Supreme Court allows partial appeal regarding unequal treatment of bank employees under equal pay principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of the bank's counterclaim. The appellant argued the bank discriminated against him by excluding him from a pension bonus program while including other employees with identical qualifications. The Court found the lower court erred in dismissing the counterclaim based on the principle of equal treatment of employees under Articles 22 and 288 of the Civil Code. Consequently, the case was remanded for a new trial on the merits of the discrimination claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(1)b of the Constitution; Article 288 of the Civil Code: An employer must treat employees with identical qualifications and services under the same conditions equally, excluding specific individuals from contractual benefits unless justified by a special and serious objective reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2074 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2074/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.
Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΕΒΑ ΑΕ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-10-2004 δια των προτάσεων ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2944/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και 288 του Αστικού Κώδικα, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και, συνεπώς, να μη εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθή ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος μισθωτού.
Αναγκαία στοιχεία της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων μισθωτών προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία που παρείχαν τόσον αυτοί όσον και ο ενάγων και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρεχόταν, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και, ακολούθως, η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.
Εξάλλου, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφό της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή από το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 18-12-2003 αγωγής του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτός εξέθεσεν ότι προσλήφθηκε από την "ΕΤΕΒΑ Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, την 6-11-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως υπάλληλος (οικονομολόγος- μελετητής) και από το έτος 1993 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση επενδυτικών υπηρεσιών με καθήκοντα Υποδιευθυντή επενδυτικής υποστήριξης, δηλαδή Back- Office της Τράπεζας, απασχολήθηκε δε σ' αυτήν έως τις 31-8-2002, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς κάνοντας χρήση προγράμματος αυτής εθελούσιας εξόδου.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-8-2002, έχοντας το βαθμό του Υποδιευθυντή, ήταν προϊστάμενος της Υποδιευθύνσεως του Back- Office με δικαίωμα Α' υπογραφής και υφισταμένους του στην ίδια ως άνω Υποδιεύθυνση, με διάφορους βαθμούς στην ιεραρχική κλίμακα, τους ..., ..., ..., ..., ..., και .... Και ότι η εργοδότριά του, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, χορήγησε στους προαναφερόμενους υφισταμένους του ως επίδομα ελεγκτικής θέσης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, αντιστοίχως, στον καθένα, παραλείποντας να το καταβάλλει σ' αυτόν, ο οποίος ήταν ο πρώτος σε τάξη υπάλληλος της Υποδιευθύνσεως αυτής και δικαιούταν το άνω επίδομα.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή του αναιρεσείοντος ήταν πλήρως ορισμένη, αφού τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής με τρόπο σαφή και ορισμένο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Η σωρευόμενη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως είναι αόριστη, διότι, εκτός των προσώπων, δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, το είδος της εργασίας που παρείχαν και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρεχόταν. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, εν μέρει δε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, έσφαλε και πρέπει, αφού η εναγομένη ζητεί την απόρριψή της, έστω και χωρίς ειδικό προς τούτο παράπονο, κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση των ελλείψεων, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ( κατά την παραπάνω βάση κατά την οποία μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο) και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 70.931,24 ευρώ και, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν ως προς την αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως αόριστη.
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του λόγω αοριστίας. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού στην ένδικη αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα, προσδιορίζονται οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση και με την αναφορά της υπηρεσιακής τους κατάστασης (προϊστάμενος με το βαθμό του Υποδιευθυντή ο αναιρεσείων και υφιστάμενοι οι συγκρινόμενοι ως άνω υπάλληλοι της ίδιας Υποδιεύθυνσης), από την οποία σαφώς προκύπτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών, η εργασία που παρείχαν και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρεχόταν.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της ( το σχετικό με την ένδικη αγωγή) και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Παρέλκει ύστερα από αυτά η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ίδιο πιο πάνω κεφάλαιο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις των διαδίκων ούτε οι ισχυρισμοί τους, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα αυτών ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής σε σχέση με την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης, που συνεκδικάστηκε με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την "ΕΤΕΒΑ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι η εναγομένη, στις 6-11-1972, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος (οικονομολόγος- μελετητής) και απασχολήθηκε σ' αυτήν έως και 31-8-2002, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, ύστερα από ισχύ προγράμματος εθελούσιας εξόδου υπαλλήλων της από την υπηρεσία, με τους ακόλουθους, πλην άλλων, όρους:
ότι οι ενδιαφερόμενοι θα έπρεπε να υποβάλουν σχετική αίτηση στη διεύθυνση προσωπικού μέχρι 10-6-2002 και κατόπιν χορηγήσεως νέας προθεσμίας μέχρι 31-7-2002, ότι εκείνοι των οποίων οι αιτήσεις θα γίνονταν αποδεκτές θα λάμβαναν α) το ποσό που προέκυπτε από τον τύπο: ονομαστικός μισθός Χ 1,17Χ αριθμό μηνώνΧ70% πλέον ένας μισθός υπό μορφή αποζημιώσεως, σε περίπτωση δε που το παραπάνω ποσό υπερέβαινε για κάποιο δικαιούχο το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε οι ανωτέρω παροχές περιορίζονταν στο ποσό αυτό ....ότι η αξιολόγηση των αιτήσεων και ο υπολογισμός του ποσού της αποζημιώσεως θα γινόταν με βάση τα στοιχεία που διέθετε η εναγομένη ή θα προσκόμιζε ο ενδιαφερόμενος μέχρι 31-7-2002 και ότι δεν θα λαμβάνονταν σε καμιά περίπτωση υπόψη στοιχεία που θα προσκομίζονταν μετά την ημερομηνία αυτή, ακόμη και αν εξ αυτών προέκυπτε ότι ο υπάλληλος δεν θα δικαιούταν να συμμετέχει στο πρόγραμμα ή δεν θα δικαιούταν μεγαλύτερης αποζημιώσεως, με τη διευκρίνιση ότι ως θεμελίωση δικαιώματος πλήρους συνταξιοδοτήσεως εννοείτο η συμπλήρωση των ελάχιστων κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως οποιασδήποτε μορφής και ποσού.
Ο ενάγων υπέβαλε την από 31-7-2002 αίτηση για ένταξη στο πρόγραμμα, όπου ανέφερε ως ημερομηνία θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος την 15-1-2008. Σύμφωνα με τον έντυπο όρο υποσημείωση 1 της εν λόγω αιτήσεως το χρονικό σημείο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος προέκυπτε από τα στοιχεία που διέθετε η εναγομένη και τα τυχόν συμπληρωματικά που θα προσκομίζονταν από τον υπάλληλο και η εναγομένη δικαιούταν, κατά την κρίση της, να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο ή βεβαίωση προκειμένου να αξιολογήσει την αίτηση.
Η εν λόγω αίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή και αποχώρησε οικειοθελώς την 31-8-2002. Πριν από την υποβολή της ανωτέρω αιτήσεως ο ενάγων είχε υποβάλλει την από 12-7-2002 αίτησή του προς το τοπικό υποκατάστημα ΙΚΑ ..., προκειμένου να αναγνωριστεί όλος ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας του από 31-1-1970 μέχρι 10-6-1972 849 ημερών ως διανυθείς στην ασφάλιση του Κλάδου Συντάξεων (του ΙΚΑ), αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει εφάπαξ τις εισφορές της εξαγοράς.
Με την ... απόφαση του διευθυντή του άνω υποκαταστήματος ΙΚΑ αποφασίστηκε η αναγνώριση στον ενάγοντα των άνω ημερών με τον όρο καταβολής των αναλογούντων εισφορών. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα ο ενάγων, παραβαίνοντας τη γενική υποχρέωσή του για καλόπιστη συμπεριφορά αλλά και τον προαναφερόμενο ρητό όρο για προσκομιδή συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με το χρονικό σημείο θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος, παρέλειψε με πρόθεση να δηλώσει στην εργοδότριά του με την από 31-7-2002 αίτησή του ότι είχε υποβάλει την από 12-7-2002 αίτηση προς το ΙΚΑ για αναγνώριση του χρόνου στρατιωτικής θητείας του 849 ημερών ως διανυθέντος στην ασφάλιση του Κλάδου συντάξεων του ΙΚΑ, συμπληρωματικά δε να δηλώσει πριν από την αποχώρησή του από την υπηρεσία ότι είχε εκδοθεί η προαναφερόμενη απόφαση του διευθυντή, με την οποία αναγνωρίστηκε ο χρόνος αυτός ως διανυθείς στην ασφάλιση του Κλάδου Συντάξεων (του ΙΚΑ), βάσει της οποίας θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα την 14-11-2005, με αποτέλεσμα να λάβει ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 118.383 ευρώ, ήτοι επιπλέον 31.161,13 ευρώ, αφού υπολείπονταν προς συνταξιοδότηση ολιγότεροι μήνες, επί ισόποση ζημία της εργοδότριας.
Και, συνεχίζει το Εφετείο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ανταγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν έσφαλε, γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή και του σχετικού λόγου εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και κατά την απορριπτική της ανταγωγής διάταξή της και, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν κατά την ανταγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά τη στηριζόμενη στην αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κύρια βάση της.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι με την αντέφεσή του, αποκρούοντας τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης περί κακόπιστης συμπεριφοράς του, είχε προβάλει τα εξής: Η ΕΤΕΒΑ είχε ανακοινώσει στους υπαλλήλους της ότι δεν θα ληφθούν σε καμιά περίπτωση στοιχεία που θα προσκομιστούν μετά την 31-7-2002, ακόμη και αν εξ αυτών προκύπτει ότι ο υπάλληλος δεν θα δικαιούταν να συμμετάσχει στο πρόγραμμα ή δεν θα δικαιούταν μεγαλύτερης αποζημίωσης.
Και ότι η Τράπεζα θα λάμβανε υπόψη της για το ύψος της αποζημίωσής του όσα στοιχεία διέθετε η ίδια και όσα της δήλωνε αυτός για τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα έως τη στιγμή της υποβολής της αίτησης - δήλωσής του προς αυτή για συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα και δεν θα ληφθεί υπόψη από αυτήν κανένα μεταγενέστερο (της δήλωσης) στοιχείο, όποια επιρροή και αν ασκεί, δηλαδή ακόμα και αν δεν έπρεπε καν να επιτραπεί η συμμετοχή του στο πρόγραμμα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρνηση από αυτόν της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, ως προς την παραδοχή από αυτό ότι ο αναιρεσείων απέκρυψε την αναγνώριση από το ΙΚΑ του συνόλου της στρατιωτικής θητείας του, εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό αυτού ότι ο χρόνος της θητείας αυτής, ως πλασματικός, λαμβάνεται υπόψη και προσμετράται γενικώς στα συντάξιμα χρόνια επαυξάνοντας τη σύνταξη, χωρίς να υπολογίζεται στην πρόσθετη αποζημίωση λόγω εθελούσιας εξόδου και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την παραβίαση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον με την υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις διατάξεις των άρθρων 652, 330 εδ. α', 297, 298, 904 επ. ΑΚ και την παραδοχή της ένδικης ανταγωγής δεν παραβιάστηκαν με εσφαλμένη εφαρμογή αυτές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2944/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο (το σχετικό με την ένδικη αγωγή).
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ