2074/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated2074/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Full text
Απόφαση 2074 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2074/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 2) Σ. Β. του Μ., κατοίκου ..., 3) Σ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 4) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 5) Τ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζόμενου προς αυτές (ΑΠ 312/2011, ΑΠ 1689/2010, ΑΠ 1507/2004, ΑΠ 1618/2003).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το όποιο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση.
Η εξουσία τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης υφίσταται και για τις σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικά πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 7/2011 και 18/2006).
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους συνταγματικούς κανόνες υπάγεται τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ που ανήκουν στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ’ της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες για πρώτη φορά, υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ’ αυτό, με το Δημόσιο και με τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου.
Συνακόλουθα δε, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές που συνάπτονται για πρώτη φορά, υπό την ισχύ των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 914/2013, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 1696/2012, ΑΠ 1577/2012, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 64/2010, ΑΠ 422/2010). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη (ΑΠ 18/2014, ΑΠ 852/2011). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΑ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, ενώ με το άρθρο 7 του ιδίου ΠΔ προβλέφθηκε, ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Συνακόλουθα σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες για πρώτη φορά, υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 6/2014, ΑΠ 1686/2012, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 590/2011).
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 2639/1998 και υπό τον τίτλο Ρύθμιση Θεμάτων ΟΑΕΔ, ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο σε φορείς Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο των προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.
Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ’ εξαίρεση σε συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα [12] μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Περαιτέρω σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης, ειδικότερες μορφές της οποίας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας, όπου προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργασίας του ΑΚ και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές κλπ και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου στην οποία προέχον σκοπός είναι η παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου και στην οποία εφαρμόζονται οι γενικές και ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 865/2014, ΑΠ 706/2013, ΑΠ 260/2012).
Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΑΠολ 7/2011, ΑΠ 82/2012, ΑΠ 566/2010, ΑΠ 1689/2010).
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (ΑΠολ 7/2011, ΑΠολ 8/2011, ΑΠολ 18/2006, ΑΠ 15/2012, ΑΠ 82/2012, ΑΠ 1499/2012, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την από 19-2-2010 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου εξέθεσαν τα εξής: :"ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις που συνήφθησαν μέσω του ΟΑΕΔ με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι η συναφθείσα σύμβαση - συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και οι ανανεώσεις - παρατάσεις αυτής είναι ψευδεπίγραφες και εικονικές και συνεπώς άκυρες.
Ζήτησαν δε να αποδοθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός στις συμβάσεις τους ως εξαρχής συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και να αναγνωριστεί και να κηρυχθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων τους, να υποχρεωθεί δε το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις προαναφερόμενες υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυση τους με την καταβολή των νομίμων αποδοχών ως υπαλλήλων.
Περαιτέρω, ζήτησαν επικουρικά να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης τα αιτούμενα με την υπό κρίση αγωγή τους ποσά, καθώς και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τη διαφορά μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας καθόλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή τους σχέση άλλως να τους καταβάλει τα αμέσως ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και τέλος να διαταχθεί ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί η επιβολή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης του Ελληνικού Δημοσίου με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή της προς τους αναιρεσείοντες, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ’ αυτής από το ήδη αναιρεσίβλητο εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές, η από 19-2-2010 αγωγή των εναγόντων με το πιο πάνω περιεχόμενο, ως προς την βάση της που στηρίζεται στον ισχυρισμό αυτών, ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο δεν ήταν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας) αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και τα συνακόλουθα αιτήματα της αποδοχής της εργασίας τους και της καταβολής των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων εορτών και αδείας που καταβάλλονται στους μόνιμους υπαλλήλους, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος των νομικών σκέψεων που προηγήθηκαν.
Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή), οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αφού προσλήφθηκαν από τον ΟΑΕΔ στα πλαίσια προγράμματος εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ και του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα και συγκεκριμένα τους τοποθέτησε τους μεν πρώτο, τρίτη και πέμπτη των εναγόντων στη ...
Αττικής, την τέταρτη των εναγόντων στη ... και την έβδομη των εναγόντων στη ... και την όγδοη των εναγόντων στο ΣΤ’ Τελωνείο Επίβλεψης Συγκροτημάτων Θεσσαλονίκης με τις συμβάσεις που προεκτέθηκαν, δηλαδή συμβάσεις, που, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, που στο άρθρο 11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εναγομένων, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, το εναγόμενο ΝΠΔΔ δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζόμενης, όπως προαναφέρθηκε, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ως μη έχουσας άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αφού το εναγόμενο (ΝΠΔΔ), βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 6/2014, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 914/2013).
Όπως ήδη αναφέρθηκε τα προγράμματα αποτελούν παρεμβάσεις δράσεις της πολιτείας μέσω του αρμοδίου φορέα του ΟΑΕΔ στα πλαίσια κοινωνικού κράτους με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και βάσει των προγραμμάτων αυτών παρέχεται η δυνατότητα στους ανέργους να αποκτήσουν εμπειρία, η οποία αντίστοιχα θα προσμετρηθεί κατά τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για τη κάλυψη μόνιμης θέσης στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 103 παρ.7.
του Συντάγματος.
Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του Ν 2639/1998 εκδόθηκαν οι αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις βάσει των οποίων οι ενάγοντες υλοποίησαν τα αντίστοιχα προγράμματα 1) η υπ’ αριθμ. .../25-10-2005 (ΦΕΚ Β 1519/4-11-2005) για το πρόγραμμα απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης 2) η υπ’ αριθμ. ...4-7-2006 (ΦΕΚ Β’ 881/11-7-2006 για το πρόγραμμα απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) σε υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου Τομέα και των ΟΤΑ, 3) η υπ’ αριθμ. .../9-8-2007 (ΦΕΚ Β 1468/14-8-2007) για το Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) στα Επιμελητήρια Ελλάδος. 4) Η υπ’ αριθμ. .../30-10-2008 (ΦΕΚ 2288/11-11-2008) για το πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και η υπ’ αριθμ. .../ 4-5-2009 (ΦΕΚ 844/6-5-2009) για το πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας σε Υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα και των ΟΤΑ.
Όπως αναφέρεται στις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής εκπαίδευσης, ΤΕΛ, ΕΠΛ TEE.
Στις ίδιες αποφάσεις προβλέπεται η διάρκεια του προγράμματος, η κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων, ο αριθμός των ανέργων που θα καλυφθεί, τα ποσοστά σε γυναίκες και άνδρες, η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων, η μοριοδότηση, τα δικαιολογητικά οι εκθέσεις αξιολόγησης, το ωράριο απασχόλησης, οι απολύσεις, οι απουσίες, οι άδειες, οι αποζημιώσεις των ασκουμένων, οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου του προγράμματος, η χρηματοδότηση από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ, η δαπάνη που βαρύνει το ΙΚΑ.
Όλοι δε οι ενάγοντες υπέγραψαν συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες και φορείς του ευρύτερου Δημοσίου τομέα στο οποίο συμφωνητικό περιέχονται οι όροι που αφορούν τους ενάγοντες ήτοι χρόνος παροχής εργασίας, αποδοχές κλπ Από δε τις σχετικές διατάξεις συνάγεται ότι πρόκειται για συμβάσεις μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαιδεύσεως στους μαθητευόμενους αλλά και την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των, όπως αναφέρεται ρητά στο σκοπό του προγράμματος, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όσον αφορά τους όρους αμοιβής, το χρόνο απασχόλησης, τις και τους λοιπούς όρους απασχόλησης, στους οποίους υπήχθησαν οι ενάγοντες, καθένας ατομικά, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπέγραψαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις νόμιμες αποδοχές, τα επιδόματα εορτών και αδείας, την αποζημίωση αδείας, την αποζημίωση απολύσεως και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που αφορούν τους εργαζομένους τους συνδεόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, γιατί τα σχετικά θέματα που τους αφορούν, ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις.
Ακόμη, από το σκοπό και μόνο της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συνάγεται ότι προέχον στοιχείο δεν ήταν η έναντι μισθού παροχή παραγωγικής εργασίας αλλά κυρίως η εκμάθηση και ειδίκευση, όπως συνάγεται και από τις διατάξεις περί εκθέσεων αξιολόγησης και προόδου. Για τα προγράμματα αυτά δεν προβλεπόταν ανώτατος χρόνος διάρκειας τους και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί ανανεώσεων των συμβάσεων τους δεν ευσταθεί αφού δεν υπήρξε καμία ανανέωση αλλά μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας του προγράμματος οι ενάγοντες έπαυαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για κάποιο χρονικό διάστημα, καταχωρούνταν εκ νέου στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, έπαιρναν νέα κάρτα ανεργίας και ξεκινούσε πάλι από την αρχή η διαδικασία διάθεσης τους από τον ΟΑΕΔ.
Συνεπώς, δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες συμμετείχαν οι ενάγοντες βάσει των όρων συμμετοχής και των προϋποθέσεων που όριζαν οι ανωτέρω ΥΑ και που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι οποίοι (ενάγοντες) μετά το πέρας των χρονικών ορίων διαρκείας των εν λόγω προγραμμάτων απολύθηκαν.
Συνεπώς, οι όροι αμοιβής και απασχόλησης καθορίζονται από τις ειδικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στις πιο πάνω Υπουργικές αποφάσεις και οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με γνήσια σύμβαση μαθητείας, οι συμβάσεις των εναγόντων προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως προεκτέθηκε.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε νόμιμη την αγωγή και ακολούθως έκανε δεκτή αυτή ως κατ’ ουσία βάσιμη αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε αυτό ν’ αποδέχεται την εργασία τους με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ, καθώς και να τους καταβάλλει τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά για μισθολογικές διαφορές και επιδόματα εορτών και αδείας, για το διάστημα για τον πρώτο ενάγοντα από 29-6-2007 έως 31-12-2008 και από 23-2-2009 έως 23-8-2010 για την τρίτη ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 29-6-2007 έως 31-12-2008 και από 13-3-2009 έως 13-9-2010 για τη τέταρτη των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 28-6-2007 έως 27-12-2008 και από 24-2-2009 έως 24-8-2010, για τη πέμπτη των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 11-6-2007 έως 10-12-2008 και από 23-2-2009 έως 23-8-2010 και η έβδομη των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 22-5-2007 έως 22-11-2008 και από 13-1-2009 έως 13-7-2010, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, καθότι όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής, γεγονός που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, αφού το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης του, προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος έκρινε νόμιμη και κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως στο σύνολο της, με σκοπό να απορριφθεί καθ’ ολοκληρία η αγωγή των εναγόντων.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσία, παρέλκει δε η εξέταση του πρόσθετου λόγου της έφεσης με τις προτάσεις της παρούσας διαδικασίας περί παραγραφής και να εξαφανισθεί στο σύνολο της η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και δικασθεί η από 19-2-2010 αγωγή των εναγόντων, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ακολούθως απέρριψε την ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Επομένως οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενοι κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι "...Και τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή) οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αφού προσλήφθηκαν από τον ΟΑΕΔ στα πλαίσια προγράμματος εργασιακής εμπειρίας ανέργων...", ενώ αυτοί στην αγωγή τους εκθέτουν ότι φέρονται ως δήθεν προσληφθέντες από τον ΟΑΕΔ, ενώ στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν ως μισθωτοί στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Με το ως άνω περιεχόμενο η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", ανεξαρτήτως δε του ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν. Συνακόλουθα ο αναιρετικός αυτός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.9 περ. τελευταία ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενοι ότι δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής των από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε δε την υπό κρίση αγωγή των ως μη νόμιμη εξετάζοντας μόνο την κύρια βάση αυτής. Με το ως άνω περιεχόμενο η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε και την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε τελικά ως μη νόμιμη και ως προς την βάση της αυτή. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "...όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής...Ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση.....και δικασθεί η από 19-2-2010 αγωγή των εναγόντων πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής...". Κατόπιν αυτών ο εκ του αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2) μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 304/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ