημα, εντός έξι μηνών από την έκδοση της εφετειακής απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας δεν αποτελεί τυπικό λόγο απόρριψης αυτής.
Δεν υπέπεσε, κατά συνέπεια, κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος (για την απώλεια των εισοδημάτων από 1-1-2017 έως την 31-12-2050) στην προβαλλόμενη από τους εναγομένους πενταετή παραγραφή, η οποία επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, κατά το άρθρο 268 εδ. α'ΑΚ , από και δια της δημοσίευσης την 10-6-2014 της τελεσίδικης υπ' αριθμόν 1364/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε και η ύπαρξη της ένδικης απαίτησης, δεδομένου ότι η απώλεια προσόδων, που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε τελεσιδίκως η αξίωση του ενάγοντος, αποτελεί αποζημίωση του άρθρου 929 ΑΚ και, ως εκ τούτου, υπάγεται στην κατ'άρθρο 268 ΑΚ εικοσαετή παραγραφή (...), με την προϋπόθεση βεβαίως να μην έχει υποκύψει στην βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, όπως εν προκειμένω".
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως και κατ'ουσία βάσιμη την ασκηθείσα από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Ά. Σ. έφεση κατά της υπ'αριθμό 2564/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως παραγεγραμμένη, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά παραδοχή της προβληθείσης από τους εναγομένους σχετικής ενστάσεως και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία και δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 41.580 ευρώ, ως διαφυγόντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 μέχρι 31-12-2022.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο; α) ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσης, αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, με συνέπεια την υποχρέωση του ενάγοντος να επανεγείρει την αγωγή του εντός 6 μηνών από την έκδοση της 73/2016 εφετειακής αποφάσεως, καθόσον η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί τυπικό λόγο απόρριψης αυτής και β) ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος για την απώλεια των εισοδημάτων του από 1-1-2017 έως την 31-12-2050, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από τους εναγόμενους πενταετή παραγραφή, η οποία επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, από και δια της δημοσίευσης στις 10-6-2014 της τελεσίδικης, υπ' αριθμόν 1346/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, αλλά για ουσιαστικό και ότι συνακολούθως δεν υφίστατο υποχρέωση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου επαναξετάσεως αυτής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψή της, ορθώς έκρινε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθησαν στη νομική σκέψη της παρούσας.
Δεχόμενο, όμως, περαιτέρω το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγική αξίωση δεν υπέπεσε στην προσβαλλόμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία πενταετή παραγραφή παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του ν. 489/76 και 268 του Α.Κ.
και δη των διατάξεων μεν άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτής, αν και ήταν εφαρμοστέα, του δε άρθρου 268 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, για τους κάτωθι λόγους. Οι ένδικες (μεταγενέστερες-μελλοντικές) αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου γεννήθηκαν στις 4-8-2008, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικά για τη μέλλουσα ζημία, αφού από τότε επήλθαν οι παραπάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες και η συνεπεία αυτών ανικανότητά του για εργασία, μη ούσα επομένως απρόβλεπτη (βλ.
σελ. 20 της πρωτόδικης 2564/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου). Αυτές οι μελλοντικές αξιώσεις (ένδικες), δεν είχαν καταχθεί σε δίκη με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμό 1346/2014 εφετειακή απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-6-2014, ήτοι μετά τη συμπλήρωση πενταετούς παραγραφής, με συνέπεια, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, να μην δύναται να γίνει λόγος για επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετή.
Επομένως, πρέπει ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των αναφερόμενων λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (που περιέχεται στο με στοιχείο 2 και 3 β' μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης), 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναίρεσης) και 559 αρ. 19 και 16 ΚΠολΔ (τρίτος λόγος), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεκτού γενόμενου πρώτου λόγου καλύπτει στο σύνολό τους τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός αυτού που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), να διαταχθεί δε η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στην καταθέσασα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 179/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στην καταθέσασα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡEΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ