2074/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2004 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και με την με αριθμό καταθέσεως 91/12-5-2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17/7/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2074/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ και 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, επειδή η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή της ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2074 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2074/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ ΚΑΤ Α.Τ.Ε. - ΑΘΗΝΑ Α.Ε.Τ.Β. & Τ.Ε - ΕΚΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ - ΚΑΤ ΑΤΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΕΤΒ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕ - ΕΚΤΕΡ Α.Ε." που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ψ1, 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, ενώ το 2ο και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από την Ν.Κ.Πολιτικού, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2004 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και με την με αριθμό καταθέσεως 91/12-5-2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17/7/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 3/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 279 ΑΚ εφαρμόζεται και επί της παραπάνω αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλιν την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η τρεις στην περίπτωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, η προθεσμία αυτή θεωρείται ότι τηρήθηκε με την κοινοποίηση προηγούμενης αγωγής. Όπως από την διάταξη αυτή προκύπτει η νέα αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απορρίπτει την προηγούμενη αγωγή, για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα πρέπει να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η ενάγουσα άσκησε αρχικά την από 27-2-2003 αγωγή της, που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης και την επέδωσε μέσα στην άνω τρίμηνη προθεσμία, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε την ......... Αυτή η αγωγή απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς (ως απαράδεκτη) με την 11/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που επιδόθηκε την 29-02-2004 και κατέστη τελεσίδικη την 29-4-2004.
Η ενάγουσα μετά άσκησε την κρινόμενη αγωγή και την επέδωσε στους εναγομένους την 27-4-2004, δηλαδή και πάλι εντός του τριμήνου και βέβαια προτού τελεσιδικήσει η απορριπτική απόφαση. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ένσταση απαραδέκτου της κρινόμενης αγωγής, που είχε υποβάλλει η εναγομένη, ισχυριζόμενη ότι η δεύτερη αγωγή ασκήθηκε πριν τελεσιδικήσει η πιο πάνω απορριπτική απόφαση της πρώτης αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ και 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, επειδή η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή της ενάγουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και δεν απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη α) επειδή η πρώτη αγωγή της αναιρεσιβλήτης βασιζόταν στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, ενώ η κρινόμενη αγωγή βασίζεται επιπροσθέτως και στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και β) επειδή η αναιρεσίβλητη ζητούσε με την πρώτη αγωγή μισθούς υπερημερίας τριών μηνών (από Δεκέμβριο 2002 μέχρι Φεβρουάριο 2003) και με τη δεύτερη μισθούς υπερημερίας 16 μηνών (από Δεκέμβριο 2002 μέχρι Μάρτιο 2003), δηλαδή επειδή η δεύτερη αγωγή δεν είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή μόνο κατά τη νομική της βάση από το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, ως προς την οποία και ήταν παραδεκτή η αγωγή και όχι και κατά τη νομική της βάση από το άρθρο 281 ΑΚ.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί αφού η κρινόμενη αγωγή ήταν παραδεκτή, η αναιρεσίβλητη μπορούσε να ζητήσει με αυτή όλες τις παρεπόμενες αξιώσεις της που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεώς της δηλαδή τους μισθούς υπερημερίας του διαστήματος μέχρι την άσκηση της δεύτερης αγωγής και όχι μόνο αυτές που είχε ζητήσει με την απορριφθείσα για τυπικό λόγο αγωγή της.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση και τα εξής: Η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων συγκρότησαν με την πρώτη εναγομένη εταιρία κοινοπραξία ("εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, αφού δεν είχε υποβληθεί στις διατυπώσεις των άρθρων 39-42 ΕΝ) για την εκτέλεση δημόσιων έργων. Την 24-9-1999 με σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε με το Ελληνικό Δημόσιο η άνω κοινοπραξία ανέλαβε την εκτέλεση κατασκευής του έργου "Ταμιευτήρας Κάρλας και άλλα συναφή έργα".
Εκτός από την εκτέλεση του έργου συμφωνήθηκε προσθέτως ότι η άνω κοινοπραξία θα εκτελέσει και ανασκαφικές εργασίες με δικά της μέσα, με ιδιαίτερη αμοιβή και με την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας αν βρεθούν σε τμήμα του έργου αρχαιολογικά ευρήματα. Έτσι για τις ανάγκες αυτού του ειδικού έργου η εναγομένη κοινοπραξία προσλάμβανε το ανάλογο προσωπικό (αρχαιολόγους, εργάτες κλπ) που τους όριζε η ΙΓ΄ Εφορεία προϊστορικών και κλασσικών αρχαιοτήτων Μαγνησίας, βάσει του άρθρου 42 παρ. 2 του Π.Δ. 609/1985.
Στα πλαίσια αυτής της εντολής η εναγομένη κοινοπραξία (πρώτη) δια του νομίμου εκπροσώπου της, της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες εταιρίες προσέλαβε εκτός άλλων και την ενάγουσα, ως αρχαιολόγο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με μισθό 925,24 ευρώ. Από την άνω πρόσληψή της η ενάγουσα εργαζόταν υπό την επίβλεψη της κοινοπραξίας η οποία καθόριζε τους όρους παροχής της εργασίας και ασκούσε όλα τα διευθυντικά δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας ως προς τον τόπο, χρόνο παροχής των υπηρεσιών της.
Η ενάγουσα εργάσθηκε μέχρι την 29-11-2002 που η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Η ενάγουσα δεν προσλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά από την άνω κοινοπραξία και μάλιστα όχι με σύμβαση έργου ορισμένου χρόνου, αλλά αορίστου χρόνου και αυτή πλήρωνε την ενάγουσα και καθόριζε, όπως ειπώθηκε τους όρους εργασίας.
Η υπόδειξη της σχετικής εφορείας αρχαιοτήτων για πρόσληψη της ενάγουσας, όπως και άλλων όπως και η αποστολή εγγράφου για "έλλειψη πιστώσεων" δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο, αφού αυτή δεν ήταν δεσμευτική για την κοινοπραξία και θα μπορούσε να διατηρήσει την ενάγουσα στην εργασία της, όπως έπραξε για άλλους εργαζομένους ή να την επαναπροσλάβει.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή η αγωγή για άκυρη απόλυση, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 2 του ν. 1483/1984. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του 42 παρ. 2 και 5 του Π.Δ. 609/1985, που ορίζουν, ανάμεσα στα άλλα, ότι η διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί να ορίζει τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά ειδικότητα, ότι η διευθύνουσα υπηρεσία εγκρίνει τα ανώτατα όρια αμοιβής του προσωπικού του αναδόχου κατά ειδικότητα και ότι αποζημιώσεις του προσωπικού των απολογιστικών εργασιών βαρύνουν τον κύριο του έργου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ.
στ΄, 36 και 37 του ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων-Πολιτιστικής κληρονομιάς" που ορίζουν, ανάμεσα στα άλλα, ότι οι συστηματικές ανασκαφές διενεργούνται από την υπηρεσία, ότι τη διεύθυνση αναλαμβάνει αρχαιολόγος και ότι η σωστική ανασκαφή χρηματοδοτείται από τον κύριο του έργου, εφόσον πρόκειται για δημόσιο τεχνικό έργο, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει ότι, εργοδότης της ενάγουσας ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αυτό που αναφέρεται στο πρόσωπο του εργοδότη της.
Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, με τη μη εφαρμογή τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, όπως είχαν προτείνει οι εναγόμενες, επειδή δεν αναφέρονταν στο δικόγραφό της ο τρόπος πρόσληψης της ενάγουσας, οι όροι παροχής της εργασίας της, ο αποδέκτης των υπηρεσιών της, ποιος και ποιο τρόπο ασκούσε εποπτεία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, πως καθορίστηκε ο τρόπος πληρωμής της και ποιος και με ποιους όρους αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασής της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όλα τα παραπάνω στοιχεία περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Τέλος, απορριπτέα είναι η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της. Οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικασθούν σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ως προς το δεύτερο και τον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους πρέπει να είναι μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 85/24-7-2006 αίτηση της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ ΚΑΤ Α.Τ.Ε. - ΑΘΗΝΑ Α.Ε.Τ.Β. ΚΑΙ Τ.Ε. - ΕΚΤΕΡ Α.Ε.", της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ- ΚΑΤ ΑΤΕ", της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΕΤΒ" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕ - ΕΚΤΕΡ ΑΕ" για αναίρεση της 530/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και σε τριακόσια (300) ευρώ για το δεύτερο και τον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ